Αποστολέας Θέμα: ΠΩΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΑΜΕ ΤΗΝ ΤΡΙΓΛΙΑ (ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ" ΤΟΥ Α.ΤΑΚΑ)  (Αναγνώστηκε 173 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 46
  • -Λάβατε: 91
  • Μηνύματα: 318
  • Τόπος: Θεσσαλονίκη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 93
  • Φύλο: Άντρας
(Παραθέτω το εξαιρετικά ενδιαφέρον απόσπασμα από το βιβλίο του Αν Τακά, "Μονόλογος").

Εμείς δε φύγαμε με το «Βιθυνία». Ο πατέρας δημογέροντας δε μπορούσε να φύγει. Ολη η δημογεροντία ήταν στο πόδι, ανάμεσα στους παραλοϊσμένους από το φόβο και την απόγνωση Τριγλιανούς και προσπαθούσε να τους εμψυχώσει.

Όσοι είχαν μείνει, πληθυσμός και δημογεροντία, περίμεναν με αγωνία τον ερχομό ενός πλοίου, που είχε ναυλώσει ο Φίλιππος Καβουνίδης. Τα μάτια ολονών καρφωμένα πέρα μακριά, για να δουν τον ερχομό του πλοίου της σωτηρίας-τους. Εμείς οι μικροί δεν είχαμε καμιά αντίληψη για το πόσο επικίνδυνη, πόσο τραγική ήταν η κατάσταση. Θυμούμαι, ότι όλη κι όλη η έγνοια-μου περιορίζονταν στον πιό σύντομο κατά το δυνατό ερχομό του· πλοίου, όχι για να μας σώσει — εμένα, τους δικούς μου, τον κόσμο — αλλά για να κάνω ένα ευχάριστο, όπως πίστευα, θαλασσινό ταξίδι. Δεν είχα καμιά αίσθηση της τραγικής πραγματικότητας. Κανένα προαίσθημα για τα δεινά, για την κόλαση που ετοίμαζε η μοίρα για τη ζωή μας.
Εκεί κατά το σούρουπο φάνηκε ένα πλοίο στο θαμπό ορίζοντα. Οι καρδιές όλων σπαρτάρησαν από χαρά. Τα μάτια μας έμεναν καρφωμένα επάνω-του και άρχισαν να βουρκώνουν από το δάκρυ της απελπισίας, όταν καταλάβαμε, ότι το πλοίο πήγαινε ανατολικότερα, προς τα Μουδανιά. Μεγάλο πλοίο, που θα μπορούσε να μας χωρέσει όλους, όσοι είχαμε απομείνει στην παραλία της Τρίγλιας.

Σινιάλα, σφυρίγματα, χειρονομίες απόγνωσης έκαναν τον καπετάνιο του πλοίου αυτού να στρέψει την πλώρη-του προς εμάς, τον κόσμο των απελπισμένων. Ήρθε και σταμάτησε ανοιχτά,  μεγάλο καράβι, δε μπορούσε και δεν έπρεπε να έρθει πιό κοντά στα ρηχά. Υπήρχε κίνδυνος να ποδίσει. Και αν συνέβαινε ένα τέτοιο πράγμα, θα περνούσαμε σίγουρα όλοι από το μαχαίρι του τσέτη, που όλο πλησίαζε. . .
Μαούνες και κάθε άλλου είδους πλεούμενο είχαν έρθει αυτή τη φορά από τα γειτονικά παράλια χωριά με ανθρώπινα φορτία. Ήταν εκεί και τα Τριγλιανά πλεούμενα, που είχαν μεταφέρει, με ένα πάνε κι έλα χωρίς διακοπή, τους Τριγλιανούς στα απέναντι νησιά της Προποντίδας, πρώτο κι ενδιάμεσο σταθμό του γλυτωμού τους.

