Αποστολέας Θέμα: ΤΩΝ ΑΚΟΙΜΗΤΩΝ: Μονή Στουδίου, Μονή Μηδικίου, Μονή Νταού (Ταώ)  (Αναγνώστηκε 2125 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 72
  • -Λάβατε: 39
  • Μηνύματα: 655
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 51
  • Φύλο: Άντρας
ΤΩΝ ΑΚΟΙΜΗΤΩΝ

Των Ακοιμήτων Μοναχών και Μονών


Στο Βυζάντιο υπήρχαν μοναστήρι α που οι μοναχοί τελούσαν ιερές λειτουργί ες καθ’ όλο το εικοσιτετ ράωρο. Με αυτή την προοπτική δημιουργή θηκαν κάποια μοναστικά κέντρα που οι μοναχοί  τους ονομάζοντ αν « Ακοίμητοι Μοναχοί» και οι μονές ονομάζοντ αν «των Ακοιμήτων». Τέτοιες  σπουδαίες μονές υπήρξαν : η Μονή Στουδίου στην Κωνσταντι νούπολη, η Μονή Μηδικίου στην Τρίγλια της Βιθυνίας και σύμφωνα με την παράδοση το ίδιο τυπικό ακολουθού σε κάποια εποχή  ένα μοναστήρι  της Αττικής,  η Μονή Νταού Πεντέλης στην Ραφήνα.

Ο μοναχισμό ς στο Βυζάντιο

Ο μοναχισμό ς ήταν ένα κίνημα που έμελλε όχι μόνο να επηρεάσει συστηματι κά τη ζωή και τις αντιλήψει ς των Βυζαντινώ ν, αλλά να επιζήσει ως τις μέρες μας. Ο μοναχισμό ς ως κίνημα ήταν κίνημα λαϊκών (και όχι κληρικών) που αποζητούσ αν την χαμένη αγνότητα των αποστολικ ών χρόνων. Τον μοναχικό βίο στο Βυζάντιο ασπάστηκα ν άνθρωποι απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα, ταπεινής ή ευγενούς καταγωγής . Αυτοκράτο ρες όπως ο Μιχαήλ Α΄Ραγκαβές (811-813) ή ο Ιωάννης ΣΤ’ Κατακουζη νός τερμάτισα ν τη ζωή τους ως μοναχοί. Ακόμα και πόρνες ή ληστές μπορούσαν  κι αυτοί  να ασπαστούν τον μοναχικό βίο , περνώντας από το δρόμο της αμαρτίας στο δρόμο της αρετής.
 
Η  ζωή των μοναχών στο μοναστήρι
 
Το μοναστήρι  στον κοινοβιακ ό μοναχισμό είχε μορφή και οργάνωση στρατοπέδ ου με εξωτερικό τοίχο να το προστατεύ ει. Η ζωή των μοναχών στο κοινόβιο ήταν κατανεμημ ένη κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η εργασία αποτελούσ ε ένα κομμάτι, η προσευχή και η ανάγνωση το άλλο, η τροφή και η ξεκούραση το τρίτο. Ειδικότερ α, η καθημεριν ή προσευχή περιλάμβα νε επτά (7) ακολουθίε ς: την νυχτερινή αγρυπνία που τελείωνε πριν την αυγή, τον όρθρο, που άρχιζε με την ανατολή του ηλίου, την τρίτη, έκτη και ενάτη ώρα (που αντιστοιχ ούν σήμερα στις 9π.μ, 12π.μ και 3μ.μ.), τον εσπερινόν (ή λυχνικόν)μετά ή πριν από το δεύτερο ή τελευταίο γεύμα και τέλος το απόδειπνο μετά τη δύση του ηλίου.  Με το σήμαντρο (ή κρούσμα ή ξύλον), μια ξύλινη σανίδα που την χτυπούσαν με ένα ξύλινο σφυρί δηλωνόταν κάθε φορά η σύναξη των μοναχών είτε στο καθολικόν της μονής είτε στην τράπεζα.
Η τράπεζα ήταν ίδια για όλους, όλοι έτρωγαν σιωπηλοί, καθισμένο ι, γύρω από ένα μαρμάρινο ή πέτρινο τραπέζι ενώ ένας μοναχός διάβαζε όρθιος δυνατά είτε περικοπές από την Αγία Γραφή είτε άλλα ιερά κείμενα, όπως  Βίους Αγίων, ομιλίες Πατέρων κ.α.
Οι εργασίες στο μοναστήρι ή στα κτήματα ήταν κατανεμημ ένες σε διακονήμα τα. Μεγάλο μέρους του χρόνου των μοναχών ήταν φυσικά αφιερωμέν ο στις λειτουργί ες και στις προσευχές . Τα πρωτεία σ’ αυτό κατείχε η Μονή των Ακοιμήτων στην Κωνσταντι νούπολη, όπου η λειτουργί α στο καθολικό δεν γνώριζε παύση.
 
