Αποστολέας Θέμα: Ιστορίες από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης στη Ν. Τρίγλια  (Αναγνώστηκε 418 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 0
  • -Λάβατε: 64
  • Μηνύματα: 164
  • Age: 70
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 72
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Ιστορίες από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης στη Ν. Τρίγλια (1926)

Κουβαλώντας ξύλα, 1953, Paul Almasy

Είδα στο face book αυτή τη φωτογραφία με τα παιδάκια που κουβαλάνε ξύλα στη πλάτη τους και θυμήθηκα μια ιστορία, που διηγιέται ο θείος Θανάσης στα εγγόνια του (Θανάσης Πιστικίδης: Πες μας παππού, σελ. 31), και αφορά την μητέρα μου και τον ίδιο όταν ήτανε παιδάκια 12 και 7 χρονών αντίστοιχα.
Θα ήτανε άνοιξη του 1926 ή 1927, δύο- τρία χρόνια αφού ήρθαν σαν ανταλλάξιμοι το 1924 (http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=1291.0) και είχαν εγκατασταθεί στο αριστερό υπόγειο του Μετοχιού στο Σουφλάρι (Ν. Τρίγλια). Στο δεξιό, έμεναν ο Ηρακλής και η Θωμαή Οικονόμου.
Ο Θανάσης Πιστικίδης στο βιβλίο του «Ραφήνα: Ριζώματα, Βιώματα, Παθήματα», σελ 33, μας περιγράφει το Μετόχι της Μονής του Βατοπεδίου, ένα μεγάλο λιθόχτιστο κτίριο δύο ορόφων με υπόγειο, που είχε απαλλοτριωθεί από την Ελληνική κυβέρνηση για την εγκατάσταση των προσφύγων, ως εξής:


Το Μετόχι στο Σουφλάρι (2008).
Στο αριστερό υπόγειο έμεινε η οικογένεια της μητέρας μου, όταν πρωτοήρθαν στην Ελλάδα σαν ανταλλάξιμοι
.



«Στους δυο ορόφους του να είχε περί τα είκοσι δωμάτια και σε μερικά από αυτά είχαν εγκαταστήσει Τριγλιανές οικογένειες, που ήρθαν πριν από μας. Στον πάνω όροφο είχαν κρατήσει τρία δωμάτια, που τα χρησιμοποιούσαν για σχολείο. Εκεί ακόμη είχαν εγκαταστήσει και τον Αστυνομικό Σταθμό. Είχε μια μεγάλη αυλή με γύρω-γύρω χτισμένα δωμάτια. Παλιότερα ήσαν υποστατικά, τώρα στέγαζαν κι αυτά πρόσφυγες.
Η μια πλευρά από τον κλειστό σε τετράγωνο χτισμένο αυλόγυρο, ήταν αποθήκες κι είχε ένα φούρνο κι ένα λιοτρίβι. Μια μεγάλη πόρτα ήταν η μοναδική είσοδος στον αυλόγυρο του μετοχιού.
Το υπόγειο που εγκατασταθήκαμε, ήταν ένας χώρος 5x5 για μια οικογένεια οκτώ ατόμων. Οι τοίχοι ήταν ασοβάτιστοι, ο αερισμός και ο φωτισμός γινότανε από ένα μικρό καγκελόφρακτο παράθυρο 50x50, κοντά στην οροφή. Μόνο αυτά τα 50 εκατοστά ήταν πάνω από τη γη. Για πάτωμα είχε χώμα και υγρασία, πολύ υγρασία.»
«Η πείνα, οι αρρώστιες, τα ζωϊφια και οι στερήσεις μας βασάνιζαν. Στο πρωϊνό ξύπνημα ήταν αδύνατο να ανοίξουμε τα μάτια μας από την τσίμπλα. Η οφθαλμία (ματόπονος) μας έδενε τα ματόκλαδα με τσίμπλες και τα μάτια δεν άνοιγαν αν, η μανούλα δεν μας έβαζε επάνω κομπρέσες με ζεστό νερό για να μαλακώσουν.
Από τους ψύλλους και τους κοριούς οι λαιμοί όλων μας, μεγάλων και μικρών, ήταν κατακόκκινοι. Η νυκτερινή βοσκή τους πάνω στα κορμάκια μας και, προπάντων, στους λαιμούς μας, που ήταν φαίνεται το σημείο της προτίμησης τους, άφηνε φοβερά τα ίχνη της.
Η μεγαλύτερη μάστιγα όμως ήταν η ελονοσία. Ο μεγάλος, κατά δύο-τρία χρόνια αδελφός μου, ο Φιλήμωνας και ο πατέρας αρρώστησαν βαριά. Η πείνα και οι κακουχίες τους είχαν εξασθενίσει. Ο μικρός Φιλήμωνας, παρά της τεράστιες προσπάθειες του γιατρού Απόστολου Τσίλερ, δεν μπόρεσε να σωθεί. Τον θάψαμε στο νεκροταφείο του Αη Θανάση. Ο πατέρας έμεινε στο κρεβάτι για πολύ καιρό χωρίς να μπορεί να δουλέψει.
Αναγκαζόμαστε γι αυτό, η μεγαλύτερη αδελφή μου Γεωργία και εγώ, πιτσιρίκος τότε της πρώτης και δεύτερης δημοτικού, να πηγαίνουμε για ξύλα.
Εκεί, ψηλότερα από το χωριό, είχε γίνει μια φωτιά σ’ ένα δασάκι με θάμνους. Είχε λοιπόν εκεί κάτι θάμνους καμένους, που τους έλεγαν πυρένια και εμείς πηγαίναμε και τραβώντας ή κλωτσώντας τα καμένα πυρένια, κάναμε το μικρό μας φορτίο, το δεμάτι μας. Το φόρτωμα που κάναμε, το λέγαμε «κατσιβελίτικο», δηλαδή δέναμε το δεματάκι πάνω στο σώμα μας, περνώντας σαν γυλιό το σκοινί κάτω από τις μασχάλες. Πόσα ξυλαράκια να μπορούσε να σηκώσει η πλατούλα μας; Πάντως, κάποτε περνώντας ένα κάρο, μας έπαιρνε πάνω και μας ξεκούραζε.
Μια μέρα, θα ήταν αρχές της Άνοιξης, είχαν έρθει οι πελαργοί, αλλά ένα καθυστερημένο κρύο μας ανάγκασε να ξαναπάμε για ξύλα. Φορτωθήκαμε λοιπόν το δεματάκι μας μαζί με τη Γεωργία και επιστρέφαμε φορτωμένοι, είμασταν βρώμικοι και μουτζουρωμένοι από τις κάπνες. Εκείνη την ώρα περνούσε ο καλός θείος ο Γιώργης ο Στυλιανός, με το κάρρο του. Σταμάτησε να πάρει τα δεμάτια και εμάς, για να μας ξεκουράσει. Εκείνη την ώρα όμως πάνω από τα κεφάλια μας περνούσε ένας πελαργός. Ο θείος Γιώργης, που ήταν πολύ πειραχτήρι, μου λέει:
«Κρύψου, βρε Θανασό, γιατί θα σε πάρει μαζί με τα ξύλα σου ο λέλεκας».
Σήκωσα το κεφάλι μου, είδα τον λέλεκα να περνάει και φοβισμένα έτρεξα να κρυφτώ κάτω από μια αγριαχλαδιά, που ήταν εκεί κοντά. Ο θείος ο Γιώργης και η Γιωργία είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια.