Ο Τόπος των Προγόνων μας (Ιστορίες και καταγραφές γι αυτόν). => Η Ιστορία των Προγόνων μας. => Μήνυμα ξεκίνησε από: Βασίλης Σακελλαρίδης στις 24 Απρίλιος 2019, 12:23:15 πμ

Τίτλος: ΠΩΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΑΜΕ ΤΗΝ ΤΡΙΓΛΙΑ (ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ" ΤΟΥ Α.ΤΑΚΑ)
Αποστολή από: Μέλος Φόρουμ στις 24 Απρίλιος 2019, 12:23:15 πμ
(Παραθέτω το εξαιρετικ ά ενδιαφέρο ν απόσπασμα από το βιβλίο του Αν Τακά, "Μονόλογος").

Εμείς δε φύγαμε με το «Βιθυνία». Ο πατέρας δημογέρον τας δε μπορούσε να φύγει. Ολη η δημογερον τία ήταν στο πόδι, ανάμεσα στους παραλοϊσμ ένους από το φόβο και την απόγνωση Τριγλιανο ύς και προσπαθού σε να τους εμψυχώσει .

Όσοι είχαν μείνει, πληθυσμός και δημογερον τία, περίμεναν με αγωνία τον ερχομό ενός πλοίου, που είχε ναυλώσει ο Φίλιππος Καβουνίδη ς. Τα μάτια ολονών καρφωμένα πέρα μακριά, για να δουν τον ερχομό του πλοίου της σωτηρίας-τους. Εμείς οι μικροί δεν είχαμε καμιά αντίληψη για το πόσο επικίνδυν η, πόσο τραγική ήταν η κατάσταση . Θυμούμαι, ότι όλη κι όλη η έγνοια-μου περιορίζο νταν στον πιό σύντομο κατά το δυνατό ερχομό του· πλοίου, όχι για να μας σώσει — εμένα, τους δικούς μου, τον κόσμο — αλλά για να κάνω ένα ευχάριστο, όπως πίστευα, θαλασσινό ταξίδι. Δεν είχα καμιά αίσθηση της τραγικής πραγματικ ότητας. Κανένα προαίσθημ α για τα δεινά, για την κόλαση που ετοίμαζε η μοίρα για τη ζωή μας.
Εκεί κατά το σούρουπο φάνηκε ένα πλοίο στο θαμπό ορίζοντα. Οι καρδιές όλων σπαρτάρησ αν από χαρά. Τα μάτια μας έμεναν καρφωμένα επάνω-του και άρχισαν να βουρκώνου ν από το δάκρυ της απελπισία ς, όταν καταλάβαμ ε, ότι το πλοίο πήγαινε ανατολικό τερα, προς τα Μουδανιά. Μεγάλο πλοίο, που θα μπορούσε να μας χωρέσει όλους, όσοι είχαμε απομείνει στην παραλία της Τρίγλιας.

Σινιάλα, σφυρίγματ α, χειρονομί ες απόγνωσης έκαναν τον καπετάνιο του πλοίου αυτού να στρέψει την πλώρη-του προς εμάς, τον κόσμο των απελπισμέ νων. Ήρθε και σταμάτησε ανοιχτά,  μεγάλο καράβι, δε μπορούσε και δεν έπρεπε να έρθει πιό κοντά στα ρηχά. Υπήρχε κίνδυνος να ποδίσει. Και αν συνέβαινε ένα τέτοιο πράγμα, θα περνούσαμ ε σίγουρα όλοι από το μαχαίρι του τσέτη, που όλο πλησίαζε. . .
Μαούνες και κάθε άλλου είδους πλεούμενο είχαν έρθει αυτή τη φορά από τα γειτονικά παράλια χωριά με ανθρώπινα φορτία. Ήταν εκεί και τα Τριγλιανά πλεούμενα, που είχαν μεταφέρει, με ένα πάνε κι έλα χωρίς διακοπή, τους Τριγλιανο ύς στα απέναντι νησιά της Προποντίδ ας, πρώτο κι ενδιάμεσο σταθμό του γλυτωμού τους.

