Αποστολέας Θέμα: ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ Α. ΓΑΝΙΑΡΗ ΓΙΑ ΔΥΟ ΠΑΛΙΟΥΣ ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΡΑΦΗΝΑΣ  (Αναγνώστηκε 1246 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 64
  • -Λάβατε: 39
  • Μηνύματα: 646
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 51
  • Φύλο: Άντρας
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΓΑΝΙΑΡΗ

Ο Ανδρέας Γανιάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Γονείς του ήταν ο Χρυσόστομος Γανιάρης, γνωστός Χιώτης εκδότης και η Ευφημία Γανιάρη το γένος Δάνου, από την Προύσσα, καλλιτέχνιδα βιβλιοδέτιδα με πολλές διακρίσεις και βραβεία για την τέχνη της. Η μητέρα του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1944. Ο Ανδρέας και η αδελφή του Ανθούλα έμεναν με τους γονείς τους τα προπολεμικά χρόνια στην Ραφήνα στο σπίτι τους Δημοσθένους Σταυρίδου. Έτσι, από παιδί ο Ανδρέας γνώρισε τους Τριγλιανούς και δέθηκε από τότε μαζί τους. Χαρακτηριστικούς τύπους περιγράφει στα μικρά διηγήματά τους, όπως τη « Γιαγιά τη Μαργιωρή» και τον «Γιάννη τον Καγιά». Ο Ανδρέας ο Γανιάρης δεν ήταν λογοτέχνης, σπούδασε πολιτικές επιστήμες, αλλά ασχολήθηκε επαγγελματικά με την καλλιτεχνική βιβλιοδεσία. Ήταν ο καλλιτέχνης βιβλιοδέτης που τα έργα του είναι γνωστά σ’ όλο τον Kόσμο. Είχε λάβει μέρος σε πάρα πολλές σε πολλές εκθέσεις στην Ευρώπη και στην Αμερική. Το 1971 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό ΡRIX PAUL BONNET. Εξέδωσε τρία βιβλία που σχετίζονται με την τέχνη και την τεχνική «ντυσίματος» ενός βιβλίου. Διετέλεσε πρόεδρος της Βιοτεχνικής Ένωσης Κλάδων Βιβλιοδεσίας  Αθηνών. Διατηρούσε κατάστημα-έκθεση στην οδό Βουκουρεστίου 16. Την παράδοση της οικογένειάς του στην βιβλιοδεσία συνεχίζει η μικρότερη από τις δύο κόρες του η Φρόσω Γανιάρη που σπούδασε στο Παρίσι. Υπήρξε εισηγητής της λειτουργίας εργαστηρίου βιβλιοδετικής τέχνης στο πλαίσιο του ΕΟΜΜΕΧ , διδάσκοντας αρχικά με την κόρη του Φρόσω και τον Γιώργο Βαρλάμο  ως το 1996. Ο Ανδρέας Γανιάρης ήταν από τους πρωτεργάτες της έκδοσης της τοπικής εφημερίδας της Ραφήνας «Μελτέμι  Αλλαγής» (1977- 1986) και  πολύτιμος συνεργάτης. Ο Ανδρέας Γανιάρης  τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε μόνιμα στη Ραφήνα στο καινούργιο οικογενειακό σπίτι στην οδό Σταυρίδου. Βοηθούσε πάντα από όποιο μετερίζι την πολιτιστική ανάπτυξη της πατρίδας των Τριγλιανών στην Αττική. «Έφυγε» το 2006,  αναπαύεται στα χώματα της Ραφήνας.    

