Αποστολέας Θέμα: Θ. Πιστικίδης: 1924, Ήρθαμε στην Ελλάδα σαν ανταλλάξιμοι  (Αναγνώστηκε 1041 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 0
  • -Λάβατε: 72
  • Μηνύματα: 215
  • Age: 71
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 82
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Θ. Πιστικίδης: 1924, Ήρθαμε στην Ελλάδα σαν ανταλλάξιμοι.

Από το βιβλίο: Θ. Πιστικίδης «Ριζώματα, βιώματα, παθήματα, Αληθινές ιστορίες, Ραφήνα 1985, σελ. 14-38


1924 Αρχές του Σεπτέμβρη, στην πανέμορφη κι ατελείωτη παραλία του Αγίου Στεφάνου της Κωνσταντινούπολης, διακόσιες περίπου Ελληνικές προσφυγικές οικογένειες ανταλλαξίμων ξενύχτησαν, για δεύτερο βράδυ, περιμένοντας κάποιο Ελληνικό πλοίο να ‘ρθει να τους παραλάβει, και να τους μεταφέρει στην Ελλάδα, σ’ εφαρμογή της Συνθήκης των Μουδανιών και της Λωζάνης.
Έχουν ειδοποιηθεί από τις Τούρκικες Αρχές, πως αν δεν δεχθούν την Τούρκικη υπηκοότητα θα πρέπει να φύγουν, για ν’ ανταλλαγούν με τους Τούρκους, που θα έρθουν από την Ελλάδα, αλλιώς δεν μπορούν να παραμείνουν και δεν θα έχουν ούτε δικαίωμα εργασίας.
Οι διακόσιες αυτές, οικογένειες, είναι από διάφορα χωριά και κωμοπόλεις της Μικρασίας, και της Θράκης ακόμα. Ανάμεσα τους 15-20 Τριγλιανές οικογένειες και μαζί μ’ αυτές και η δική μας. Αυτή τη φορά όμως συμπληρωμένη. Η γιαγιά Μαγδαληνή, ο πατέρας, η μητέρα, η ενδεκάχρονη Γεωργία, ο εννιάχρονος Φιλήμων, εγώ έξι ετών, η τρίχρονη Θεοχαρούλα και το στερνοπούλι μας, το βυζανιάρικο μας, ο Απόστολος, καρπός της Πόλης αυτός, αχρόνιαστος ακόμη.
Στα δυο βράδια της διανυκτέρευσης στην αμμουδιά του Αγίου Στεφάνου από καμιά συντροφιά χωριανών, συγγενών και φίλων, δεν έλειψε το ουζάκι, ο μεζές, το κέφι και το ψιλοτράγουδο. Ακόμη λες και βρίσκονταν, όπως παλαιότερα, εκεί, που πήγαιναν για εξοχή, λες και δεν πίστευαν πως φεύγουν οριστικά, πως εκπατρίζονταν.
Το πλοίο ήρθε τη νύκτα. Είναι ένα φρεσκοβαμμένο μαύρο φορτηγό, το «ΕΛΛΗ». Ξημέρωσε, ξεκινούν 3-4 βάρκες κι έρχονται στην παραλία. Όλος ο κόσμος στο πόδι. Ξαναδένονται βιαστικά στους μεγάλους μπόγους (ντέκια) οι κουβέρτες και ότι άλλο είχε στρωθεί για τις δυο διανυκτερεύσεις στην άμμο κι όλοι είναι έτοιμοι για την αναχώρηση. Η ώρα του αποχωρισμού έφτασε, τα μάτια αρχίζουν να βουρκώνουν.
Αρχίζει η επιβίβαση στις βάρκες με κάποια οπωσδήποτε τάξη, που την επιβλέπει μια επιτροπή, η οποία ήρθε χαράματα στον Άγιο Στέφανο κι αποτελείται από Έλληνες, Τούρκους και ξένους. Στα χέρια τους κρατούν κάτι μεγάλους φακέλους και κάτι σημειώνουν. Ασφαλώς μας μετρούν.
Οι βάρκες πηγαινοέρχονται συνέχεια από την παραλία στο πλοίο. Πατούμε το κατάστρωμα του φορτηγού, αφήνουμε τα χοντρά (ντέκια) στο κατάστρωμα και μας κατεβάζουν στο αμπάρι πάνω στη κρύα λαμαρίνα. Μας στοιβάζουν κατά το γνωστό στρατιωτικό σύστημα, «ίπποι οκτώ, άνδρες εξήντα». Μαζί μας στο αμπάρι παίρνουμε μόνο μικροπράγματα και τα τρόφιμα. Μας έχουν πει να έχουμε μαζί μας τεσσάρων ημερών τρόφιμα κι όσο ρουχισμό είχαμε αδιακρίτως, κανένα όμως έπιπλο. Έτσι, ξαναφήσαμε στη Πόλη, δωρίζοντας ότι μικροέπιπλα είχαμε δημιουργήσει για το νοικοκυριό μας για άλλη μια φορά. Κατεβαίνοντας στ’ αμπάρι ο καθένας φροντίζει να κρατήσει χώρο για δική του συντροφιά, για δική του παρέα από χωριανούς, φίλους και συγγενείς.

