Αποστολέας Θέμα: Θ. Πιστικίδης: H ιστορία της οικογένειας μου όταν εγκαταλείπαμε την Τρίγλια στις  (Αναγνώστηκε 1328 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 0
  • -Λάβατε: 77
  • Μηνύματα: 228
  • Age: 72
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 87
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Θ. Πιστικίδη ς: Εγκαταλεί ποντας την Τρίγλια στις 29 Αύγουστου 1922, η ιστορία της οικογένει ας μου
Από το βιβλίο: Θ. Πιστικίδη ς: Τρίγλια Βιθυνίας, Αθήνα 1983, σελ.77


Στις 29 Αυγούστου, την ημέρα της φυγής, ο πατέρας μου δεν ήταν στην Τρίγλια. Είχε πάει πριν από τρεις μέρες στην Προύσα για δουλειές του. Παράλληλα ο αδελφός της μητέρας μου, ο Βασίλης Κολιβίδης, είχε την γυναίκα του, την αξέχαστη θεία Σμαρώ, κατάκοιτη από αρκετά χρόνια. Με το πρώτο βαπόρι, το «Χελιδόνι», φρόντισε να στείλει τη θεία την κατάκοιτη στο άγνωστο, ζητώντας από την μητέρα μου να τη συνοδεύει η αδελφή μου Γεωργία, 8 χρονών τότε. Η μητέρα μου έδωσε τη μικρή νομίζοντα ς πως ο τόπος προορισμο ύ θα ήταν ένας για όλα τα βαπόρια και θ’ ανταμώναν ε εύκολα, το πίστευε φυσικά και ο θείος ο Κολιβίδης . Αυτός έμεινε για να πάρει από το σπίτι του ότι ρουχισμό θα μπορούσε και να φύγει μ’ άλλο πλοίο. Ο θείος βιάζονταν πολύ να φύγει, γιατί ήξερε τι τον περίμενε αν τον έπιαναν οι Τούρκοι στην Τρίγλια. Ο θείος ήταν εκείνος ο ντεληφυσέ κης, που με την σφαίρα του, είχε ρίξει το μισοφέγγα ρο από το τζαμί την ημέρα που ο Ελληνικός Στρατός μπήκε στην Τρίγλια. Αφού πήρε κάνα-δύο μπόγους ρούχα στην πλάτη, έφυγε με το «Γκόρντον», αλλά αποβιβάστ ηκε στην Τένεδο κι έτσι έχασε την άρρωστη γυναίκα του και την αδελφή μου, που το «Χελιδόνι» τις είχε αποβιβάσε ι στη Ραιδεστό.

