Αποστολέας Θέμα: Ιστορίες από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης στη Ν. Τρίγλια  (Αναγνώστηκε 1049 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 0
  • -Λάβατε: 72
  • Μηνύματα: 216
  • Age: 71
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 82
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Ιστορίες από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστα σης στη Ν. Τρίγλια (1926)

Κουβαλώντας ξύλα, 1953, Paul Almasy

Είδα στο face book αυτή τη φωτογραφί α με τα παιδάκια που κουβαλάνε ξύλα στη πλάτη τους και θυμήθηκα μια ιστορία, που διηγιέται ο θείος Θανάσης στα εγγόνια του (Θανάσης Πιστικίδη ς: Πες μας παππού, σελ. 31), και αφορά την μητέρα μου και τον ίδιο όταν ήτανε παιδάκια 12 και 7 χρονών αντίστοιχ α.
Θα ήτανε άνοιξη του 1926 ή 1927, δύο- τρία χρόνια αφού ήρθαν σαν ανταλλάξι μοι το 1924 (http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=1291.0) και είχαν εγκαταστα θεί στο αριστερό υπόγειο του Μετοχιού στο Σουφλάρι (Ν. Τρίγλια). Στο δεξιό, έμεναν ο Ηρακλής και η Θωμαή Οικονόμου .
Ο Θανάσης Πιστικίδη ς στο βιβλίο του «Ραφήνα: Ριζώματα, Βιώματα, Παθήματα», σελ 33, μας περιγράφε ι το Μετόχι της Μονής του Βατοπεδίο υ, ένα μεγάλο λιθόχτιστ ο κτίριο δύο ορόφων με υπόγειο, που είχε απαλλοτρι ωθεί από την Ελληνική κυβέρνηση για την εγκατάστα ση των προσφύγων, ως εξής:


Το Μετόχι στο Σουφλάρι (2008).
Στο αριστερό υπόγειο έμεινε η οικογένει α της μητέρας μου, όταν πρωτοήρθα ν στην Ελλάδα σαν ανταλλάξι μοι
.