Η επιβίβαση συμπληρώνεται τις μεσημεριανές ώρες. Το καρβουνοκίνητο φορτηγό τρίζει, ανεβάζει ατμό, ετοιμάζεται γι’ αναχώρηση. Όλοι εγκαταλείπουν το αμπάρι και ανεβαίνουν στο κατάστρωμα. Θέλουν να δουν την Πόλη, ποιος ξέρει, ίσως και για τελευταία φορά. Από την παραλία καμιά εικοσαριά άνθρωποι, συγγενείς και φίλοι, κουνούν μαντίλια. Μαντίλια και χέρια κινούνται ασταμάτητα και προς λίγους συγγενείς Κι φίλους της παραλίας, αλλά προ πάντων να χαιρετήσουν την Πόλη. Αντίο Πόλη! Αντίο Πατρίδα!
Ξεκινάμε, φεύγουμε γλιστρώντας πάνω στα νερά της Προποντίδας. Όσο προχωρούμε το πανόραμα της Πόλης γίνεται ομορφότερο, τα δακρυσμένα μάτια την αγκαλιάζουν τώρα ολόκληρη. Από τα’ αριστερό κατάστρωμα μια μεγάλη ομάδα Τριγλιανών δείχνει στο βάθος τα βουνά. Να, να , εκεί κάτω πρέπει να είναι η Τρίγλια. Και οι άλλοι Θρακιώτες από το δεξιό κατάστρωμα: να εκεί είναι η Σηλυβρία εκεί η Ραιδεστός. Λίγο πριν γύρει, πριν πέσει ο ήλιος, μπαίνουμε στα Δαρδανέλια. Εδώ είναι πολύ κοντά πια οι στεριές. Όλα φαίνονται πολύ καθαρά. Ακόμα και από τα δικά μου, τα παιδικά τότε μάτια, δεν έχει σβήσει, ούτε θα χαθεί ποτέ αυτή η πανέμορφη οπτασία.
Η σχετική ψύχρα της νύκτας υποχρέωσε όλους, μικρούς και μεγάλους, να κατέβουν στ’ αμπάρι. Στο λιγοστό φως του αμπαριού, άλλοι λαγοκοιμούνται, άλλοι κολατσίζουν κι άλλοι κουβεντιάζουν. Μια συντροφιά όμως Τριγλιανών νέων παλικαριών, παρόλη την τρομερή κούραση της ημέρας, βρήκε το κέφι και τη διάθεση ν’ αρχίσει να παίζει τη λατέρνα, που και από εδώ δεν έλειψε και που με χίλιες δυσκολίες, παρά τις αντιρρήσεις την πέρασαν μέσα στο βαπόρι. Είναι η λατέρνα του Δημήτρη του Ιμπριλή, που τις πρώτες 2-3 μέρες του ταξιδιού δεν σταμάτησε να παίζει και η παρέα του Ιμπριλή να χορεύει. Η παρέα αυτή ήταν ο Κρυστάλλης Μακρόπουλος, ο Αντώνης Νταουβαρτζάκης, ο Σταύρος της μαμής, ο Χρήστος ο Κιώτης και μερικοί ακόμη και από τις Τριγλιανές οικογένειες ας τις απαριθμήσουμε όσο κρατά η μνήμη.
Εκτός από τη δική μας επταμελή οικογένεια ήσαν η οικογένεια του Δημήτρη και της Αναστασίας Καρπούζογλη με τις πέντε κόρες τους: την Ξανθή, την Ανθή, την Ευδοξία, την Μερόπη και την Ελισάβετ, που ανάλαβαν και συνόδευαν και πέντε ορφανά που μας έφερε και μας τα παρέδωσε το Ορφανοτροφείο της Χάλκης. Ήσαν η Αθανασία, ο Κοσμάς και η Ζωγραφιά Πιστικού και δυο ακόμη της οικογένειας Ψαψακούρη, για να τα παραδώσουν εδώ στην Ελλάδα σε συγγενείς τους. Ήταν ακόμη οι Τριγλιανές οικογένειες του Γιώργη Πετράκογλη (Κιλά) με δυο παιδιά: το Σωκράτη και την Αγλαΐα. Η οικογένεια Οικονόμου, δύο οικογένειες του Πέτρου και του Βασίλη Νιστάζου, η οικογένεια Καλοπαναγιώτη, η οικογένεια της Κλεονίκης Πετράκογλου, του Αντώνη Ντουβαρτζάκη και μερικές ακόμη.
Οι δυο πρώτες μέρες του ταξιδιού πέρασαν αρκετά καλά. Η πρώτη με τα αγναντέματα και τις νοσταλγίες κι η δεύτερη πάλι αρκετά καλά με τη λατέρνα και τους χορούς στο αμπάρι.