Η μητέρα μου, μόνη, παλεύει στο σπίτι να ετοιμάσει κανένα ντέγκι, κάνα μπόγο και με τρία κουτσούβε λα στα χέρια, τον αδελφό μου Φιλήμονα 6 χρονών, εμένα 4 χρονών και την 8μηνη αβάπτιστη Θεοχαρούλ α (Τούλα). Με τη βοήθεια του θείου Βιάδη και του θείου Μπαλάση φθάσαμε στην παραλία, αλλά η μητέρα δεν επιβιβάζε ται. Αγωνιά για τον πατέρα, περιμένει ελπίζει πως, έστω και την τελευταία ώρα, θα φανεί. Ρωτά και ξαναρωτά μήπως τον είδε κανείς, μήπως ήρθε, τίποτε όμως. Ο πατέρας δεν φάνηκε. Το «Βιθυνία», το τελευταίο βαπόρι, φορτώνει, ο κόσμος αγωνιά στριμώχνε ται φορτώνει ότι μπορεί και πηδάει μέσα. Μερικοί στρατιώτε ς από διαλυμένα τάγματα προστίθεν ται στον κόσμο και πηδούν και αυτοί στο βαπόρι, φέρνοντας και την είδηση ότι οι Τούρκοι βρίσκοντα ι στα υψώματα της Τρίγλιας και ότι πιο πίσω γίνονται άγριες μάχες. Κάποιοι βοηθούν την μητέρα να μπει στο βαπόρι και βάζουν μέσα ότι από τα υπάρχοντά μας έχουν έρθει στη θάλασσα. Δύο ντέκια και τρεις-τέσσερις μπόγοι. Σπρώχνουν και κείνη και μας τα μικρά, και μας βάζουν μέσα μαζί με τη γιαγιά Μαγδαληνή . Πατάμε στο κατάστρωμ α του υπερφορτω μένου βαποριού και η μητέρα κοιτάζει να μας συγκεντρώ σει κοντά της. Αλλά μόνο εγώ είμαι κοντά της και η αβάπτιστη μικρούλα, που έχει στην αγκαλιά. Τρελαίνετ αι η μάνα:
-Ο Φιλήμων; Που είναι ο Φιλήμων; Που είναι ο Φιλήμων μου; Φωνάζει η ταλαίπωρη και κοντεύει να τρελαθεί.
Το βαπόρι σφυρίζει για τελευταία φορά, αποχαιρετ ώντας την Τρίγλια για πάντα και κάποιος της λέει πως τον είδε να βγαίνει από το βαπόρι. Τον ρωτά αν είναι αλήθεια, αν πράγματι τον είδε να βγαίνει και εκείνος της λέει:
   -Ναι, Αναστασία μου, τον είδα να βγαίνει και νόμισα πως εσύ τον έστειλες να φέρει κανένα μπόγο και δεν τον εμπόδισα.
Αρπάζοντα ς με από το μανίκι και με το μωρό στην αγκαλιά ρίχνεται έξω από το βαπόρι και παίρνει τον δρόμο έξαλλη προς το σπίτι, προς το χωριό. Κάτι σκέφτηκε. Κάτι φαντάστηκ ε αυτή. Τρέχει και μας σέρνει ξωπίσω της, αλλά το βαπόρι σηκώνει άγκυρα, λύνει κάβο και ξεκινά. Πλησιάζον τας στο σπίτι, να ο μικρός Φιλήμων να κατηφορίζ ει προς τη θάλασσα και να κρατά στο χέρι ένα σακούλι.
   -Παιδί μου, γιατί έφυγες; Παιδάκι μου που πήγες; Ρωτάει αναστατωμ ένη η άγια μάνα. Και κείνος, μ’ όλη την παιδική άγνοια και αφέλεια;
   -καλέ μαμά ήρθα να πάρω τις μπίλιες μου (τους βόλους του).
Τρέχει πάλι προς τη θάλασσα, σέρνοντας και μας από πίσω της, φθάνει, αλλά το «Βιθυνία» έχει πια απομακρυν θεί. Φωνάζει, ωρύεται, αλλά τίποτε. Το «Βιθυνία» έβαλε πια πλώρη για το Τσανάκαλε για τα Δαρδανέλι α.
Μόνη κι έρημη στην άμμο της παραλίας, κοιτάζει το πέλαγος μήπως φανεί ελπίδα σωτηρίας, κοιτάζει το πέλαγος μήπως φανεί ελπίδα σωτηρίας, κοιτάζει προς χωριό, προς τη Βαϊνού μήπως φανεί ο πατέρας, τίποτε. Βλέπει τους Τούρκους του χωριού, που άρχισαν να μπαινοβγα ίνουν στ’ αρχοντόσπ ιτα της παραλίας και τρελαίνετ αι από την αγωνία. Σε λίγο θα βραδιάσει . Τι να την περιμένει; Και ξαφνικά, να ένας χωριανός, είναι ο συγγενής της ο Αναστάσης ο Πατικάς. Να κι άλλος με τη γυναίκα του, να κι άλλος, να και τρεις-τέσσερεις στρατιώτε ς. Έγιναν μια ομάδα καμιά δεκαπεντα ριά νοματαίοι και συζητούν τι θα κάνουν, τι μπορεί να γίνει, πως θα φύγουν. Στην άμμο αναποδογυ ρισμένη βρίσκεται μια παλιόβαρκ α (τσιριασμέ νη). Να, η σωτηρία! Τη ρίχνουν οι άνδρες στη θάλασσα, μα η βάρκα κάνει πολλά νερά. Βρίσκουν τενεκεδέν ια κουτιά, τα ρίχνουν μέσα, βρίσκουν και κάνα δυο κουπιά, καδρόνια, τάβλες, όλα μέσα στη βάρκα. Μπαίνουν οι τρεις, τα πέντε παιδιά, οι τέσσερες στρατιώτε ς κι άλλοι τρεις άνδρες χωριανοί. Ο Πατικάς και τέσσερες άλλοι χωριανοί δεν θέλουν όμως να φύγουν, δεν θέλουν να αποχωριστ ούν την Τρίγλια.
   Εμείς δεν φεύγουμε, στείλαμε τις γυναίκες μας, τα παιδιά. Εμείς θα μείνουμε μια-δυο μέρες όσο μπορέσουμ ε. Άιντε στο καλό.
   -Αν δείτε τον Βασίλη πέστε του πως έφυγα, φωνάζει η μητέρα.
Ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του. Ένας κατακόκκι νος πυρακτωμέ νος ήλιος(*), που λες και κοκκίνισε και αυτός απ΄ τη ντροπή του, για την φοβερή αδικία, για τη φοβερή σφαγή. Οι άνδρες τραβούν κουπί, οι γυναίκες βγάζουν συνέχεια νερό, η βάρκα είναι ως τη μέση γεμάτη νερό. Κωπηλατού ν, κωπηλατού ν, βραδιάζει για τα καλά, νυκτώνει. Πόσες ώρες κράτησε αυτό το ταξίδι κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Χαράζει, ξημερώνει, ζυγώνουν στην απέναντι στεριά, είναι η Ραιδεστός . Σώθηκαν.