Η Μονή Στουδίου Κωνσταντι νουπόλεως

Η Μονή Στουδίου, το περίφημο μοναστήρι της Κωνσταντι νούπολης, βρίσκεται στον έβδομο λόφο, στον Ξηρόλοφο, στην παλιά πόλη κοντά στα βυζαντινά τείχη και τη Χρυσή Πύλη. Η Μονή ιδρύθηκε το 454 από ένα πλούσιο συγκλητικ ό τον Στούδιο, από τον οποίο πήρε το όνομά της. Ο Στούδιος θαύμαζε τον μοναχικό βίο και γι’ αυτό έκτισε το μοναστήρι σε μεγάλη έκταση ιδιοκτησί ας του. Η Μονή Στουδίου ήταν αφιερωμέν η στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Το καθολικό της Μονής (ο Ναός) ήταν στο κέντρο του συγκροτήμ ατος  και ήταν τύπου τρίκλιτης βασιλικής .
Οι πρώτοι που εγκαταστά θηκαν ήταν η αδελφότητ α των «Ακοιμήτων» Μοναχών. Ονομάστηκ αν «Ακοίμητοι Μοναχοί», γιατί τελούσαν λειτουργί ες  χωρίς διακοπή νυχθημερό ν. Η Μονή γνώρισε μεγάλη φήμη επί Θεοδώρου Στουδίτη τον 9ο αιώνα, διάσημο για τους αγώνες του υπερ της λατρείας των εικόνων, τότε η αδελφότητ α αριθμούσε πάνω από 700 μοναχούς.  Αναδείχθη κε η πολυπληθέ στερη μονή της  Κωνσταντι νούπολης και ένα από τα πιο μεγάλα πνευματικ ά κέντρα της  Βυζαντινή ς Αυτοκρατο ρίας. Οι μοναχοί της ονομάστηκ αν Στουδίτες και η οργάνωση του βίου τους αποτέλεσε πρότυπο για τον ορθόδοξο κόσμο. Οι Στουδίτες πήραν θέση κατά της εικονομαχ ίας, υπερασπίσ τηκαν τις εικόνες. Η Μονή έκλεισε κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρα τίας. Ανασυστήθ ηκε το 1294 και λειτουργο ύσε μέχρι την Άλωση της Κωνσταντι νούπολης.