Το φορτηγό δεν ήρθε κατ’ ευθείαν Πειραιά, όπως μας είχαν πει. Ίσως καθ’ οδόν (εν πλω) να πήρε σήμα να περάσουμε να πάρουμε κι άλλες προσφυγικές οικογένειες κι από τη Μυτιλήνη. Εκεί πρέπει να μείναμε δύο μέρες, περίπου, γιατί οι οικογένειες που θα παίρναμε, δεν ήσαν συγκεντρωμένες, όπως εμείς στον Άγιο Στέφανο. Έρχονταν λίγοι-λίγοι στο πλοίο και τους κατέβαζαν στο δεύτερο αμπάρι.
Το βαπόρι ήταν αρκετά μεγάλο. Αυτοί όμως είχαν φοβερά χάλια κι ήσαν σε τρομερή κατάσταση. Δυο χρόνια στη Μυτιλήνη δεν τους είχε προσφερθεί καμιά βοήθεια, εκτός από λίγο πανάθλιο συσσίτιο. Από στέγη τίποτε, μερικοί φιλοξενημένοι από ανθρωπιστικές Μυτιληνιές οικογένειες και οι περισσότεροι στεγασμένοι όπως-όπως, τσαντίρια, αχούρια, και τα τοιαύτα ενώ από δουλειά και μεροκάματο δραματική κατάσταση.
Επιβιβάστηκαν στο φορτηγό σ’ άθλια κατάσταση και με το κατέβασμα τους στο δεύτερο αμπάρι η κατάσταση τους έγινε ακόμη αθλιότερη. Δυο μέρες μείναμε στη Μυτιλήνη για να μαζευτούν οι πεντακόσιοι αυτοί δυστυχισμένοι άνθρωποι και να φορτωθούν στο φορτηγό. Σ’ αυτές τις δυο μέρες εμείς βγήκαμε έξω στην πόλη και ξαναεφοδιαστήκαμε με τρόφιμα, εφοδιάστηκε και το πλοίο τα δικά του τρόφιμα και νερό και ξεκινάμε για Πειραιά.
Μεσοπέλαγα, μια κοπέλα που την ανέβασαν στο πλοίο άρρωστη από τη Μυτιλήνη και που ψηνόταν στο πυρετό, άφησε την τελευταία της πνοή μεσοπέλαγα, την έδεσαν σε μια σανίδα και μ’ ένα βαρίδι στα πόδια τη φουντάρανε στη θάλασσα για να γίνει ο υγρός τάφος της. Το πλοίο προχωρεί αργά, το επόμενο πρωί έχουμε κι άλλον νεκρό, ένα δυστυχισμένο γέροντα, κι αυτός από τους πρόσφυγες της Μυτιλήνης. Το πλοίο μας φαινόταν πια σαν πλεούμενο φέρετρο που ταξίδευε, το χαμόγελο είχε χαθεί.