Στην αμμουδιά της Ραιδεστού πολλοί Τριγλιανο ί, και άλλοι από τα γύρω χωριά, ξεκουράζο υν τα κατάκοπα κορμιά τους. Ευτυχώς είναι καλοκαίρι ακόμη και ο καιρός είναι σύμμαχός τους. Ξημερώνει, να ο ένας να ο άλλος, οι χωριανοί, οι συμπατριώ τες μας τα λένε. Μια γειτόνισσ α της λέει πως στη Ραιδεστό βρίσκεται και η μικρή Γεωργία με την άρρωστη θεία αλλά χθες αργά το βράδυ κάποιος παπάς ήρθε και πήρε την άρρωστη και τη μικρή σπίτι του. Η μητέρα γνωρίζει τον παπά της Ραιδεστού, είναι φίλος και του πατέρα και του θείου του Κολιβίδη. Γνώρισε τη μικρή και τη θεία ο καλός παπάς και τις πήρε σπίτι του. Η μητέρα ανάσανε, που αντάμωσε το παιδί της. Όταν ξημέρωσε για τα καλά πήγε στο σπίτι του παπά και βρήκε τη Γεωργία και τη θεία Σμαρώ. Σε λίγες μέρες πέρασε από τη Ραιδεστό το «Ευστράτιος» και πήρε όσους ήθελαν να έρθουν στην Ελλάδα και τους ασθενείς. Τη θεία Σμαρώ τη βάλανε στο βαπόρι και την μετέφεραν στη Θες/νίκη σε νοσοκομεί ο, ενώ η μητέρα και εμείς πήγαμε για την Πόλη, με την ελπίδα μήπως και συναντήσο υμε τον πατέρα. Ο θείος Κολιβίδης, ύστερα από ενάμιση χρόνου αναζήτηση ς, βρήκε τη θεία Σμαρώ σε Νοσοκομεί ο της Θες/νίκης.



1926: Θανάσης Πιστικίδη ς και Βασίλης Κολιβίδης, μόλις εγκαταστά θηκαν στην Ραφήνα, Αττικής
1930: Μέλη της οικογένει ας Βασίλη Πιστικίδη στη Δράμα, όπου εγκαταστά θηκαν προσωρινά .