Στάθης Δημητρακός  




Η  ΓΙΑΓΙΑ Η ΜΑΡΓΙΩΡΗ

«Αν δεν έχεις γέρο, δώσ’ και πάρε»
Ξενητεμένος στην πρωτεύουσα  ο πατέρας μου και ξεριζωμένη απ΄την Προύσα   της Μικράς Ασίας  η μάνα μου, δεν είχαν να μου δώσουν έξω  απ΄τη δική τους την αγάπη και τη δική τους αγκαλιά, την αγκαλιά μιας γιαγιάς.
Πεθαμένη η μία, ριζωμένη στη Χίο η άλλη και γω μικρός ακόμη, άσποδο αγόρι, δεν είχα στην πραγματικότητα γιαγιά. Μια γιαγιά  καλόγνωμη, ήρεμη, ένα λιμάνι απάγκειο για τις παιδικές μου αταξίες. Κι όμως, είχα κι εγώ τη γιαγιά μου, τη γιαγιά Μαργιωρή.
-   Πόσες γιαγιάδες έχεις;  Θυμάμαι που με ρωτούσαν, κι εγώ πολύ φυσικά τους απαντούσα:
-   Τη  γιαγιά τη Μαργιωρή, τη γιαγιά την Ανθούσα – η μάνα του πατέρα μου η Χιώτισσα- και μια κολλημένη στον τοίχο !
Στην  απάντηση αυτή σκάγανε στα γέλια  όλοι, μα όσο και αν δεν καταλάβαινα το λόγο που γελούσαν  επέμενα πάντοτε στην ίδια απάντηση, βέβαιος πως το δίκηο ήταν με μένα,  κι ας παν να γελάνε οι άλλοι.
Σαρανταπέντε χρόνια  θάχουν περάσει από τότε……
Ήταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του  ’30  κι οι ξεριζωμενοι της Τρίγλιας, που βρήκαν σπίτι και  χωράφι δικό τους ξανά,  στα χώματα της Ραφήνας, είχαν αρχίσει να νοικοκυρεύονται πια, να χορταίνουν το ψωμί και το καλό κρασί να μην λείπει από κανένα σπιτικό. Η «καταστροφή» φαινόταν να έχει ξεμακρίνει κι οι νέες ρίζες που έπιασαν στον τόπο  αυτό πέταξαν νέα κλαδιά κι οι ελπίδες ζωντάνευαν μέρα με τη μέρα.
Ακόμα και για τη γιαγιά Μαργιωρή, δίχως άντρα και με τέσσερα παιδιά, η ζωή γελούσε ξανά. Τόσο που είχε τη δύναμη να μεγαλώσει ακόμα πιο πολύ την οικογένεια παίρνοντας δύο ορφανά να τ’ άναθρέψει  και εκείνα. Και αυτό δεν της έφτασε. Θαρρώ πως ότι τα παιδιά που είχε η Ραφήνα, εκείνη τάχε σαν δικά της εγγόνια, μαζί  τους κι εγώ κι ας ερχόμουν μόνο τα καλοκαίρια.
Σαν ανοίγαμε το σπίτι μας, μόλις που τέλειωνε το σχολείο στην Αθήνα, θάταν η πρώτη που θάμπαινε –μιας και κρατούσε τα κλειδιά-  και θάνοιγε την καρδιά  της σε κομμάτια ευχές, καλωσορίσματα, φιλιά και χάδια:
-   Μάνα καλέ, πως μεγάλωσε τ΄ αγόρι μου! Έλα στην αγκαλιά μου  γιόκα μου!
Κι έτρεχα αμέσως εγώ, όλο λαχτάρα να χορτάσω χάδια, γλυκόλογα και να μυρίσω τη ζεστή αγκαλιά που μοσκοβόλαγε πάστρα και σταρένιο ψωμί.
