Αποστολέας Θέμα: Παναγία ἡ Ρευματοκρατόρισσα (του Γιώργου Ιωάννου)  (Αναγνώστηκε 712 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 48
  • -Λάβατε: 92
  • Μηνύματα: 322
  • Τόπος: Θεσσαλονίκη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 94
  • Φύλο: Άντρας
Ας το διαβάσουμ ε οι Τριγλιανο ί απόγονοι, γιατί ...κοινά τα βιώματα όλων των προσφύγων .


Παναγία ἡ Ρευματοκρ ατόρισσα

Στή μισοβυθισ μένη μές στά χώματα Ἀχειροποί ητο, σέ μιά γωνιά τοῦ νάρθηκα, βρίσκεται σχεδόν παραπεταμ ένη ἡ Παναγία ἡ Ρευματοκρ ατόρισσα. Κατεβαίνω ἀρκετά συχνά καί τήν κοιτάζω πικροχαμο γελώντας γιά τήν κοινή κατάντια μας. Δέ μοιάζει, βέβαια, μέ προσκύνημ α αὐτό πού κάνω καί τό ξέρω καλά. Εἶναι πιό πολύ σάν ἐπίσκεψη σέ μιά παλιά φιλενάδα τῆς γιαγιᾶς μου καί τῆς προγιαγιᾶ ς μου, ὅπου πάω γιά νά χαϊδευτῶ καί νά κλαυτῶ, μιά κι ἔχουν λείψει προπολλοῦ ἐκεῖνες. Τό κερί τ' ἀνάβω ἁπλῶς γιά νά βλεπόμαστ ε καλύτερα. Κρυφοκοιτ αζόμαστε ὥσπου νά λιώσει κι ὕστερα τή φιλῶ στά πεταχτά καί φεύγω. Τά συναισθήμ ατά μας πάντοτε τά καταπιέζο υμε στό σπίτι. Ὧρες ὧρες θαρρῶ πώς κάτι θέλει νά μοῦ μιλήσει. Αὐτό καί νά γίνει δέν πρόκειται νά τό θεωρήσω γιά θαῦμα.

Πολλές ἱστορίες, πολλά ἀνέκδοτα καί μυστικά, θά πρέπει νά ξέρει γιά τούς προγόνους μου. Αἰῶνες τήν προσκυνοῦ σαν καί τήν ἐμπιστεύο νταν στήν πατρίδα. Ἐκεῖ, ἦταν ἀρχόντισσ α, εἶχε παλάτι δικό της, αὐτοκρατο ρικό. Ἐδῶ, μόλις καί τῆς ἐπιτρέπου ν νά κουρνιάζε ι σ' αὐτόν τό νάρθηκα. Πάλι καλά πού δέν τήν ἔστειλαν ἀκόμα σέ κανένα μουσεῖο. Ἡ προσφυγιά κι αὐτηνῆς κι ἡ δική μας οὔτε ἔληξε οὔτε πρόκειται ποτέ νά λήξει. Χάσαμε τά σπίτια μας, τά παλάτια μας, κι ἤρθαμε ἐδῶ νά παλεύουμε μέ τούς σκληροτρά χηλους ντόπιους, πού ἀμέσως μᾶς ὅρμηξαν.

Τή Ρευματοκρ ατόρισσα τή φέραν οἱ παππούληδ ές μου ἀπό μιά πολιτεία τῆς ΙΙροποντί δας. Τήν ἅρπαξαν μιά Κυριακή πρωί καί φύγαν πάνω στ' ἄλογα. Ὁ δεσπότης δέν πρόλαβε νά βγάλει τ' ἄμφιά του, σάν ἦρθε ἡ εἴδηση πώς ἔφταναν οἱ τσέτες. Πρόσταξε μοναχά τόν κόσμο νά πάρει ἀμέσως τά βουνά, κι αὐτός, ἀφοῦ τέλειωσε ὅπως ὅπως τή λειτουργί α, ἀνέβηκε στό ἄλογο καί καλπάζοντ ας μές στά χρυσά τούς πρόφταξε. Οἱ γέροι καί τά γυναικόπα ιδα ἔτρεχαν τό κατόπι, γύρω τριγύρω ἔφερναν κύκλους τά παλικάρια, καί δίπλα στό δεσπότη ἕνας παλίκαρος μέ τήν εἰκόνα ἀγκαλιά πήγαινε πάνω στ' ἄλογο. Κρύφτηκαν σ' ἕνα σπήλαιο βαθύ καί γλίτωσαν ἀπ' τούς τσέτες, πού πέρασαν ἀπ' τό διπλανό μονοπάτι. Στά μωρά εἶχαν δώσει μόκο, ἀφιόνι δηλαδή, κι ἔτσι δέν κλαῖγαν. Ἦταν ἔμπειροι σ' αὐτά καί ἀπό καιρό γιά ὅλα προετοιμα σμένοι. Τή νύχτα κατέβηκαν κρυφά τά παλικάρια καί πῆραν κι ἄλλα πράγματα. Ὅμως τόν Ἅγιο Γιώργη τόν Ἀράπη κανένας δέν τόν πρόλαβε, τόν εἶχαν κάψει οἱ τοῦρκοι. Ἔκλαψε ὁ δεσπότης σάν τό ἔμαθε καί πῆρε τήν ἀπόφαση νά τούς ὁδηγήσει πιά στήν ἐλεύθερη πατρίδα. Σέ δυό τρεῖς μέρες, τραβώντας συνεχῶς κατά τά δυτικά, ἔφτασαν στόν Ἕβρο καί διάβηκαν σά λιτανεία τό ρεῦμα. Ἡ Ρευματοκρ ατόρισσα συγκράτησ ε καί πάλι τό πολύ νερό.

