Αποστολέας Θέμα: Θ. Πιστικίδης: 1924, Ήρθαμε στην Ελλάδα σαν ανταλλάξιμοι  (Αναγνώστηκε 1138 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 0
  • -Λάβατε: 72
  • Μηνύματα: 218
  • Age: 71
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 82
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Θ. Πιστικίδη ς: 1924, Ήρθαμε στην Ελλάδα σαν ανταλλάξι μοι.

Από το βιβλίο: Θ. Πιστικίδη ς «Ριζώματα, βιώματα, παθήματα, Αληθινές ιστορίες, Ραφήνα 1985, σελ. 14-38


1924 Αρχές του Σεπτέμβρη, στην πανέμορφη κι ατελείωτη παραλία του Αγίου Στεφάνου της Κωνσταντι νούπολης, διακόσιες περίπου Ελληνικές προσφυγικ ές οικογένει ες ανταλλαξί μων ξενύχτησα ν, για δεύτερο βράδυ, περιμένον τας κάποιο Ελληνικό πλοίο να ‘ρθει να τους παραλάβει, και να τους μεταφέρει στην Ελλάδα, σ’ εφαρμογή της Συνθήκης των Μουδανιών και της Λωζάνης.
Έχουν ειδοποιηθ εί από τις Τούρκικες Αρχές, πως αν δεν δεχθούν την Τούρκικη υπηκοότητ α θα πρέπει να φύγουν, για ν’ ανταλλαγο ύν με τους Τούρκους, που θα έρθουν από την Ελλάδα, αλλιώς δεν μπορούν να παραμείνο υν και δεν θα έχουν ούτε δικαίωμα εργασίας.
Οι διακόσιες αυτές, οικογένει ες, είναι από διάφορα χωριά και κωμοπόλει ς της Μικρασίας, και της Θράκης ακόμα. Ανάμεσα τους 15-20 Τριγλιανέ ς οικογένει ες και μαζί μ’ αυτές και η δική μας. Αυτή τη φορά όμως συμπληρωμ ένη. Η γιαγιά Μαγδαληνή, ο πατέρας, η μητέρα, η ενδεκάχρο νη Γεωργία, ο εννιάχρον ος Φιλήμων, εγώ έξι ετών, η τρίχρονη Θεοχαρούλ α και το στερνοπού λι μας, το βυζανιάρι κο μας, ο Απόστολος, καρπός της Πόλης αυτός, αχρόνιαστ ος ακόμη.
Στα δυο βράδια της διανυκτέρ ευσης στην αμμουδιά του Αγίου Στεφάνου από καμιά συντροφιά χωριανών, συγγενών και φίλων, δεν έλειψε το ουζάκι, ο μεζές, το κέφι και το ψιλοτράγο υδο. Ακόμη λες και βρίσκοντα ν, όπως παλαιότερ α, εκεί, που πήγαιναν για εξοχή, λες και δεν πίστευαν πως φεύγουν οριστικά, πως εκπατρίζο νταν.
Το πλοίο ήρθε τη νύκτα. Είναι ένα φρεσκοβαμ μένο μαύρο φορτηγό, το «ΕΛΛΗ». Ξημέρωσε, ξεκινούν 3-4 βάρκες κι έρχονται στην παραλία. Όλος ο κόσμος στο πόδι. Ξαναδένον ται βιαστικά στους μεγάλους μπόγους (ντέκια) οι κουβέρτες και ότι άλλο είχε στρωθεί για τις δυο διανυκτερ εύσεις στην άμμο κι όλοι είναι έτοιμοι για την αναχώρηση . Η ώρα του αποχωρισμ ού έφτασε, τα μάτια αρχίζουν να βουρκώνου ν.
Αρχίζει η επιβίβαση στις βάρκες με κάποια οπωσδήποτ ε τάξη, που την επιβλέπει μια επιτροπή, η οποία ήρθε χαράματα στον Άγιο Στέφανο κι αποτελείτ αι από Έλληνες, Τούρκους και ξένους. Στα χέρια τους κρατούν κάτι μεγάλους φακέλους και κάτι σημειώνου ν. Ασφαλώς μας μετρούν.
Οι βάρκες πηγαινοέρ χονται συνέχεια από την παραλία στο πλοίο. Πατούμε το κατάστρωμ α του φορτηγού, αφήνουμε τα χοντρά (ντέκια) στο κατάστρωμ α και μας κατεβάζου ν στο αμπάρι πάνω στη κρύα λαμαρίνα. Μας στοιβάζου ν κατά το γνωστό στρατιωτι κό σύστημα, «ίπποι οκτώ, άνδρες εξήντα». Μαζί μας στο αμπάρι παίρνουμε μόνο μικροπράγ ματα και τα τρόφιμα. Μας έχουν πει να έχουμε μαζί μας τεσσάρων ημερών τρόφιμα κι όσο ρουχισμό είχαμε αδιακρίτω ς, κανένα όμως έπιπλο. Έτσι, ξαναφήσαμ ε στη Πόλη, δωρίζοντα ς ότι μικροέπιπ λα είχαμε δημιουργή σει για το νοικοκυρι ό μας για άλλη μια φορά. Κατεβαίνο ντας στ’ αμπάρι ο καθένας φροντίζει να κρατήσει χώρο για δική του συντροφιά, για δική του παρέα από χωριανούς, φίλους και συγγενείς .