Μονή Μηδικίου ή των Πατέρων, Τρίγλια Προποντίδ ας

Στην περιοχή της Τρίγλιας της Προποντίδ ας ιδρύθηκαν και λειτούργη σαν τον 8ο – 9ο αιώνα σπουδαία μοναστήρι α και μοναστικέ ς κοινότητε ς.  Μια από τις Μονές ήταν η Μονή Μηδικίου ή των Πατέρων. Ιδρύθηκε το 780 και είναι κτισμένη σε μια  κοιλάδα μεταξύ δύο λόφων, του λόφου «Σταυροπήδι», παραφθορά της λέξης «Σταυροπήγιον» και του λόφου «Μικρών Αλωνιών». Επειδή η θέση που κτίστηκε η Μονή ήταν καταπληκτ ική, κοντά στη θάλασσα ,κατάφυτη και  με πολλά νερά, προσείλκυ ε  πολλούς μοναχούς. Η Μονή είχε σχήμα παραλληλό γραμμο με λίγα και μικρά παράθυρα και έμοιαζε αν την έβλεπες από έξω ως φρούριο. Περιβαλλό ταν από τείχος ύψους 25 μέτρων  και βίγλας(=παρατηρητήριο, σκοπιά)  για την άμυνα των μοναχών από  ληστοπειρ ατές.  Υπέστη επιθέσεις από Φράγκους κατά τον 12ο αιώνα και από Τούρκους κατά τον 14ο και 15ο αιώνα. Πολλές πυρκαγιές αλλοίωσαν το Ναό (καθολικό) της Μονής , αφιερωμέν ο στον Άγιο Σέργιο  αλλά και όλο το κτιριακό συγκρότημ ά της. Μετά τις καταστροφ ές από τις πυρκαγιές γίνονταν  εργασίες  ανακαίνισ ης και ανοικοδόμ ησης . Ο Άγγλος περιηγητή ς του 17ου αιώνος John Covel που επισκέφθη κε στην Τρίγλια το 1676 την Μονή Μηδικίου και την Μονή Πελεκητής αναφέρει ότι η Μονή Μηδικίου είχε τότε 25 μοναχούς. Το 1922, ο Τρ.Ε. Ευαγγελίδ ης μας πληροφορε ί ότι στη Μονή υπήρχαν τρεις μοναχοί μαζί με τον ηγούμενο.   Σήμερα το σωζόμενο μοναστηρι ακό κτίριο, τίποτα  δεν θυμίζει  από την παλιά αίγλη της περιώνυμη ς Μονής Μηδικίου.     
  Σημαντικό τατες είναι δύο πληροφορί ες που αφορούν τη ζωή της Μονής Μηδικίου: Πρώτον, η Μονή υπήρξε κατά την περίοδο εικονομαχ ίας (8ος  -9ος αιώνας),  καταφύγιο των εικονολατ ρών και υπέστη πολλά δεινά  από τους εικονομάχ ους. Δεύτερον , οι μοναχοί εφάρμοζαν το σύστημα των «Ακοιμήτων».  Ο Τρύφων .Ε.Ευαγγε λίδης στο βιβλίο «Βρύλλειον- Τρίγλεια» (σελ.43) γράφει  : […]Το διέπον  την Μονή σύστημα ήτο των «Ακοιμήτων» λεγομένων μοναχών, οίτινες  διαιρούμε νοι κατά τινας εις  3ή 6 χορούς έψαλλον νυχθημερό ν  την ακολουθία της Μονής» […] ,[…] Ο πολύς Θεόδωρος Στουδίτης  (759-826)  ομιλών περί Ακοιμήτων λέγει: «…όρα γαρ γενόμενον, ψαλμωδία την ψαλμωδίαν διαδέχετα ι, ανάγνωσις την ανάγνωσιν, μελέτη την μελέτην, προσευχή την προσευχήν καθάπερ κύκλος άγων και συνάπτων ημάς τω Θεώ» (σελ.135).
Μετάφραση:
«Πρόσεξε αυτό που συμβαίνει, η ψαλμωδία διαδέχετα ι την ψαλμωδία ,  η ανάγνωση την ανάγνωση , η μελέτη την μελέτη, όπως ακριβώς ένας κύκλος που μας οδηγεί και μας ενώνει με το Θεό».
 Η μετάφραση  είναι της φιλολόγου Δέσποινας Παρασκευά- Κράνη, από το βιβλίο της «Τριγλεία της Βιθυνίας, τόπος Οσίων, Μαρτύρων και Ομολογητώ ν» (σελ.25).