Φτάσαμε στον Πειραιά την άλλη μέρα το απόγευμα αλλά το φορτηγό δεν μπήκε στο λιμάνι. Ο κυβερνήτης είχε αναφέρει τα περί θανάτων και αρρώστων και δεν μας επιτρέπουν να μπούμε στο λιμάνι. Σε λίγο πριν νυχτώσει, στο κατάρτι ανεβαίνει η κίτρινη σημαία της καραντίνας. Είμαστε «χολεριασμένοι» τελούμε υπό απαγόρευση, είμαστε ανεπιθύμητοι. Δυο μέρες αναμονή έξω από το λιμάνι χωρίς επίσκεψη γιατρών ή οποιαδήποτε άλλου αρμόδιου. Παίρνουμε εντολή μετά δυο μέρες να πάμε στο Κερατσίνι γι’ απολύμανση, Αλλά άλλες δυο και τρεις μέρες ακόμη στο Κερατσίνι χωρίς καμιά μέριμνα, χωρίς κανένα ενδιαφέρον.
Εκεί στο Κερατσίνι πεθαίνει κι άλλος ένας γεροντάκος. Αυτόν δεν τον φουντάρισαν στη θάλασσα, μια «λάντζα» του λιμανιού τον παραλαμβάνει για νεκροψία κι ούτε που μαθεύτηκε ποτέ γι’ αυτόν τίποτε. Μόνο την άλλη μέρα διατάσσουν το πλοίο να πάει στην Ψυτάλλεια και εκεί θα γίνει η λοιμοκάθαρση, η απολύμανση.
Στο μεταξύ πάνω στο φορτηγό η κατάσταση έχει γίνει αφόρητη. Ακόμα και το νερό είναι προβληματικό. Κι όχι απλώς προβληματικό, αλλά πανάθλιο. Δεν μας επαρκεί για τις στοιχειωδέστερες ανάγκες. Πάνω στο πλοίο υπάρχουν αρκετά μωρά και μικρά παιδιά που έχουν ανάγκη από πλύσιμο στα ρουχαλάκια τους τουλάχιστον, από την γνωστή αιτία. Για μπάνιο στα μωρά δεν γίνεται λόγος, έχουμε δέκα μέρες περίπου ταξίδι και το κορμάκι τους δεν είδε νερό, δεν είδε σαπούνι. Άρχισαν να δημιουργούν σπυράκια, εξανθήματα κι άρχισε να εμφανίζεται και ψείρα.
Το δράμα που εξελίσσεται στα κοινόχρηστα αφοδευτήρια, είναι από τραγικό μέχρι κωμικό. Ουρές η αναμονή, κτυπήματα στις πόρτες από τους ανυπόμονους. Όλοι εξαιτίας της κακής διατροφής τους, βιάζονται, το νερό για τον καθαρισμό τους είναι πολύ λίγο, η δυσοσμία μέσα στο φορτηγό γίνεται αποπνικτική, παρόλο που ο καιρός βοηθάει κι οι μπουκαπόρτες των αμπαριών μένουν ανοικτές.

Το πλήρωμα του φορτηγού αρχίζει να δυσανασχετεί μαζί μας και μας φέρεται άπρεπα. Πολλοί από το πλήρωμα έχουν τις οικογένειές τους στον Πειραιά, αλλά κοντά σε μας είναι και αυτοί σε καραντίνα και δεν μπορούν να βγουν έξω. Μόνο ο καπετάνιος βγαίνει έξω και κινείται μεταξύ Λιμεναρχείου και τις είδε που αλλού στην προσπάθεια του κι αυτός ν’ απαλλαγεί από μας, από το δυσάρεστο αυτό φορτίου του.
Τα τρόφιμα τελείωσαν. Μας μοιράζουν μουχλιασμένη γαλέτα και τελεμέ. Αυτές τις τραγικές για μας ώρες, τις επωφελούνται μερικοί άπληστοι απ’ έξω και δημιουργούν το εκμεταλλευτικό τους παρεμπόριο. Έρχονται με βάρκες κάτω από το πλοίο να μας πουλήσουν τρόφιμα μπακαλικής και μαναβικής. Φέρνουν γύρα το φορτηγό, διαλαλούν το εμπόρευμα τους σαν τους μανάβηδες της γειτονιάς. Δεν επιτρεπόταν όμως να έρθουν σ’ επαφή μαζί μας, γιατί ήμασταν σε καραντίνα κι η ανταλλαγή γινόταν από το κατάστρωμα, κατεβάζοντας μ’ ένα σκοινί ένα καλάθι ή μια τσάντα με τα χρήματα μέσα και, φωνάζοντας από ψηλά δινόταν η παραγγελία. Από ζύγια και τιμές, ο θεός και η ψυχή τους. Δώδεκα μέρες περίπου, κράτησε το μαρτύριο μεταξύ λιμανιού Κερατσινίου και Ψυτάλλειας.
Και ξαφνικά καινούργιο μαντάτο! Θα φύγουμε για την Θεσσαλονίκη! Εδώ δεν μας προφταίνουν για λοιμοκάθαρση, εκεί θα μας απολυμάνουν και θα μας αποβιβάσουν! Φωνές, αγωνίες, κλάματα, οι γυναίκες σταυροκοπιούνται σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό. « Θεέ μου, πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο, πότε θα πατήσουμε στη γη;». Ξεκινάμε για Θεσσαλονίκη ύστερα από 13-14 ημερών μαρτυρικό ταξίδι. Άλλες τέσσερεις μέρες στο πέλαγος μας εξουθένωσαν, μας εξάντλησαν. Ελάχιστοι είναι οι όρθιοι στο πλοίο, οι περισσότεροι καίγονται στον πυρετό.
Επιτέλους! Την τέταρτη μέρα βράδυ ήρθε η εντολή ότι αύριο βγαίνουμε από το πλοίο. Θα τελειώσει το μαρτύριο της δίψας, της μπόχας και της απλυσιάς. Σ’ αυτές τις 20 περίπου μέρες είχαμε γεμίσει όλοι ψείρες. Νομίζαμε ότι μόλις βγαίναμε θα μας περίμεναν τα καλοσυγυρισμένα σπίτια, το μπάνιο, τα καθαρά ρούχα, το καθαρό φαγητό! Που να ξέραμε … εμείς της γης οι κολασμένοι….