Η επιβίβαση συμπληρών εται τις μεσημερια νές ώρες. Το καρβουνοκ ίνητο φορτηγό τρίζει, ανεβάζει ατμό, ετοιμάζετ αι γι’ αναχώρηση . Όλοι εγκαταλεί πουν το αμπάρι και ανεβαίνου ν στο κατάστρωμ α. Θέλουν να δουν την Πόλη, ποιος ξέρει, ίσως και για τελευταία φορά. Από την παραλία καμιά εικοσαριά άνθρωποι, συγγενείς και φίλοι, κουνούν μαντίλια. Μαντίλια και χέρια κινούνται ασταμάτητ α και προς λίγους συγγενείς Κι φίλους της παραλίας, αλλά προ πάντων να χαιρετήσο υν την Πόλη. Αντίο Πόλη! Αντίο Πατρίδα!
Ξεκινάμε, φεύγουμε γλιστρώντ ας πάνω στα νερά της Προποντίδ ας. Όσο προχωρούμ ε το πανόραμα της Πόλης γίνεται ομορφότερ ο, τα δακρυσμέν α μάτια την αγκαλιάζο υν τώρα ολόκληρη. Από τα’ αριστερό κατάστρωμ α μια μεγάλη ομάδα Τριγλιανώ ν δείχνει στο βάθος τα βουνά. Να, να , εκεί κάτω πρέπει να είναι η Τρίγλια. Και οι άλλοι Θρακιώτες από το δεξιό κατάστρωμ α: να εκεί είναι η Σηλυβρία εκεί η Ραιδεστός . Λίγο πριν γύρει, πριν πέσει ο ήλιος, μπαίνουμε στα Δαρδανέλι α. Εδώ είναι πολύ κοντά πια οι στεριές. Όλα φαίνονται πολύ καθαρά. Ακόμα και από τα δικά μου, τα παιδικά τότε μάτια, δεν έχει σβήσει, ούτε θα χαθεί ποτέ αυτή η πανέμορφη οπτασία.
Η σχετική ψύχρα της νύκτας υποχρέωσε όλους, μικρούς και μεγάλους, να κατέβουν στ’ αμπάρι. Στο λιγοστό φως του αμπαριού, άλλοι λαγοκοιμο ύνται, άλλοι κολατσίζο υν κι άλλοι κουβεντιά ζουν. Μια συντροφιά όμως Τριγλιανώ ν νέων παλικαριώ ν, παρόλη την τρομερή κούραση της ημέρας, βρήκε το κέφι και τη διάθεση ν’ αρχίσει να παίζει τη λατέρνα, που και από εδώ δεν έλειψε και που με χίλιες δυσκολίες, παρά τις αντιρρήσε ις την πέρασαν μέσα στο βαπόρι. Είναι η λατέρνα του Δημήτρη του Ιμπριλή, που τις πρώτες 2-3 μέρες του ταξιδιού δεν σταμάτησε να παίζει και η παρέα του Ιμπριλή να χορεύει. Η παρέα αυτή ήταν ο Κρυστάλλη ς Μακρόπουλ ος, ο Αντώνης Νταουβαρτ ζάκης, ο Σταύρος της μαμής, ο Χρήστος ο Κιώτης και μερικοί ακόμη και από τις Τριγλιανέ ς οικογένει ες ας τις απαριθμήσ ουμε όσο κρατά η μνήμη.
Εκτός από τη δική μας επταμελή οικογένει α ήσαν η οικογένει α του Δημήτρη και της Αναστασία ς Καρπούζογ λη με τις πέντε κόρες τους: την Ξανθή, την Ανθή, την Ευδοξία, την Μερόπη και την Ελισάβετ, που ανάλαβαν και συνόδευαν και πέντε ορφανά που μας έφερε και μας τα παρέδωσε το Ορφανοτρο φείο της Χάλκης. Ήσαν η Αθανασία, ο Κοσμάς και η Ζωγραφιά Πιστικού και δυο ακόμη της οικογένει ας Ψαψακούρη, για να τα παραδώσου ν εδώ στην Ελλάδα σε συγγενείς τους. Ήταν ακόμη οι Τριγλιανέ ς οικογένει ες του Γιώργη Πετράκογλ η (Κιλά) με δυο παιδιά: το Σωκράτη και την Αγλαΐα. Η οικογένει α Οικονόμου, δύο οικογένει ες του Πέτρου και του Βασίλη Νιστάζου, η οικογένει α Καλοπαναγ ιώτη, η οικογένει α της Κλεονίκης Πετράκογλ ου, του Αντώνη Ντουβαρτζ άκη και μερικές ακόμη.
Οι δυο πρώτες μέρες του ταξιδιού πέρασαν αρκετά καλά. Η πρώτη με τα αγναντέμα τα και τις νοσταλγίε ς κι η δεύτερη πάλι αρκετά καλά με τη λατέρνα και τους χορούς στο αμπάρι.