«Στους δυο ορόφους του να είχε περί τα είκοσι δωμάτια και σε μερικά από αυτά είχαν εγκαταστή σει Τριγλιανέ ς οικογένει ες, που ήρθαν πριν από μας. Στον πάνω όροφο είχαν κρατήσει τρία δωμάτια, που τα χρησιμοπο ιούσαν για σχολείο. Εκεί ακόμη είχαν εγκαταστή σει και τον Αστυνομικ ό Σταθμό. Είχε μια μεγάλη αυλή με γύρω-γύρω χτισμένα δωμάτια. Παλιότερα ήσαν υποστατικ ά, τώρα στέγαζαν κι αυτά πρόσφυγες .
Η μια πλευρά από τον κλειστό σε τετράγωνο χτισμένο αυλόγυρο, ήταν αποθήκες κι είχε ένα φούρνο κι ένα λιοτρίβι. Μια μεγάλη πόρτα ήταν η μοναδική είσοδος στον αυλόγυρο του μετοχιού.
Το υπόγειο που εγκαταστα θήκαμε, ήταν ένας χώρος 5x5 για μια οικογένει α οκτώ ατόμων. Οι τοίχοι ήταν ασοβάτιστ οι, ο αερισμός και ο φωτισμός γινότανε από ένα μικρό καγκελόφρ ακτο παράθυρο 50x50, κοντά στην οροφή. Μόνο αυτά τα 50 εκατοστά ήταν πάνω από τη γη. Για πάτωμα είχε χώμα και υγρασία, πολύ υγρασία.»
«Η πείνα, οι αρρώστιες, τα ζωϊφια και οι στερήσεις μας βασάνιζαν . Στο πρωϊνό ξύπνημα ήταν αδύνατο να ανοίξουμε τα μάτια μας από την τσίμπλα. Η οφθαλμία (ματόπονος) μας έδενε τα ματόκλαδα με τσίμπλες και τα μάτια δεν άνοιγαν αν, η μανούλα δεν μας έβαζε επάνω κομπρέσες με ζεστό νερό για να μαλακώσου ν.
Από τους ψύλλους και τους κοριούς οι λαιμοί όλων μας, μεγάλων και μικρών, ήταν κατακόκκι νοι. Η νυκτερινή βοσκή τους πάνω στα κορμάκια μας και, προπάντων, στους λαιμούς μας, που ήταν φαίνεται το σημείο της προτίμηση ς τους, άφηνε φοβερά τα ίχνη της.
Η μεγαλύτερ η μάστιγα όμως ήταν η ελονοσία. Ο μεγάλος, κατά δύο-τρία χρόνια αδελφός μου, ο Φιλήμωνας και ο πατέρας αρρώστησα ν βαριά. Η πείνα και οι κακουχίες τους είχαν εξασθενίσ ει. Ο μικρός Φιλήμωνας, παρά της τεράστιες προσπάθει ες του γιατρού Απόστολου Τσίλερ, δεν μπόρεσε να σωθεί. Τον θάψαμε στο νεκροταφε ίο του Αη Θανάση. Ο πατέρας έμεινε στο κρεβάτι για πολύ καιρό χωρίς να μπορεί να δουλέψει.
Αναγκαζόμ αστε γι αυτό, η μεγαλύτερ η αδελφή μου Γεωργία και εγώ, πιτσιρίκο ς τότε της πρώτης και δεύτερης δημοτικού, να πηγαίνουμ ε για ξύλα.
Εκεί, ψηλότερα από το χωριό, είχε γίνει μια φωτιά σ’ ένα δασάκι με θάμνους. Είχε λοιπόν εκεί κάτι θάμνους καμένους, που τους έλεγαν πυρένια και εμείς πηγαίναμε και τραβώντας ή κλωτσώντα ς τα καμένα πυρένια, κάναμε το μικρό μας φορτίο, το δεμάτι μας. Το φόρτωμα που κάναμε, το λέγαμε «κατσιβελίτικο», δηλαδή δέναμε το δεματάκι πάνω στο σώμα μας, περνώντας σαν γυλιό το σκοινί κάτω από τις μασχάλες. Πόσα ξυλαράκια να μπορούσε να σηκώσει η πλατούλα μας; Πάντως, κάποτε περνώντας ένα κάρο, μας έπαιρνε πάνω και μας ξεκούραζε .
Μια μέρα, θα ήταν αρχές της Άνοιξης, είχαν έρθει οι πελαργοί, αλλά ένα καθυστερη μένο κρύο μας ανάγκασε να ξαναπάμε για ξύλα. Φορτωθήκα με λοιπόν το δεματάκι μας μαζί με τη Γεωργία και επιστρέφα με φορτωμένο ι, είμασταν βρώμικοι και μουτζουρω μένοι από τις κάπνες. Εκείνη την ώρα περνούσε ο καλός θείος ο Γιώργης ο Στυλιανός, με το κάρρο του. Σταμάτησε να πάρει τα δεμάτια και εμάς, για να μας ξεκουράσε ι. Εκείνη την ώρα όμως πάνω από τα κεφάλια μας περνούσε ένας πελαργός. Ο θείος Γιώργης, που ήταν πολύ πειραχτήρ ι, μου λέει:
«Κρύψου, βρε Θανασό, γιατί θα σε πάρει μαζί με τα ξύλα σου ο λέλεκας».
Σήκωσα το κεφάλι μου, είδα τον λέλεκα να περνάει και φοβισμένα έτρεξα να κρυφτώ κάτω από μια αγριαχλαδ ιά, που ήταν εκεί κοντά. Ο θείος ο Γιώργης και η Γιωργία είχαν ξεκαρδιστ εί στα γέλια.