Βαρυφορτω μένες οι μαούνες κίνησαν για το σταματημέ νο πλοίο. Έφτασαν, ξεφόρτωσα ν ανθρώπους και πράγματα και στο τελευταίο τους δρομολόγι ο πήραν και  τους δημογέρον τες και τις οικογένει ές τους. Το δειλινό προχωρούσ ε προς το σπέρωμα και δε θ' αργούσε να μας τυλίξει το σκοτάδι της νύχτας και ο φόβος του χαμού. Το σταματημέ νο πλοίο έκανε συνιάλα ακούονταν και οι φωνές των ανθρώπων του, που έλεγαν να κάνουν γρήγορα οι μαούνες, πριν νυχτώσει. Έπρεπε να φτάσει το πλοίο έγκαιρα στα Μουδανιά, να πάρει και από 'κει όσους είχαν απομείνει, περιμένον τας ώρες, ώρες ατέλειωτε ς στην αγωνία τους, το τελευταίο καράβι, το καράβι του γλυτωμού τους.
Πιό βαρυφορτω μένη από όλες ήταν η δικιά μας μαούνα και, το θυμούμαι  κι αυτό καλά, η πιό  αργοκίνητ η.  0 πατέρας, οι άλλοι δημογέρον τες και πολλοί άντρες φώναζαν οργισμένο ι στον καπετάνιο της μαούνας να κάνει πιό γρήγορα. Είμασταν οι τελευταίο ι, που θα ανεβαίναμ ε στο πλοίο και φοβόμαστα ν πως δε θα μας περίμενε. Ατμόσφαιρ α πανικού απερίγραπ τη. Έτσι τη θυμούμαι. Και, χωρίς αμφιβολία, θα είχα καταλάβει ότι δεν κάναμε θαλασσινό ταξίδι αναψυχής.

Φωνές με τον τηλεβόα και σινιάλα από το πλοίο,  φωνές και φοβέρες στον καπετάνιο της μαούνας από τους οπλισμένο υς πατεράδες μας να κάνει γρήγορα. Χαλασμός, φόβος, κλάματα, κραυγές απόγνωσης από τις μανάδες-μας, προσευχές της περίσταση ς και σταυροκοπ ήματα, μιά μικρογραφ ία ομάδας ανθρώπων, που δεν έμοιαζαν να ζούνε στον κόσμο μας. Δαιμονικά, εξωγήινα πλάσματα θα τα  ονόμαζα σήμερα. Τότε — και θα πρέπει να ήταν η πρώτη φορά στην ώς τότε ζωή μου — σάλεψε, ζωντάνεψε, με συγκλόνισ ε το ένστιχτο της αυτοσυντή ρησης και ο φόβος, βαθύς, οδυνηρός, ασηκωτός, του θανάτου που πλησίαζε. . .

Ο Τούρκος καπετάνιο ς της μαούνας έκανε ο,τι έπρεπε και ό,τι μπορούσε να κάνει, για να φτάσουμε πιό γρήγορα στοπλοίο, ελπίδα και καταφυγή μας. Οι οπλισμένο ι πατεράδες μας νόμιζαν, ότι ο καπετάνιο ς δεν άφηνε τη μαούνα να πάρει τάχος, με σκοπό να μη προφτάσου με το πλοίο και να μείνουμε, μελλοθάνα τοι ναυαγοί, στη μέση της θάλασσας, μιά και η μαούνα σ' αυτό το χάλι της δε θα κατόρθωνε να φτάσει σε κανένα αντικρινό νησί. Θα γύριζε πίσω στην Τρίγλια, που θα ήταν και ο τόπος της θυσίας.