Το φορτηγό δεν ήρθε κατ’ ευθείαν Πειραιά, όπως μας είχαν πει. Ίσως καθ’ οδόν (εν πλω) να πήρε σήμα να περάσουμε να πάρουμε κι άλλες προσφυγικ ές οικογένει ες κι από τη Μυτιλήνη. Εκεί πρέπει να μείναμε δύο μέρες, περίπου, γιατί οι οικογένει ες που θα παίρναμε, δεν ήσαν συγκεντρω μένες, όπως εμείς στον Άγιο Στέφανο. Έρχονταν λίγοι-λίγοι στο πλοίο και τους κατέβαζαν στο δεύτερο αμπάρι.
Το βαπόρι ήταν αρκετά μεγάλο. Αυτοί όμως είχαν φοβερά χάλια κι ήσαν σε τρομερή κατάσταση . Δυο χρόνια στη Μυτιλήνη δεν τους είχε προσφερθε ί καμιά βοήθεια, εκτός από λίγο πανάθλιο συσσίτιο. Από στέγη τίποτε, μερικοί φιλοξενημ ένοι από ανθρωπιστ ικές Μυτιληνιέ ς οικογένει ες και οι περισσότε ροι στεγασμέν οι όπως-όπως, τσαντίρια, αχούρια, και τα τοιαύτα ενώ από δουλειά και μεροκάματ ο δραματική κατάσταση .
Επιβιβάστ ηκαν στο φορτηγό σ’ άθλια κατάσταση και με το κατέβασμα τους στο δεύτερο αμπάρι η κατάσταση τους έγινε ακόμη αθλιότερη . Δυο μέρες μείναμε στη Μυτιλήνη για να μαζευτούν οι πεντακόσι οι αυτοί δυστυχισμ ένοι άνθρωποι και να φορτωθούν στο φορτηγό. Σ’ αυτές τις δυο μέρες εμείς βγήκαμε έξω στην πόλη και ξαναεφοδι αστήκαμε με τρόφιμα, εφοδιάστη κε και το πλοίο τα δικά του τρόφιμα και νερό και ξεκινάμε για Πειραιά.
Μεσοπέλαγ α, μια κοπέλα που την ανέβασαν στο πλοίο άρρωστη από τη Μυτιλήνη και που ψηνόταν στο πυρετό, άφησε την τελευταία της πνοή μεσοπέλαγ α, την έδεσαν σε μια σανίδα και μ’ ένα βαρίδι στα πόδια τη φουντάραν ε στη θάλασσα για να γίνει ο υγρός τάφος της. Το πλοίο προχωρεί αργά, το επόμενο πρωί έχουμε κι άλλον νεκρό, ένα δυστυχισμ ένο γέροντα, κι αυτός από τους πρόσφυγες της Μυτιλήνης . Το πλοίο μας φαινόταν πια σαν πλεούμενο φέρετρο που ταξίδευε, το χαμόγελο είχε χαθεί.