Πραγματικά, την άλλη μέρα άρχισε το ξεφόρτωμα μας. Όσοι μεγάλοι θυμούνται την Καλαμαριά του 1924, τους όγκους της ψιλής άμμου, μια σκέτη Σαχάρα, μπορούν να φανταστούν που μας ξεφόρτωσαν οι μεγάλες βάρκες, που έρχονταν και μας παραλάμβαναν από το πλοίο. Εκεί μας ξεφόρτωναν όπως-όπως και κουρνιάζαμε στην κόχη κάποιου αμμόλοφου. Ξέπνοοι, δυστυχισμένοι, άδεια σώματα, σκιές. Εμείς που βγήκαμε από τους πρώτους, χωθήκαμε σαν τα ποντίκια μέσα σε μια ξεχαρβαλωμένη παλιά βάρκα, που κείτονταν στην αμμουδιά.
Παράλληλα, μας περίμεναν εκεί στην άμμο δυο-τρία μεγάλα φορτηγά αυτοκίνητα, που φόρτωναν κι αυτά από μας και μας πήγαιναν για λοιμοκάθαρση, γι’ απολύμανση. Για την ψώρα και τη ψείρα και τις άλλες πληγές του Ιώβ που κουβαλούσαμε πάνω μας. Βγαίνοντας από το λοιμοκαθαρτήριο μας έδιναν μέσα από μεγάλα κασόνια ρούχα να φορέσουμε, βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού, κι ένα σακούλι με τρόφιμα και πάλι στον άμμο της Καλαμαριάς με τα ίδια αυτοκίνητα που ξαναφόρτωναν το ίδιο ανθρώπινο φορτίο για τον ίδιο προορισμό, στο λοιμοκαθαρτήριο.

Η άφιξη του πλοίου με καινούργιο φορτίο προσφύγων, είχε γίνει γνωστή στους πρώτους πρόσφυγες, που είχαν πάει στη Θες/νίκη, γι’ αυτό έξω από το νοσοκομείο που γινόταν η απολύμανση, είχαν μαζευτεί πολλοί και ζητούσαν συγγενείς τους και πολλοί τους βρήκαν. Έτσι, σε 3-4 μέρες που κράτησε η απολύμανση, αυτοί που επέστρεψαν στη Καλαμαριά ήμασταν οι μισοί απ’ όσους ήρθαμε με το πλοίο. Μερικούς τους πήγαν σε μερικές τεράστιες παράγκες που μοιάζανε με ΤΟΛ και 5-6 μέρες αργότερα φέρανε αντίσκηνα κι έτσι βολευτήκαμε κάπως.
Το αξεπέραστο όμως δράμα ήταν το δράμα του νερού και της τουαλέτας. Το νερό είναι πολύ μακριά. Χρειάζεται μια ώρα να πας και να ’ρθεις. Μετά από 2-3 μέρες εμφανίστηκαν ένας-δυο νερουλάδες, που μ’ ένα βυτίο πάνω στο κάρο μας πουλούσαν νερό μια δραχμή τη στάμνα ή τον τενεκέ. Από την έλλειψη νερού, την κακή διατροφή και τα παιχνίδια στην άμμο, όλα τα παιδιά και πολλοί μεγάλοι πάθαμε οφθαλμία, ματόπονο τον λέγαμε και τραχώματα.