Άνοιγε κατόπιν ένα μικρό τουρβά για ν΄ αποθέσει  πάνω στο τραπέζι το καρβέλι και τα ζεστά ακόμα αυγά που μόλις είχε μαζέψει απ΄τις κότες της.
Απ΄ την άλλη μέρα κι΄όλας, θάμουν εγώ που θα πήγαινα στο μικρό παράδεισό  της να πάρω τ΄ αυγά, να με φιλέψει  ξερολούκουμο, να παίξω  με τα μικρά κουνελάκια  που κυκλοφορούσαν λεύτερα στην αυλή και να  σεργιανίσω στο μικρό μπαξέ της με τις ντομάτες, τις μελιτζάνες, τα καρπούζια και τα λογιών – λογιών μυριστικά.
Μ’   αν τη θυμάμαι τη  γιαγιά Μαργιωρή, δεν είναι μόνο για τούτα δω. Γιατί η γιαγιά Μαργιωρή ήταν  ζυμωμένη με τον τόπο και τους ανθρώπους του τόσο σφιχτά, που μόνη της, μόνο  τ’ όνομα της σήμαινε για μένα έναν άγιο τόπο , ένα βαθύ  ελληνικό πολιτισμό , ένα τρόπο ζωής. Που θα πει καθημερινός αγώνας για να γίνει το μεγάλο χρέος. Δουλειά κι  αγάπη. Κούραση κι  αγάπη. Αγωνία κι αγάπη. Και το απόβραδο, κουβεντούλα στις πεζούλες να ξεχαστεί η κούραση και μετά ένας ειρηνικός, ένας παιδικός  σχεδόν ύπνος που λύτρωνε το κορμί γιατί  η συνείδηση ήταν κι όλας λυτρωμένη, είχε κάμει το χρέος  της ημέρας. Θαρρώ πως ήξερε λίγα γράμματα μα τ΄ ορκίζομαι  ήταν το πιο σοφό μυαλό  της Ραφήνας.  Ο λόγος της, Νόμος κι η κρίση της Σπαθί Δικαιοσύνης. Ούτε που θάξερε τι είναι η «παιδαγωγική», μα ανάστησε έξι παιδιά «υποδείγματα» ανθρώπων. Κι η συμμετοχή  της στον καϋμό  του γείτονα όσο και στη χαρά απαραίτητη προϋπόθεση: Φόρος τιμής στην αξία της παράδοσης που ζωντάνευε με την ύπαρξη της.
Αστείρευτη  βρυσομάνα που ο καθένας έσκυβε να ξεδιψάσει.
Φαντάζει  στο νου μου σαν τον γενάρχη τον θηλυκό της μητριαρχικής οικογένειας που επέβαλε τη γνώμη της, όχι με τη δύναμη την αντρίκια, μα τη θηλυκιά, τη μητρική αγάπη.
Γιαγιά Μαργιωρή, σε θυμάμαι πάντα. Και που έφυγες λυπήθηκα τόσο, όση ήταν η χαρά μου που σε γνώρισα. Μα πιο πολύ λυπάμαι όχι γιατί χάθηκες εσύ, αυτό που ήσουν  - αυτό που  κάποτε θα γινόταν-  μα που χάθηκε αυτό που αντιπροσώπευες: Την ίδια τη  ρωμηοσύνη στην πιο αντιπροσωπευτική της μορφή. Και τέτοιες μορφές –Γιαγιά Μαργιωρή-  δεν γεννάει πια ο τόπος…
                                                  ΑΝΔΡΕΑΣ  ΓΙΑΝΑΡΗΣ