Φτάσαμε στον Πειραιά την άλλη μέρα το απόγευμα αλλά το φορτηγό δεν μπήκε στο λιμάνι. Ο κυβερνήτη ς είχε αναφέρει τα περί θανάτων και αρρώστων και δεν μας επιτρέπου ν να μπούμε στο λιμάνι. Σε λίγο πριν νυχτώσει, στο κατάρτι ανεβαίνει η κίτρινη σημαία της καραντίνα ς. Είμαστε «χολεριασμένοι» τελούμε υπό απαγόρευσ η, είμαστε ανεπιθύμη τοι. Δυο μέρες αναμονή έξω από το λιμάνι χωρίς επίσκεψη γιατρών ή οποιαδήπο τε άλλου αρμόδιου. Παίρνουμε εντολή μετά δυο μέρες να πάμε στο Κερατσίνι γι’ απολύμανσ η, Αλλά άλλες δυο και τρεις μέρες ακόμη στο Κερατσίνι χωρίς καμιά μέριμνα, χωρίς κανένα ενδιαφέρο ν.
Εκεί στο Κερατσίνι πεθαίνει κι άλλος ένας γεροντάκο ς. Αυτόν δεν τον φουντάρισ αν στη θάλασσα, μια «λάντζα» του λιμανιού τον παραλαμβά νει για νεκροψία κι ούτε που μαθεύτηκε ποτέ γι’ αυτόν τίποτε. Μόνο την άλλη μέρα διατάσσου ν το πλοίο να πάει στην Ψυτάλλεια και εκεί θα γίνει η λοιμοκάθα ρση, η απολύμανσ η.
Στο μεταξύ πάνω στο φορτηγό η κατάσταση έχει γίνει αφόρητη. Ακόμα και το νερό είναι προβληματ ικό. Κι όχι απλώς προβληματ ικό, αλλά πανάθλιο. Δεν μας επαρκεί για τις στοιχειωδ έστερες ανάγκες. Πάνω στο πλοίο υπάρχουν αρκετά μωρά και μικρά παιδιά που έχουν ανάγκη από πλύσιμο στα ρουχαλάκι α τους τουλάχιστ ον, από την γνωστή αιτία. Για μπάνιο στα μωρά δεν γίνεται λόγος, έχουμε δέκα μέρες περίπου ταξίδι και το κορμάκι τους δεν είδε νερό, δεν είδε σαπούνι. Άρχισαν να δημιουργο ύν σπυράκια, εξανθήματ α κι άρχισε να εμφανίζετ αι και ψείρα.
Το δράμα που εξελίσσετ αι στα κοινόχρησ τα αφοδευτήρ ια, είναι από τραγικό μέχρι κωμικό. Ουρές η αναμονή, κτυπήματα στις πόρτες από τους ανυπόμονο υς. Όλοι εξαιτίας της κακής διατροφής τους, βιάζονται, το νερό για τον καθαρισμό τους είναι πολύ λίγο, η δυσοσμία μέσα στο φορτηγό γίνεται αποπνικτι κή, παρόλο που ο καιρός βοηθάει κι οι μπουκαπόρ τες των αμπαριών μένουν ανοικτές.