Σιγά-σιγά ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει στη Θες/νικη για να βρει δουλειά και να πάρουν πληροφορίες σχετικά με το που θα εγκατασταθούμε. Συνάντησαν και άλλους Τριγλιανούς και πήραν πληροφορίες, έμαθαν περί Ραφήνας και για το Σουφλάρι (Ν. Τρίγλια) κι άρχισαν να τρέχουν προς τις δυο κατευθύνσεις να κάνουν την εκλογή τους για το που θα εγκαταστήσουν τις οικογένειες τους. Παράλληλα, έτρεχαν και προς τις «Επιτροπές Αποκατάστασης», που είχαν δημιουργηθεί και των οποίων όλων αυτών πρόεδρος ήταν ο Τριγλιανός δεσπότης Διόδωρος Κάρατσης, μητροπολίτης τότε Καμπανίας. Αυτού όμως η προτίμηση ήταν τότε μόνο το Σουφλάρι και προς τα κει κατεύθυνε τον κόσμο.
Στο μεταξύ, ο άμμος της Καλαμαριάς σιγά-σιγά άδειαζε από τις προσφυγικές οικογένειες, τα τσαντίρια λιγόστευαν, όλοι έδιναν κάποια λύση στο πρόβλημα τους. Και μερικοί Τριγλιανοί ακόμη, είχαν φύγει προς τη Θες/νίκη μέσα, προς Τούμπα, Ντεπό και αλλού. Ο πατέρας είχε πάει και είδε το Σουφλάρι. Ο τόπος δεν του άρεσε, γιατί δεν ήταν και ποτέ αγρότης, αλλά εκεί βρήκε όλους τους συγγενείς μας κι έκαμε τη σκέψη να πάμε και εμείς εκεί κι ο Θεός βοηθός.
Σε δυο-τρεις μέρες, φορτηγά μας μετέφεραν στο Σουφλάρι. Η δίμηνη περίπου περιπέτεια, από την επιβίβαση στο φορτηγό «ΕΛΛΗ», το περιπετειώδες ταξίδι και το μαρτύριο σης άμμου της Καλαμαριά, τέλειωνε εδώ.

Στο Σουφλάρι εγκατέστησαν τη δική μας οικογένεια, και τα δυο αδέλφια τον Ηρακλή και τη Θωμαή Οικονόμου, στα δυο υπόγεια δωμάτια του μετοχιού του Μοναστηριού, που σώζεται ακόμη. Εμείς είχαμε το αριστερό, όπως μπαίναμε και οι Οικονόμου το δεξιό. Οι τοίχοι ασοβάντιστοι, ο αερισμός κι ο φωτισμός γίνονταν από ένα καγκελόφραχτο παράθυρο 50x50, κάτω χώμα και υγρασία, πολλή υγρασία. Ο χώρος είχε διαστάσεις 5x5 για μια οικογένεια οκτώ ατόμων.
Ένα πραγματικό κάτεργο, ένα κελί θανάτου. Μόνο το ύψος του παραθύρου, τα πενήντα εκατοστά, εξείχε από τη γη.


Το Μετόχι το 2008. Αριστερά, το παράθυρο του υπογείου που έμειναν.

Ο καημένος ο πατέρας υπέφερε περισσότερο από όλους από την ελονοσία. Η πιο ανθεκτική, για καλή μας τύχη ήταν η μητέρα. Πολλές φορές ήμασταν όλοι κρεβατωμένοι με πυρετό, πέντε παιδιά, η γιαγιά κι ο πατέρας και κείνη να τριγυρίζει ανάμεσα μας, να μας παρηγορεί και να μας περιποιείται. Την παραμονή στο υπόγειο αυτό το πληρώσαμε με το χαμό, με το θάνατο του μεγάλου αδελφού μου Φιλήμονα, 11 χρονών τότε.


Υ.Γ. Η συνέχεια των περιπετειών της οικογένειας μας στη Β. Ελλάδα συνεχίστηκαν για καμιά δεκαριά χρόνια, ώσπου να έρθουν το 1934 στη Ραφήνα και να στεριώσουν. Μια περιγραφή θα βρείτε εδώ:
http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=937.0