Θυμούμαι τον πατέρα, τους δημογέρον τες και άλλους προεστούς, να μιλούν άγρια και απειλητικ ά στον Τούρκο καπετάνιο, προτείνον τάς του τα πιστόλια τους. Εκείνος μόλις διακρίνον ταν μέσα στο σούρουπο, που προσπαθού σε να κάνει ό,τι του ήταν δυνατό. Κάποια στιγμή ο πατέρας ήρθε κοντά μας και εξήγησε στη μητέρα — που κοντανάσα νε από φόβο και από αγωνία, ανάμεσα στα έξη παιδιά της, το μεγαλύτερ α, η αδερφή μου εννιά χρονώ και το μικρότερο βρέφος, κολλημένο στο βυζί της — ότι ο καπετάνιο ς δεν έφταιε. Ο αέρας φυσούσε πολύ και αλλόκοτα και αν ο καπετάνιο ς σήκωνε όλα τα πανιά, για να δώσει φόρτσα στη μαούνα, υπήρχε φόβος να αναποδογυ ρίσει και να βρεθούμε όλοιμας στη θάλασσα. Τελικά ο Τούρκος καπετάνιο ς ριψοκινδύ νεψε. Σήκωσε και άλλο ένα ενάμισο πανί και η μαούνα ύστερα από μιά απότομη στροφή και ένα μισομπατά ρισμα στη μιά πλευρά της, που έκαναν μικρούς και μεγάλους να δούμε το χάρο με τα μάτια μας, πλεύρισε στο πλοίο. Ήταν ένα ωραίο καράβι, το ΕΣΠΕΡΙΑ. Ιδιοχτησί α του Καβουνίδη ή όχι; Δε ξαίρω. Ένα  ξαίρω — το έλεγαν όλοι, ευλογώντα ς τον  άνθρωπο — ήταν σταλμένο από εκείνον.
Οι μεγάλοι ανέβαζαν ξεθεωμένο ι τα πράγματα στο πλοίο και εμείς, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμέν οι κι ανήμποροι, ανεβαίναμ ε ένας ένας από την ανεμόσκαλ α. Το πλοίο έκανε σωστά το δρομολόγι ό του. Πήρε και από τα Μουδανιά όλους, όσους το περίμεναν για το γλυτωμό τους και έβαλε πλώρη για τη Ραιδεστό. Αυτή ήταν μιά περιπέτει α, η πρώτη από όσες χειρότερε ς μας περίμεναν στην πατρίδα, την Παλιά Ελλάδα — την παλιά την αγελάδα, όπως εξακολουθ ούσα να την ονομάζω μέσα μου. Το καράβι, φορτωμένο μιά ανείπωτη ανθρώπινη δυστυχία και μιά άδικη θεϊκή κατάρα, αρμένιζε μέσα στη νύχτα, στην Προποντίδ α, πού τη διασχίζαμ ε για τελευταία φορά, αφήνοντας πίσω μας τα χώματα, όπου γεννήθηκα ν και πέθαναν οι παπούδες και οι γιαγιές μας, όπου γεννηθήκα με και φέραμε στους γονείς μας τους μεγάλους, κουραστικ ούς και γλυκούς σκοπούς της ζωής τους. Τα αφήναμε πίσω μας για πάντα. Το βιβλίο της μέχρι τώρα σύντομης ζωής μου άλλαξε μόνο του το φύλλο, χωρίς να απλώσω το χέρι μου εγώ, και είχα ξαφνικά μπροστά-μου τη δεύτερη σελίδα του. Ω! τι ωραία που ή ταν η σκεπασμέν η πια πρώτη σελίδα! Κορίτσια, και αγόρια με ξανθές πλεξούδες και γαλανά, καστανά, μαύρα και πράσινα μάτια με αετίσια βλέμματα και με πρόσωπα, που έλαμπαν από τη χαρά της ζωής και από τη ριζοθεμέλ ιωτη ελπίδα της μελλοντικ ής τους ευτυχίας. Έφηβοι νέοι και νέες, κάνοντας βόλτες — πάνω κάτω — στην πλατεία της Βαϊνούς, φλυαρούσα ν μόνο με τα μάτια-τους, τα πολύ εύγλωττα, ασταμάτητ α και δειλά για τα σκιρτήματ α της καρδιάς τους. Γέροι ρουφούσαν μακάριοι το ναργηλέ-τους και γιαγιάδες λέγανε στα εγγόνια τους ελκυστικά παραμύθια, που τα έκαναν να ανοίγουν νααα! τις παιδικές ματάρες τους. Και οι γονείς έβλεπαν το μέλλον-τους και το μέλλον των παιδιών-τους γελαστό και αισιόδοξο . ..

Και τώρα, ξαφνικά, απρόσμενα, αναπάντεχ α — θέλει να δώσω το πρεπούμεν ο μέγεθος στο μεγάλο κακό αυτή η ταυτολογί α — να η άλλη, η δεύτερη σελίδα. Την έχω μπροστά μου και η θέα-της με τρομάζει. Στον ουρανό μαύρα, κατάμαυρα σύννεφα, όλο φοβέρα. Στη θάλασσα πελώρια κύματα, πού έφερναν τρόμο. Το φεγγάρι, χαμένο, χαμένος ο ήλιος και τα άστρα χαμένα κι αυτά. Ενας ζόφος, μιά ερημιά, ένα τίποτα. Και στο βάθος αυτής της εικόνας φαίνονταν καθαρά η Κόλαση.
Το ΕΣΠΕΡΙΑ μας έβγαλε τα ξημερώματ α στο λιμάνι της Ραιδεστού .

Λίγο μείναμε στην παράλια αυτή θρακική πόλη, την ελληνικότ ατη, που κι αυτήν η πρόστυχη διπλωματί α της Δύσης την τούρκεψε. Το καράβι του Καβουνίδη, που μας πήρε από το λιμάνι της, -η «Βιθυνία» με επισκευασ μένα το καζάνι-της ή κανένα άλλο του σωτήρα μας αυτό δεν το θυμούμαι — ήρθε και μας πέταξε στην παραλία, στο Quai (Και) όπως το λέγανε όλοι τότε και το λέγαμε κι εμείς, της Θεσσαλονί κης.  Ήταν αρχές Σεπτεμβρί ου και βρεθήκαμε, μπουλούκι ανθρώπινη ς δυστυχίας, κακομοιρι άς και απόγνωσης, πάνω στην κρύα πέτρα, αφημένοι στην τύχη μας. Το ότι σωθήκαμε από το μαχαίρι του τσέτη, το ότι είχαμε τα κεφάλια μας στους ώμους μας και …

(η συνέχεια στο βιβλίο)