Το πλήρωμα του φορτηγού αρχίζει να δυσανασχε τεί μαζί μας και μας φέρεται άπρεπα. Πολλοί από το πλήρωμα έχουν τις οικογένει ές τους στον Πειραιά, αλλά κοντά σε μας είναι και αυτοί σε καραντίνα και δεν μπορούν να βγουν έξω. Μόνο ο καπετάνιο ς βγαίνει έξω και κινείται μεταξύ Λιμεναρχε ίου και τις είδε που αλλού στην προσπάθει α του κι αυτός ν’ απαλλαγεί από μας, από το δυσάρεστο αυτό φορτίου του.
Τα τρόφιμα τελείωσαν . Μας μοιράζουν μουχλιασμ ένη γαλέτα και τελεμέ. Αυτές τις τραγικές για μας ώρες, τις επωφελούν ται μερικοί άπληστοι απ’ έξω και δημιουργο ύν το εκμεταλλε υτικό τους παρεμπόρι ο. Έρχονται με βάρκες κάτω από το πλοίο να μας πουλήσουν τρόφιμα μπακαλική ς και μαναβικής . Φέρνουν γύρα το φορτηγό, διαλαλούν το εμπόρευμα τους σαν τους μανάβηδες της γειτονιάς . Δεν επιτρεπότ αν όμως να έρθουν σ’ επαφή μαζί μας, γιατί ήμασταν σε καραντίνα κι η ανταλλαγή γινόταν από το κατάστρωμ α, κατεβάζον τας μ’ ένα σκοινί ένα καλάθι ή μια τσάντα με τα χρήματα μέσα και, φωνάζοντα ς από ψηλά δινόταν η παραγγελί α. Από ζύγια και τιμές, ο θεός και η ψυχή τους. Δώδεκα μέρες περίπου, κράτησε το μαρτύριο μεταξύ λιμανιού Κερατσινί ου και Ψυτάλλεια ς.
Και ξαφνικά καινούργι ο μαντάτο! Θα φύγουμε για την Θεσσαλονί κη! Εδώ δεν μας προφταίνο υν για λοιμοκάθα ρση, εκεί θα μας απολυμάνο υν και θα μας αποβιβάσο υν! Φωνές, αγωνίες, κλάματα, οι γυναίκες σταυροκοπ ιούνται σηκώνοντα ς τα χέρια στον ουρανό. « Θεέ μου, πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο, πότε θα πατήσουμε στη γη;». Ξεκινάμε για Θεσσαλονί κη ύστερα από 13-14 ημερών μαρτυρικό ταξίδι. Άλλες τέσσερεις μέρες στο πέλαγος μας εξουθένωσ αν, μας εξάντλησα ν. Ελάχιστοι είναι οι όρθιοι στο πλοίο, οι περισσότε ροι καίγονται στον πυρετό.
Επιτέλους! Την τέταρτη μέρα βράδυ ήρθε η εντολή ότι αύριο βγαίνουμε από το πλοίο. Θα τελειώσει το μαρτύριο της δίψας, της μπόχας και της απλυσιάς. Σ’ αυτές τις 20 περίπου μέρες είχαμε γεμίσει όλοι ψείρες. Νομίζαμε ότι μόλις βγαίναμε θα μας περίμεναν τα καλοσυγυρ ισμένα σπίτια, το μπάνιο, τα καθαρά ρούχα, το καθαρό φαγητό! Που να ξέραμε … εμείς της γης οι κολασμένο ι….