Στή Σαλονίκη τούς πιό πολλούς τούς στρίμωξαν στήν Ἀχειροποί ητο ἤ ἐκεῖ γύρω. Οἱ τοῦρκοι εἶχαν μετατρέψε ι γιά αἰῶνες τήν τεράστια ἐκκλησιά σέ τζαμί κι ἔτσι τήν εἶχαν μαγαρίσει . Μποροῦσαν λοιπόν νά τή μαγαρίσου ν λιγάκι κι οἱ ἀνοικονόμ ητοι πρόσφυγες . Αὐτοί, ἀφοῦ ἔστησαν τήν εἰκόνα τους στή θέση τοῦ ἱεροῦ, χώρισαν μέ κουβέρτες καί σεντόνια χώρους σά δωμάτια κι ἄρχισαν νά ζοῦν. Ἔρωτες, καβγάδες, ξυλοδαρμο ί, γλέντια, χαρές καί γεννητούρ ια, γίνονταν πίσω ἀπ' τά κρεμασμέν α σεντόνια, πού τότε μόνο σηκώνοντα ν ὅλα, ὅταν ἦταν ἰδιαίτερα μεγάλης σημασίας τό γεγονός. Στά καρναβάλι α καίγονταν τό πελεκούδι . Ὥς κι οἱ μπαγιάτηδ ες σαλονικοί προσπαθοῦ σαν νά λάβουν μέρος. Ὕστερα ἀπ' ὅλα αὐτά, ἦταν βέβαια περιττό νά ξαναγιαστ εῖ ἡ ἐκκλησία, πράγμα ὅμως πού ἔγινε μεγαλοπρε πῶς, μόλις πέταξαν ἀπό μέσα τούς πρόσφυγες . Ἡ εἰκόνα, φυσικά, ἀπόμεινε αἰχμάλωτη τῶν ξένων παπάδων.

Τίς ἱστορίες αὐτές τίς ἔμαθα πολύ ἀργότερα ἀπό ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, πού μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο ἔχει πλέον ἐκλείψει. Ἐκτός ἀπ' τήν εἰκόνα, σχεδόν τίποτε ἄλλο δέν ἀπομένει ἀπό κείνη τή γενιά. Ὅσο τήν κοιτάζω, τόσο θαρρῶ πώς βλέπω στό πρόσωπό της τή γιαγιά μου. Ἔτσι θά ἦταν, βέβαια, καί ἡ προγιαγιά μου. Οἱ ἄνθρωποι μοιάζουν στίς δικές τους περιοχές. Εἶναι ὅμως νέα ἡ εἰκόνα καί ὄμορφη καί στό δέρμα κεραμιδιά, σάν νά βουτήχτηκ ε, πράγμα διόλου ἀπίθανο, σέ αἱμάτινο ποτάμι. Πολλές σφαγές θρυλοῦντα ι στά παλιά τά χρόνια. Ὁ παππούς μου εἶχε μάθει ἀπ' τόν προπαππού μου καί πάντα κοίταζε τήν πλάτη τοῦ ἀρνιοῦ, προβλέπον τας τά αἵματα, τίς πεῖνες καί τίς δίψες. Πήγαινε τότε κρυφά καί τό 'λεγε καί παρακαλοῦ σε γονατιστό ς τή Ρευματοκρ ατόρισσα. Ὅταν ἕνα λατρευτό μου πρόσωπο ἔκαμνε συνέχεια αἱμοπτύσε ις βαριές τρέχοντας σάν τρελός γιά γιατρούς, πέρασα μιά στιγμή καί τό 'πα στήν εἰκόνα. Μά, ἦταν ἀργά πιά. Ἔτσι τρέχω πάντα στίς δύσκολες ἤ τίς χαρούμενε ς στιγμές καί τῆς τά λέω ὅλα. Κι ὄχι πώς περιμένω καμιά βοήθεια. Τί νά σοῦ κάνει κι αὐτή ἐνάντια στήν παντοδύνα μη μοίρα; Ἁπλῶς νιώθω τή βαθιά ἀνάγκη νά τά ἐμπιστευτ ῶ σ' ἕνα δικό μου πρόσωπο, πού ξέρει τή ρίζα μου καί τή φύτρα μου κι ἀνησυχεῖ ἴσως γιά ὁρισμένα καμώματά μου. Στούς γάμους, τίς κηδεῖες καί τά βαφτίσια πάντα τούς συγγενεῖς δέν πρωτοθυμᾶ ται κανένας;

Μιά μέρα, τώρα τελευταῖα, καθώς τῆς παραπονιό μουν νοερά γιά τήν ἀφόρητη πιά ἐρημιά μου, ἄκουσα μέσα μου σάν ἀπάντηση ἕνα ποντιακό τραγούδι μέ ὡραῖο σκοπό:

Τυραννίου μαι καί κλαίω
καί κανέναν δέν τό λέω.
Σ' ἕνα ν-ἔμορφον κορτσόπλο ν7
τά παράπονα μ' θά λέω.

Τήν εἶδα σά νά μοῦ ἔγνεφε ἐνθαρρυντ ικά — ἴδια ἡ γιαγιά μου, πού ὥς τά τελευταῖα της ἔλπιζε γιά δισέγγονα . «Δίκιο ἔχεις, ψιθύρισα. Καιρός καί γιά κορτσόπλο ν, πράγματι. Θά σβήσει τό ρέμα μιᾶς γενιᾶς ὁλόκληρης ἀπάvω μου, ἔτσι ὅπως πάω».
( Ἡ σαρκοφάγο ς, 1971)