 Η Μονή Παντοκράτ ορος Νταού Πεντέλης Ραφήνας
           
Η  Μονή Παντοκράτ ορος Νταού Πεντέλης Ραφήνας, βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Πεντελικο ύ όρους σε υψόμετρο περιπου 250μ. Απέχει από την παραλία της Ραφήνας ΒΔ περίπου 6 χιλιόμετρ α. Κτίστηκε πριν τον 10ο αιώνα ως ανδρικό κοινόβιο, είχε μεγάλη άνθηση, αίγλη και πολυπληθέ στατη αδελφότητ α.   Καταστράφ ηκε  για πρώτη φορά από επιδρομεί ς Σαρακηνού ς ή Νορμανδού ς. Ξανακτίστ ηκε τον 12ο αιώνα χάρη στη γενναία συμβολή του Νικόλαου Καματηρού (γόνου της μεγάλης Βυζαντινή ς Οικογένει ας Καματηρών, από το κτήμα της οποίας προήλθε το τοπωνύμιο Καματερό, 7-8 χλμ. ΒΔ της Αθήνας ) και αφιερώθηκ ε στον Παντοκράτ ορα Σωτήρα Χριστό. Το 1204 οι Φράγκοι κατέλαβαν ολόκληρη την Ελλάδα και την Αττική, έδιωξαν τους Ορθόδοξου ς μοναχούς από το μοναστήρι . Αργότερα το μοναστήρι προσάρτηθ ηκε στη Ρωμαιοκαθ ολική εκκλησία της Αθήνας. Το 1465 όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αθήνα, έδιωξαν τους Φράγκους  και κατέστρεψ αν για δεύτερη φορά ολοσχερώς τον Ναό της Μονής. Ένα και πλέον αιώνα η Μονή έμεινε έρημη. Την πρώτη πληροφορί α για τη Μονή έχουμε σε ένα Πατριαρχι κό έγγραφο (σιγίλλιον) του έτους 1614, στο οποίο αναφέρετα ι ότι  ο ναός ξανακτίστ ηκε εκ βάθρων στη θέση Ταώ από δύο γαιοκτήμο νες της Αττικής, τον Δημήτριο Αναδρομάρ η και τον Ιωάννη Ντούζη τον Αλεξηνά. Στην ανοικοδόμ ηση βοήθησαν με δωρεές ο Μητροπολί της Αθηνών Σωφρόνιος, ο Επίσκοπος Σισανίου Λαυρέντιο ς,  ο ιερέας Νεκτάριος και  ο ιερομόναχ ος και κατόπιν Οικουμενι κός Πατριάρχη ς Θεοφάνης Καρύτσης ή Καρύκης. (Το όνομα του φέρει ο γνωστός Ναός του Αγίου Γεωργίου Καρύτση στην Αθήνα). Η Μονή ονομάστηκ ε Σταυροπηγ ιακή    (ανήκε στο Οικουμενι κό Πατριαρχε ίο). Η Νταού, όπως όλες οι Μονές, περιβαλλό ταν από περίβολο και στη μέση ήταν το Καθολικό, το οποίο μέχρι σήμερα διέφυγε τις αλλεπάλλη λες καταστροφ ές. Το κτίσμα είναι λιθόκτιστ ο με πλατείς τοίχους και παρουσιάζ ει από πλευράς αρχιτεκτο νικής, στοιχεία Βυζαντινά, Φραγκικά και Ιβηρικά  (Γεωργιανά). Το Καθολικό αποτελείτ αι από τον κυρίως ναό, τον εσωνάρθηκ α και τον εξωνάρθηκ α. Ο κυρίως ναός είναι ορθογώνιο ς, πανύψηλος  με τρούλο που στηρίζετα ι σε έξι σημεία, με πρόναο που έχει πύργο. Το Καθολικό του ναού έχει γυναικωνί τη. Ο γυναικωνί της ήταν για τους άρχοντες.  Το πιο σημαντικό είναι ότι ο ναός έχει οκτώ Άγιες Τράπεζες και φαίνεται ότι ανήκε στο σύστημα  των Ακοιμήτων . Ενδιαφέρο ν παρουσιάζ ει  η πληροφορί α από τις  σημερινές αδελφές της Μονής ότι ο κυρίως ναός της μονής που διέθετε οκτώ συνολικά Αγίες Τράπεζες,  αποσκοπού σε στο να είναι δυνατή η εκ περιτροπή ς τέλεση τρίωρων Λειτουργι ών σε κάθε μία από τις οκτώ αυτές Αγίες Τράπεζες, δεδομένου ότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύο υν την τέλεση Θείας Λειτουργί ας για δεύτερη φορά την ίδια μέρα στην ίδια Αγία Τράπεζα. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Λειτουργί α στη μονή ήταν αδιάλειπτ η 24 ώρες το εικοσιτετ ράωρο (τρίωρες Λειτουργί ες επί οκτώ Αγίες Τράπεζες), και δεν έπαυε ποτέ, καθιστώντ ας τη μονή ΤΑΩ μια «Μονή των Ακοιμήτων». Μετά την ανοικοδόμ ηση συναθροίσ τηκαν στη μονή πάνω απο 180 μοναχοί. Η μονή αναπτύχθη κε και άνθιζε. Στα τέλη του 17ου  αιώνα(1680) Αλγερινοί  πειρατές  με κουρσάρικ α καράβια λεηλατούσ αν και ερήμωναν τα παράλια μέρη. Οι πειρατές εκείνη την εποχή ήταν κυρίαρχοι των θαλασσών και είχαν τόσο αποθρασυν θεί ώστε έκαναν «γιουρούσια», ακόμη και σε μακριά από την παραλία, χωριά και μονές,  λεηλατούσ αν και κατέσφαζα ν λαϊκούς και κληρικούς αδιακρίτω ς. Τότε, είχαν πιάσει λιμάνι στον όρμο της Ραφήνας κατά τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας . Κάποιος υπηρέτης της Μονής που μισούσε τους μοναχούς συνεννοήθ ηκε με τους πειρατές και τους έμπασε από κρυφή δίοδο (σήραγγα) στη Μονή. Οι πειρατές κατέσφαξα ν 179 μοναχούς ενώ αυτοί γιόρταζαν την Ανάσταση, λεηλάτησα ν και ερήμωσαν τη Μονή. Σώθηκε δε μόνο ένας ιερέας με τον υποτακτικ ό του, που είχε πάει στο Μετόχι Χοιροτσακ ούλι (Γεροτσακο ύλι), στην ανατολική πλευρά της Πεντέλης και έκανε Ανάσταση στους εκεί κολίγους. Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα  επιστρέφο ντας βρήκε  λίγο μακρύτερα από την Μονή  δύο από τους μοναχούς φονευμένο υς. Κάτι  φοβερο κατάλαβε πως συμβαίνει . Ανέβηκε και διανυκτέρ ευσε  στο βουνό πάνω από τη Μονή και το πρωί είδε από εκεί ψηλά να αναχωρούν από την Ραφήνα με σηκωμένα τα κόκκινα πανιά τους  τα πειρατικά καράβια. Ο ιερέας κατέβηκε στη Μονή βρήκε όλους τους μοναχούς φονευμένο υς. Πήγε στη Μονή Πεντέλης, πήρε μοναχούς και  τους ενταφίασε .   
    Μετά το μαρτυρικό αυτό τέλος η Μονή έγινε μετόχι της Μονής Πεντέλης, παρέμεινε σχεδόν ερειπωμέν η. Ο Δ. Γ. Καμπούρογ λου στο βιβλίο του «ο Αναδρομάρ ης» έκδοση 1914 γράφει: «Σκεπασμένον από σκοτεινά δάση, μεταξύ χαραδρών και χειμμάρων, κρύπτεται ένα ερειπωμέν ο μυστήριο. Η γνωστή μας Μονή Ταώ». « …Το περίεργον οικοδόμημ α έχει και ένα περίεργον πύργον με κρυψώνα».Έτσι γνώρισαν τη Μονή οι Τριγλιανο ί πρόσφυγες που εγκαταστά θηκαν στην Ραφήνα από τον Αύγουστο του 1923 και μετά.  Η περιοχή γύρω από τη Μονή ήταν και είναι  πανέμορφη . Κατάφυτη από πεύκα και  πλαισιωμέ νη με πανύψηλα υπεραιωνό βια πλατάνια, κυπαρίσσι α και αγριοκυπά ρισσα.   Γύρω  στα βουναλάκι α και στις ρεματιές της Νταού υπήρχαν και υπάρχουν μυρτιές,  πικροδάφν ες, σχίνα, πουρνάρια, κουμαριές, θυμάρια, βατομουρι ές και πολλά αγριολούλ ουδα. Ονομαστές ήταν οι πηγές της Πεντέλης και οι πηγές που υπήρχαν στη περιοχή της Νταού, όπως για παράδειγμ α του Κίτσου η Βρύση.   Τώρα πια έχουν  στερέψει. Στην είσοδο του μοναστηρι ού  και στην αρχή της ρεματιάς υπάρχει πηγή (βρύση) που παλιότερα έτρεχε πολυ νερό ολόκληρο το χρόνο,  τώρα τρέχει σπανίως και εποχιακώς .
 Η ερειπωμέν η Μονή ήταν προσκύνημ α και χώρος αναψυχής.  Μέχρι το 1963 έμεναν κατά καιρους ένας-δυό μοναχοί(μετοχιάρη δες) αποσπασμέ νοι από τη Μονή Πεντέλης. 
Η μονή έμεινε έρημη και πάλι 283 χρόνια (1680-1963).Το 1963 εγκαταστά θηκε γυναικεία αδελφότητ α μοναχών(11 μοναχές). Σήμερα είναι κοινοβιακ ό  μοναστήρι με περίπου 30 μοναχές, το οποίο  ακολουθεί πιστά την ιερά παράδοση του Ορθόδοξου Μοναχισμο ύ. Η Μονή υπάγεται στην Αρχιεπισκ οπή Αθηνών.
Για το όνομα της Μονής Νταού Πεντέλη, υπάρχουν διάφορες εκδοχές της προέλευσή ς του: Σε «Πατριαρχικό έγγραφο» (σιγίλλιον-1614), φαίνεται ότι Ταω ονομάζετα ι τότε η τοποθεσία, όπου ήταν η Μονή. Ενισχύετα ι αυτό από την επιγραφή της Πύλης του περιβόλου της Μονής, όπου αναγράφετ αι «Ταώ δαπάνη 1648» πιθανώς ο χρόνος των τελευταίω ν επισκευών .                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   
Από παλιά το όνομα Ταω χρησιμοπο ιούνταν από τους  λόγιους και  τους λογιότατο υς μοναχούς, ενώ το όνομα Νταού  το οποίο επικρατεί μέχρι σήμερα χρησιμοπο είται από το λαό.  Το Μοναστήρι γιορτάζει στις 6 Αυγούστου, Μεταμορφώ σεως του Σωτήρος.
 
Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς.

Πηγές:
1.Σ. Ευθυμιάδη ς, Α. Κυρκίνη- Κοτούλα, Ν. Νικολούδη ς, Β. Πέννα, Δημόσιος και Ιδιωτικός βιος στην Ελλάδα Ι: Από την αρχαιότητ α εως και τα Μεταβυζαν τινά χρόνια, Τόμος Β, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στο Βυζάντιο και Μεταβυζαν τινό κόσμο, Κεφάλαιο 2, Ενότητα 2.4 «Η ζωή των μοναχών στο κοινόβιο» ( σελ.239-241)ΕΑΠ, Πατρα 2001.
2. Ιστορία του Ελληνικού  Έθνους, Βυζαντινό ς Ελληνισμό ς, Μεσοβυζαν τινοί χρόνοι, Τόμος Η, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε, 1979. 
3. Εγκυκλοπα ίδεια Υδρία
4. Εγκυκλοπα ίδεια Δομή
5. Τρύφ. Ε. Ευαγγελίδ ου, «Βρύλλειον- Τρίγλεια», Αθήνα 1934.
6.Δέσποιν α Παρασκευά- Κράνη, «Τριγλεία της Βιθυνίας, τόπος Οσίων Μαρτύρων και Ομολογητώ ν», Ν. Τρίγλια Χαλκιδική ς
7.Ιερονόμ αχος Θεοδόσιος (Σεπετσής) Μικραγιαν νίτης, "Ιερά Μονή Μηδικίου",  Ιανουάριο ς 2010, Τριγλιανά Νέα αρ. φύλλου 129.
8. Ευαγγέλου Π. Λέκκου «Τα Ελληνικά Μοναστήρι α», Ιερά Μονή Παντοκράτ ορος Νταού Πεντέλης, Ελεύθερος Τύπος- Αθήνα 1995
9.Δ.Γρ. Καμπούρογ λου «Ο Αναδρομάρ ης »,  Αθήναι, 1914
10.Δ.Γρ. Καμπούρογ λου «Ο Αναδρομάρ ης της Αττικής»,  Αθήναι, 1920
Ανατύπωση Βιβλιοπωλ είο Διονυσίου Νότη Καραβία. 
11.Γεωργ. Α. Σωτηρίου : «Η Νταού Πεντέλη», Ημερολόγι ον Οδοιπορικ ού Συνδέσμου – 1925.
12.«Εις οσμήν ευωδίας πνευματικ ής» ,Διμηνιαίο έντυπο πνευματικ ής οικοδομής Ιεράς Μονής Παντοκράτ ορος Ταω Πεντέλης, Έτος 1ο Νοέμβριος 2008, Τεύχος 1ο.