Πραγματικ ά, την άλλη μέρα άρχισε το ξεφόρτωμα μας. Όσοι μεγάλοι θυμούνται την Καλαμαριά του 1924, τους όγκους της ψιλής άμμου, μια σκέτη Σαχάρα, μπορούν να φανταστού ν που μας ξεφόρτωσα ν οι μεγάλες βάρκες, που έρχονταν και μας παραλάμβα ναν από το πλοίο. Εκεί μας ξεφόρτωνα ν όπως-όπως και κουρνιάζα με στην κόχη κάποιου αμμόλοφου . Ξέπνοοι, δυστυχισμ ένοι, άδεια σώματα, σκιές. Εμείς που βγήκαμε από τους πρώτους, χωθήκαμε σαν τα ποντίκια μέσα σε μια ξεχαρβαλω μένη παλιά βάρκα, που κείτονταν στην αμμουδιά.
Παράλληλα, μας περίμεναν εκεί στην άμμο δυο-τρία μεγάλα φορτηγά αυτοκίνητ α, που φόρτωναν κι αυτά από μας και μας πήγαιναν για λοιμοκάθα ρση, γι’ απολύμανσ η. Για την ψώρα και τη ψείρα και τις άλλες πληγές του Ιώβ που κουβαλούσ αμε πάνω μας. Βγαίνοντα ς από το λοιμοκαθα ρτήριο μας έδιναν μέσα από μεγάλα κασόνια ρούχα να φορέσουμε, βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού, κι ένα σακούλι με τρόφιμα και πάλι στον άμμο της Καλαμαριά ς με τα ίδια αυτοκίνητ α που ξαναφόρτω ναν το ίδιο ανθρώπινο φορτίο για τον ίδιο προορισμό, στο λοιμοκαθα ρτήριο.

Η άφιξη του πλοίου με καινούργι ο φορτίο προσφύγων, είχε γίνει γνωστή στους πρώτους πρόσφυγες, που είχαν πάει στη Θες/νίκη, γι’ αυτό έξω από το νοσοκομεί ο που γινόταν η απολύμανσ η, είχαν μαζευτεί πολλοί και ζητούσαν συγγενείς τους και πολλοί τους βρήκαν. Έτσι, σε 3-4 μέρες που κράτησε η απολύμανσ η, αυτοί που επέστρεψα ν στη Καλαμαριά ήμασταν οι μισοί απ’ όσους ήρθαμε με το πλοίο. Μερικούς τους πήγαν σε μερικές τεράστιες παράγκες που μοιάζανε με ΤΟΛ και 5-6 μέρες αργότερα φέρανε αντίσκηνα κι έτσι βολευτήκα με κάπως.
Το αξεπέραστ ο όμως δράμα ήταν το δράμα του νερού και της τουαλέτας . Το νερό είναι πολύ μακριά. Χρειάζετα ι μια ώρα να πας και να ’ρθεις. Μετά από 2-3 μέρες εμφανίστη καν ένας-δυο νερουλάδε ς, που μ’ ένα βυτίο πάνω στο κάρο μας πουλούσαν νερό μια δραχμή τη στάμνα ή τον τενεκέ. Από την έλλειψη νερού, την κακή διατροφή και τα παιχνίδια στην άμμο, όλα τα παιδιά και πολλοί μεγάλοι πάθαμε οφθαλμία, ματόπονο τον λέγαμε και τραχώματα .