Σημείωση Στάθη Δημητρακού: Η γιαγιά Μαργιωρή  ήταν η Τριγλιανή Μαργιωρή Απ. Βουδούρη το γένος Εγκρέ. Πέθανε πλήρης ημερών.




Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΓΙΑΣ

Τα σπίτια μας αντικρυστά σχεδόν, μια φωνή έβαζες και σε άκουγε, που λέει ο λόγος, αν και για να πούμε την αλήθεια  εκείνος ήταν που ακουγόταν πιο πολύ. Είτε σαν έφευγε απ΄το σπίτι, είτε σαν  γυρνούσε έπρεπε ν’  ακουστεί. Πότε το άγριο γέλιο του. Πότε που μάλωνε τη δύστυχη γυναίκα  του την Ταρσή.
Έχουν περάσει πάνω από σαράντα  χρόνια, από τότε που τον γνώρισα και μόνο τώρα σαν τον θυμάμαι μπορώ να εξηγήσω το φέρσιμό του, το χαρακτήρα  του. Τότε, μικρό παιδί εγώ, δεν μπορεί να εκτιμούσα έναν άνθρωπο που έβριζε  και καμιά φορά καταχέριζε τη γυναίκα του και μπεκρόπινε συχνά – πυκνά.
Παρ΄όλα αυτά θυμάμαι το γέλιο του, τα αστεία του τα πειρακτικά και την πονηρή ματιά του,  όλο ζωηράδα και κατεργαριά. Μα κατεργάρης δεν ήτανε. Το αντίθετο μάλιστα, πολύ τίμια  και φανερά σούλεγε πως στη ζωή αξίζει να βρεις να πίνεις και  να γλεντάς. Κι αυτό προσπαθούσε να κάνει όσο του  επέτρεπαν οι διάφορες δουλειές που κατά καιρούς έκανε.
Τον θυμάμαι νερουλά και μεταφορέα με το κάρο που είχε. Τον θυμάμαι καντηλανάφτη, τον θυμάμαι και φούρναρη.
Μα αυτό που είχε σημασία είναι ο τρόπος που έκανε όλα αυτά τα επαγγέλματα. Σαν νερουλάς γυρνούσε όλο το χωριό και σε κάθε σταμάτημά του όσο που να γεμίσει η στάμνα ή ο τενεκές τη γλώσσα την πήγαινε  ροδάνι. Πειράγματα και  αγριοφωνάρες. Σίγουρα όσο ζούσε ήταν ο πιο  ζωντανός χωρατατζής Ραφηνιώτης. Έκανε δουλειά από πριν να φέξει, όταν  γυρνούσε σαν φούρναρης να σηκώσει όσες είχαν αποβραδίς παραγγείλει πως θα  ζύμωναν.
«Ντούκ….ντουκ!» βρόνταζε το παράθυρο και φώναζε για πιο σιγουριά:
-   Έννοιωσες μαρή ;
Αν μπορούσαν ας μην έννοιωθαν !
Όλη η γειτονιά στο πόδι απ΄  τα  χαράματα, και ως τη μαύρη νύκτα, αφού το κρασί δεν άφηνε το στόμα του να κλείσει περνώντας γενεές  δεκατέσσερις την καϋμένη την Ταρσή, που στόμα είχε και μιλιά  δεν είχε. Και  σάματις τι να πει; ΄Αντρας της ήτανε, έκανε υπομονή, Τι κι αν έβριζε ή την αγρίευε καμιά φορά, εκείνη κατάπινε τον καϋμό της,  ξεδίνοντας στις  δουλειές του σπιτιού και στη  λάτρα του. Η πάστρα της ήταν ανεπανάληπτη. Τα μεσοφόρια της τα μπιμπιλωτά τάδειχνε συχνά στη μάνα μου για να της δείξει μια βελονιά καινούργια που είχε η νταντέλα τους.
Και έλαμπε ο κόσμος όλος τότε.
Ερχόταν συχνά στο σπίτι μας να ξεδώσει λιγάκι, λέγοντας τα καμώματα του Γιάννη της και να παρηγορηθεί κάνοντας όνειρα για ένα καλλίτερο αύριο. Που ξέρεις , μπορεί από αύριο κι όλας να φυσούσε καινούργιος άνεμος…κι άρχιζε με τη λεπτή διαπεραστική φωνή της το  τραγούδι:
«Φύσ’  αγέρι, φύσα κύμα,
φύσα θάλασσα πλατειά
να μας πας στα ξένα μέρη
να μας πας στη ξενητειά».
Θες η μελωδία , θες τα λόγια που μιλούσαν για θάλασσα πλατειά και για ξένα μέρη, η Ταρσή  με το τραγούδι που απαραίτητα ύγραινε τα μάτια της, αισθανόταν ευτυχισμένη.Ναι, ευτυχισμένη κυριολεκτικά, γιατί ο Γιάννης ο Καγιάς ο άντρας της ήταν αυτό που λέγαμε σήμερα , ένας «ρεαλιστής».Ας έλεγε ένα σωρό καμιά φορά εναντίον του  εκείνη, καταλάβαινε τη βαθύτερη αλήθεια του Γιάννη της: Έλεγε τα σύκα – σύκα και τη σκάφη – σκάφη. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Δεν υποκρινόταν, όπως κάνουν όλοι.
Όσο για τις αδυναμίες του: Μήπως γι΄ αυτές τις αδυναμίες μας δεν είναι που αξίζει να ζούμε πιο πολύ; Αυτές δεν είναι το αλάτι και το πιπέρι της ζωής;΄Ενας από τους πιο μεγάλους  φιλοσόφους και ποιητές που έβγαλε ο κόσμος το έγραψε,το έλεγε και το  τραγουδούσε μια ζωή ολάκαιρη αυτό, τον έλεγαν Ομάρ Καγιάμ και ήταν Πέρσης.
Το ίδιο έκανε κι ο Γιάννης ο Καγιάς, Τριγλιανός και Ραφηνιώτης.
                                      ΑΝΔΡΕΑΣ  ΓΑΝΙΑΡΗΣ

Το διήγημα «Η ΓΙΑΓΙΑ Η ΜΑΡΓΙΩΡΗ» δημοσιεύθηκε στο «ΜΕΛΤΕΜΙ αλλαγής» της Ραφήνας τον Νοέμβρη-Δεκέμβρη 1977 αρ. φύλλου 4-5 και το διήγημα «Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΓΙΑΣ» τον Ιούνιο 1978 αρ. φύλλου 11.
Αναδημοσιεύθηκαν στα «ΤΡΙΓΛΙΑΝΑ ΝΕΑ» Θεσσαλονίκη 16 Ιανουαρίου 1982 αρ. φύλλου 35.