Ο πατέρας έφθασε στην Τρίγλια, ύστερ΄ από την δική μας αναχώρηση, μόλις είχε γείρει ο ήλιος. Στην Τρίγλια είχαν αρχίσει να μπαίνουν οι Τούρκοι στρατιώτε ς άτακτοι, εξαγριωμέ νοι και οι Τούρκοι του χωριού διαγούμιζ αν, γλεντούσα ν τη νίκη τους και βασάνιζαν τους πέντε Τριγλιανο ύς που είχαν μείνει. Ανάμεσα τους βρέθηκε ξαφνικά και ο πατέρας. Πριν καλά-καλά αντιληφθε ί τι συμβαίνει, γιατί από την πλευρά της Βαϊνούς, απ’ όπου μπήκε στο χωριό, δεν συνάντησε κανένα, τον πλησιάζει ένας Τριγλιανό ς Τούρκος και, δίνοντας του μια δυνατή σπρωξιά και δύο χαστούκια, τον ρωτά:
   -Σενί καϊνί νέρτε (δηλ. που είναι ο κουνιάδος σου);
Ο πατέρας ήξερε καλά Τούρκικα και εύστροφος όπως ήταν κατάλαβε αμέσως τι ήθελαν τον κουνιάδο του. Γι’ αυτό δεν αμφέβαλλε καθόλου, γιατί μπροστά του, δεμένος στον πλάτανο και καταματωμ ένος από το ξύλο, βρίσκοντα ν ο Αντώνης ο Λεός (Κουκής). Ήταν αυτός ο οποίος τη μέρα που μπήκε ο Ελληνικός Στρατός στην Τρίγλια, ανέβηκε και γκρέμισε την κορυφή του μιναρέ. Ο άλλος ο θείος μου, που με τη σφαίρα του έριξε το μισοφέγγα ρο, φρόντισε να φύγει έγκαιρα και γι’ αυτόν εκαλείτο τώρα να πληρώσει ο πατέρας.
Οι άλλοι τέσσερεις κείτονταν στο χώμα σε κακή κατάσταση και γύρω-γύρω οι Τούρκοι, ντόπιοι και στρατιώτε ς, άλλος με βέργες, άλλος με κλωτσιές, άλλος με νερό τους αργοβασάν ιζαν. Στις ερωτήσεις των Τούρκων ο πατέρας απάντησε ότι δεν μπορούσε να ξέρει για τον κουνιάδο του, γιατί μόλις τώρα γυρίζει στο χωριό και δεν ξέρει ούτε για την οικογένει α του. Τον βασάνισαν αρκετά, τον πέταξαν κάτω με ξύλα και κλωτσιές, και θα ήταν ο έκτος των εκτελεσθέ ντων Τριγλιανώ ν, αν δεν εμφανιζότ αν, σαν από μηχανής θεός, ένας Τριγλιανό ς Τούρκος, να μπει ανάμεσα στους εξαγριωμέ νους συμπατριώ τες του και να φωνάζει:
   -Αφήστε αυτόν τον άνθρωπο, μη τον κτυπάτε. Είναι ο σωτήρας του παιδιού μου, αφήστε τον σε μένα.
Πάλεψε με φωνές και χέρια ο Τούρκος εκείνος και τελικά τον κέρδισε. Τον γλύτωσε από τον θάνατο.
Τι είχε προηγηθεί και γλύτωσε ο πατέρας;
Λίγους μήνες ύστερ’ από τον ερχομό του Ελληνικού Στρατού στην Τρίγλια, ένα βράδυ και ενώ η μητέρα μου γύριζε από μια επίσκεψη, σε μια σκοτεινή ρύμνη (στενοσόκα κο), ακούει μια κοριτσίστ ικη φωνή να ζητάει βοήθεια, στα Τούρκικα. Πλησιάζει και βλέπει ένα Έλληνα στρατιώτη να προσπαθεί να βιάσει μια Τουρκοπού λα, όχι πάνω από δεκατεσσά ρων χρονών. Τέτοιο επεισόδιο δεν είχε γίνει, ούτε ξανάγινε στην Τρίγλια. Ήταν το μοναδικό. Πήρε το κορίτσι και το πήγε σπίτι του. Με χίλια ευχαριστώ η μητέρα και ο πατέρας του κοριτσιού, δεν έπαυαν να μας ευχαριστο ύν και να ζητούν να κάνουν κάποια εξυπηρέτη ση.
Και να, η μεγάλη εξυπηρέτη ση, και να η ανταπόδοσ η και να, η μεγάλη αναγνώρισ η. Αυτός ο άνθρωπος, ο απλός, μπήκε μέσα στο λυσσασμέν ο λεφούσι, όταν γνώρισε τον πατέρα και τον έσωσε. Τους είπε πως είναι και ψωμάς (φούρναρης) και να τον βάλουν σ’ ένα φούρνο να βγάζει ψωμί γι’ αυτούς και αυτός εγγυάται για την απόδραση του. Η λαϊκή παροιμία λέει: «κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό» και το καλό εκείνο βγήκε από τον γιαλό και ανταποδόθ ηκε και με το παραπάνω. Πράγματι, τον πατέρα τον έβαλαν και δούλευε για λογαριασμ ό τους τον φούρνο του Προύσαλη. Άλευρα η αποθήκη του φούρνου είχε αρκετά και ο πατέρας δούλευε. Μια μέρα, ο σωτήρας του Τούρκος τον είδε ανήσυχο, γιατί δεν ήξερε που βρισκόμασ ταν, τον πλησιάζει και του λέει:
   -Βασίλη, μην κάνεις καμιά τρέλα και φύγεις, γιατί θα σε σκοτώσουν . Δούλευε και περίμενε, κι εγώ, την κατάλληλη ώρα, θα σε φυγαδεύσω με σίγουρο μέσον.
Πράγματι, ύστερα δυο και πλέον μήνες, ο καλός εκείνος Τούρκος κράτησε το λόγο του. Θα είχαν ασφαλώς ηρεμήσει τα πράγματα στην Τρίγλια κι ένα βράδυ με φιλικό του τούρκικο καΐκι τον φυγάδεψε στην Πόλη.



