Αποστολέας Θέμα: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ (ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ)  (Αναγνώστηκε 1056 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 48
  • -Λάβατε: 91
  • Μηνύματα: 318
  • Τόπος: Θεσσαλονίκη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 93
  • Φύλο: Άντρας
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ (ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ)
« στις: 25 Δεκέμβριος 2013, 10:52:29 πμ »
  • Publish
  • Φώτης Κόντογλου - Χριστούγε ννα στὴ σπηλιά

    Χριστούγεννα παραμονές . Χριστούγε ννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε
    μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνι ασμένοι παρὰ
    φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρ α ἤτανε
    θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿
    ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψ ε καὶ φυσοῦσε μία
    τραμουντά να ποὺ ἀρμενιζότ ανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ
    κατσούφια σε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος
    σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστ ὸ χιονόνερο .
    Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκόταν ε ἕνα μαντρὶ μὲ
    γιδοπρόδα τα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ
    πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπριν α,
    σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκι νες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ
    μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμ ένο μὲ ξεροτρόχα λο [=ξερολιθιά].
    Οἱ τσομπάνηδ ες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκόταν ε
    παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ
    νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς
    τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζαν ε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες,
    ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόνταν ε ἐδῶ
    κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε
    σκουπισμέ νο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδ ες ἤτανε μερακλῆδε ς,
    καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζαν ε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες
    κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές .
    Ἀρχιτσέλι γκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκο ς, ἕνας ἄνθρωπος
    μισάγριος, γεννημένο ς ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε
    μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ
    σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι
    στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ
    κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿
    οἱ μαρχαμάδε ς [= τὰ κρόσια] κρεμόνταν ε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος
    ἄνθρωπος!
    Εἶχε δυὸ παραγυιού ς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ
    παλληκαρό πουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς
    βοηθούσαν ε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό.
    Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό.
    Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.
    Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμέν η κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω
    ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα
    εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς
    τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες
    τοῦ βράχου, καὶ κρεμόνταν ε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια
    καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε
    οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.
    Ἡ ἀκροθαλασ σιὰ βρισκόταν ε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ
    μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγόταν ε ἐκεῖ πέρα παρὰ
    μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητ ὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ
    ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν
    ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ
    πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ
    τῆς Μυτιλήνης .
    Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγε ννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι
    ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο . Οἱ τσομπάνηδ ες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ
    σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιά ζανε. Τὰ παιδιὰ
    εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω
    σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι
    καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε
    λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς
    Κυριακάδε ς κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ
    τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετρ οῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ
    δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.
    Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές .
    Καταλάβαν ε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε
    πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει
    τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή.
    Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκα νε ὄξω
    ἀπὸ τὴ μάντρα.
    Σὲ λίγο φανερωθήκ ανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ
    τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδ ες νὰ μαζέψουνε τὰ
    σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς
    ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ
    τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ
    σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα
    μαντρόσκυ λα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνα νε οἱ
    κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκο ς μὲ τοὺς ἄλλους καὶ
    πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.
    «Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσ ας,
    ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκ ια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.
    Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.
    «Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκ ανε ὁ Μπαρμπάκο ς κ᾿ ἡ συντροφιά του.
    «Καλῶς ὁρίσατε!»
    Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.
    «Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦ λες!» εἶπε ὁ
    μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντα ς τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.
    Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε
    κονιάκι. Κεραστήκα νε.
    «Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε,
    χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγε ννα στὸ σπήλαιο ποὺ
    ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ
    κυνηγήσου με λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκα με
    στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι.
    Βλέποντας πὼς φουρτούνι ασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ
    μπορέσουμ ε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκ α τοῦ
    μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ
    μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ
    ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας... Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο,
    ἀσλάνι καὶ καπλάνι!
    Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό
    ῾κανε!»
    Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζ ε τὸ σκυλὶ κ᾿
    ἔτρεμε σὰν θερμιασμέ νο.
    «Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»
    Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.
    Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ
    μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:
    Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
    Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.
    Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».
    Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουν ε. Στείλανε
    τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιά σει κ᾿ ἔρριχνε
    παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
    Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω
    τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόνταν ε πὼς ἤτανε
    θαλασσινο ί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμέν οι ἀπ᾿
    τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσ ανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.
    Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιο ς, τὸν γνώρισε ὁ
    Μπαρμπάκο ς κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-
    Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆ ς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι
    ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν
    Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίησ η νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι
    δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδε ς κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.
    Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερου ς, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια,
    ὀμορφάνθρ ωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός,
    καλογερόπ απας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ
    πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο
    Σγουρή.
    Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι
    τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος
    γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγε ννα στὴν πατρίδα του. Ὁ
    πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ
    Παντοκράτ ορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.
    Ταξιδέψαν ε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρα νε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ
    ἀγέρας μπουρίνια σε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζαν ε μὲ μουδαρισμ ένα
    πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω
    ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιο ς δὲν μπόρεσε νά
    ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγε ννα στὴν πατρίδα.
    Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισ ε στ᾿
    ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿
    ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες
    καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι
    [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ
    τὸν μοῦτσο.
    Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκόταν ε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν
    κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.
    «Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι,
    κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντ ες ὑπὸ
    ἀστέρος ἐδιδάσκον το...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ
    βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια,
    βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδ ες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!
    «Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσ μένος
    καὶ ψευδίζοντ ας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε
    καλοφαγᾶς .
    Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿
    εἶπε σιγανὰ χαμογελών τας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:
    «Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ
    τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.
    Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές,
    τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:
    «Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέρα ν καὶ ἐνδοξοτέρ αν τῶν ἄνω
    στρατευμά των.
    Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον . Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον,
    θρόνον χερουβικὸ ν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ
    ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντ ες
    μεγαλύνομ εν».
    Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ
    χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ
    τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολη μένα τ᾿ ἀρνιά,
    τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα
    πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ
    φέρανε οἱ θαλασσινο ί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο .
    Ὄξω φυσομανοῦ σε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσαν ε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ
    θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντα νε καὶ τὰ
    κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζα νε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ
    ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγι ὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ
    μὲ τὶς χαρούμενε ς φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου
    λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ
    τὴ συνοδεία.
    Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα
    ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ
    Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσα νε
    «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».