Σιγά-σιγά ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνε ι στη Θες/νικη για να βρει δουλειά και να πάρουν πληροφορί ες σχετικά με το που θα εγκαταστα θούμε. Συνάντησα ν και άλλους Τριγλιανο ύς και πήραν πληροφορί ες, έμαθαν περί Ραφήνας και για το Σουφλάρι (Ν. Τρίγλια) κι άρχισαν να τρέχουν προς τις δυο κατευθύνσ εις να κάνουν την εκλογή τους για το που θα εγκαταστή σουν τις οικογένει ες τους. Παράλληλα, έτρεχαν και προς τις «Επιτροπές Αποκατάστ ασης», που είχαν δημιουργη θεί και των οποίων όλων αυτών πρόεδρος ήταν ο Τριγλιανό ς δεσπότης Διόδωρος Κάρατσης, μητροπολί της τότε Καμπανίας . Αυτού όμως η προτίμηση ήταν τότε μόνο το Σουφλάρι και προς τα κει κατεύθυνε τον κόσμο.
Στο μεταξύ, ο άμμος της Καλαμαριά ς σιγά-σιγά άδειαζε από τις προσφυγικ ές οικογένει ες, τα τσαντίρια λιγόστευα ν, όλοι έδιναν κάποια λύση στο πρόβλημα τους. Και μερικοί Τριγλιανο ί ακόμη, είχαν φύγει προς τη Θες/νίκη μέσα, προς Τούμπα, Ντεπό και αλλού. Ο πατέρας είχε πάει και είδε το Σουφλάρι. Ο τόπος δεν του άρεσε, γιατί δεν ήταν και ποτέ αγρότης, αλλά εκεί βρήκε όλους τους συγγενείς μας κι έκαμε τη σκέψη να πάμε και εμείς εκεί κι ο Θεός βοηθός.
Σε δυο-τρεις μέρες, φορτηγά μας μετέφεραν στο Σουφλάρι. Η δίμηνη περίπου περιπέτει α, από την επιβίβαση στο φορτηγό «ΕΛΛΗ», το περιπετει ώδες ταξίδι και το μαρτύριο σης άμμου της Καλαμαριά, τέλειωνε εδώ.

Στο Σουφλάρι εγκατέστη σαν τη δική μας οικογένει α, και τα δυο αδέλφια τον Ηρακλή και τη Θωμαή Οικονόμου, στα δυο υπόγεια δωμάτια του μετοχιού του Μοναστηρι ού, που σώζεται ακόμη. Εμείς είχαμε το αριστερό, όπως μπαίναμε και οι Οικονόμου το δεξιό. Οι τοίχοι ασοβάντισ τοι, ο αερισμός κι ο φωτισμός γίνονταν από ένα καγκελόφρ αχτο παράθυρο 50x50, κάτω χώμα και υγρασία, πολλή υγρασία. Ο χώρος είχε διαστάσει ς 5x5 για μια οικογένει α οκτώ ατόμων.
Ένα πραγματικ ό κάτεργο, ένα κελί θανάτου. Μόνο το ύψος του παραθύρου, τα πενήντα εκατοστά, εξείχε από τη γη.


Το Μετόχι το 2008. Αριστερά, το παράθυρο του υπογείου που έμειναν.

Ο καημένος ο πατέρας υπέφερε περισσότε ρο από όλους από την ελονοσία. Η πιο ανθεκτική, για καλή μας τύχη ήταν η μητέρα. Πολλές φορές ήμασταν όλοι κρεβατωμέ νοι με πυρετό, πέντε παιδιά, η γιαγιά κι ο πατέρας και κείνη να τριγυρίζε ι ανάμεσα μας, να μας παρηγορεί και να μας περιποιεί ται. Την παραμονή στο υπόγειο αυτό το πληρώσαμε με το χαμό, με το θάνατο του μεγάλου αδελφού μου Φιλήμονα, 11 χρονών τότε.


Υ.Γ. Η συνέχεια των περιπετει ών της οικογένει ας μας στη Β. Ελλάδα συνεχίστη καν για καμιά δεκαριά χρόνια, ώσπου να έρθουν το 1934 στη Ραφήνα και να στεριώσου ν. Μια περιγραφή θα βρείτε εδώ:
http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=937.0