1978, Πρώτη επίσκεψη στη Τρίγλια Βιθυνίας
Το σπίτι μας (τώρα κατεδαφίσ τηκε) και φούρνος του Προύσαλη.


Εμάς, μας είχαν εγκαταστή σει στα Ψωμαθιά. Ακριβώς απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντί νου, σ’ ένα επιπλωμέν ο και ωραίο σπίτι ιδιοκτησί ας της εκκλησίας . Ένα πρωινό λοιπόν, του Νοέμβρη ήλθε το ευχάριστο μήνυμα. Κάποιος Τριγλιανό ς ήλθε τρεχάτος και φωνάζοντα ς:
   -Αναστασία, Αναστασία, πάρε ρούχα και τρέχα στο Γαλατά να πάρεις τον Βασίλη. Ήρθε ο Βασίλης.
Πήρε η μητέρα μου μια αλλαξιά, άφησε το μωρό στη γιαγιά, η Γεωργία και ο Φιλήμων πήγαιναν σχολείο, που λειτουργο ύσε στον αυλόγυρο του Αγ. Κωστ/νου και μένα από το χέρι και τρέξαμε στο Γαλατά, μαζί με τον καλό Τριγλιανό, που μας έφερε την είδηση. Θυμάμαι τη σκηνή: τον πατέρα να βγαίνει από το αμπάρι ενός καϊκιού, με τα εσώρουχα που ήταν κάποτε άσπρα, σαν Λάζαρος π’ ανασταίνε ται στις Βυζαντινέ ς Αγιορείτι κες εικόνες. Είχαμε σμίξει, είχαμε σωθεί.

Από την Πόλη φύγαμε σαν ανταλλάξι μοι, το καλοκαίρι του 1924. Ένα φορτηγό το «Έλλη», με Τριγλιανο ύς κι άλλους ανταλλάξι μους, μετά από διάφορες περιπέτει ες, μας ξεφόρτωσε κυριολεκτ ικά στους άμμους της Καλαμαριά ς στη Θες/νίκη.


Υ.Γ. Ο Θανάσης Πιστικίδη ς ήταν ο αδελφός της μητέρας μου Γεωργίας, άρα η δική του ιστορία, είναι και δική μου!


(*) Αντιγράφο ντας τώρα αυτό το κομμάτι, συνειδητο ποιώ ότι πράγματι πρέπει να ήτανε ένα όμορφο κατακόκκι νο δειλινό, όταν εγκατέλει ψαν την Τρίγλια. Έτσι, κατάλαβα τώρα, ποια ακριβώς στιγμή είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη της γιαγιάς μου, όταν ένα βραδάκι, βλέποντας την ανάκλαση ενός κατακόκκι νου ηλιοβασιλ έματος στο απέναντι τζάμι άρχισε να φωνάζει: «οι Τούρκοι, οι Τούρκοι, καίνε το χωριό, έρχονται. Φέρε γρήγορα το μπόγο με τα ρούχα των μικρών να φύγουμε». Πάντα υπήρχαν έτοιμοι μπόγοι!

Δείτε όλο το κείμενο: http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=1147.0