Βαρυφορτωμένες οι μαούνες κίνησαν για το σταματημένο πλοίο. Έφτασαν, ξεφόρτωσαν ανθρώπους και πράγματα και στο τελευταίο τους δρομολόγιο πήραν και  τους δημογέροντες και τις οικογένειές τους. Το δειλινό προχωρούσε προς το σπέρωμα και δε θ' αργούσε να μας τυλίξει το σκοτάδι της νύχτας και ο φόβος του χαμού. Το σταματημένο πλοίο έκανε συνιάλα ακούονταν και οι φωνές των ανθρώπων του, που έλεγαν να κάνουν γρήγορα οι μαούνες, πριν νυχτώσει. Έπρεπε να φτάσει το πλοίο έγκαιρα στα Μουδανιά, να πάρει και από 'κει όσους είχαν απομείνει, περιμένοντας ώρες, ώρες ατέλειωτες στην αγωνία τους, το τελευταίο καράβι, το καράβι του γλυτωμού τους.
Πιό βαρυφορτωμένη από όλες ήταν η δικιά μας μαούνα και, το θυμούμαι  κι αυτό καλά, η πιό  αργοκίνητη.  0 πατέρας, οι άλλοι δημογέροντες και πολλοί άντρες φώναζαν οργισμένοι στον καπετάνιο της μαούνας να κάνει πιό γρήγορα. Είμασταν οι τελευταίοι, που θα ανεβαίναμε στο πλοίο και φοβόμασταν πως δε θα μας περίμενε. Ατμόσφαιρα πανικού απερίγραπτη. Έτσι τη θυμούμαι. Και, χωρίς αμφιβολία, θα είχα καταλάβει ότι δεν κάναμε θαλασσινό ταξίδι αναψυχής.

Φωνές με τον τηλεβόα και σινιάλα από το πλοίο,  φωνές και φοβέρες στον καπετάνιο της μαούνας από τους οπλισμένους πατεράδες μας να κάνει γρήγορα. Χαλασμός, φόβος, κλάματα, κραυγές απόγνωσης από τις μανάδες-μας, προσευχές της περίστασης και σταυροκοπήματα, μιά μικρογραφία ομάδας ανθρώπων, που δεν έμοιαζαν να ζούνε στον κόσμο μας. Δαιμονικά, εξωγήινα πλάσματα θα τα  ονόμαζα σήμερα. Τότε — και θα πρέπει να ήταν η πρώτη φορά στην ώς τότε ζωή μου — σάλεψε, ζωντάνεψε, με συγκλόνισε το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης και ο φόβος, βαθύς, οδυνηρός, ασηκωτός, του θανάτου που πλησίαζε. . .

Ο Τούρκος καπετάνιος της μαούνας έκανε ο,τι έπρεπε και ό,τι μπορούσε να κάνει, για να φτάσουμε πιό γρήγορα στοπλοίο, ελπίδα και καταφυγή μας. Οι οπλισμένοι πατεράδες μας νόμιζαν, ότι ο καπετάνιος δεν άφηνε τη μαούνα να πάρει τάχος, με σκοπό να μη προφτάσουμε το πλοίο και να μείνουμε, μελλοθάνατοι ναυαγοί, στη μέση της θάλασσας, μιά και η μαούνα σ' αυτό το χάλι της δε θα κατόρθωνε να φτάσει σε κανένα αντικρινό νησί. Θα γύριζε πίσω στην Τρίγλια, που θα ήταν και ο τόπος της θυσίας.

Θυμούμαι τον πατέρα, τους δημογέροντες και άλλους προεστούς, να μιλούν άγρια και απειλητικά στον Τούρκο καπετάνιο, προτείνοντάς του τα πιστόλια τους. Εκείνος μόλις διακρίνονταν μέσα στο σούρουπο, που προσπαθούσε να κάνει ό,τι του ήταν δυνατό. Κάποια στιγμή ο πατέρας ήρθε κοντά μας και εξήγησε στη μητέρα — που κοντανάσανε από φόβο και από αγωνία, ανάμεσα στα έξη παιδιά της, το μεγαλύτερα, η αδερφή μου εννιά χρονώ και το μικρότερο βρέφος, κολλημένο στο βυζί της — ότι ο καπετάνιος δεν έφταιε. Ο αέρας φυσούσε πολύ και αλλόκοτα και αν ο καπετάνιος σήκωνε όλα τα πανιά, για να δώσει φόρτσα στη μαούνα, υπήρχε φόβος να αναποδογυρίσει και να βρεθούμε όλοιμας στη θάλασσα. Τελικά ο Τούρκος καπετάνιος ριψοκινδύνεψε. Σήκωσε και άλλο ένα ενάμισο πανί και η μαούνα ύστερα από μιά απότομη στροφή και ένα μισομπατάρισμα στη μιά πλευρά της, που έκαναν μικρούς και μεγάλους να δούμε το χάρο με τα μάτια μας, πλεύρισε στο πλοίο. Ήταν ένα ωραίο καράβι, το ΕΣΠΕΡΙΑ. Ιδιοχτησία του Καβουνίδη ή όχι; Δε ξαίρω. Ένα  ξαίρω — το έλεγαν όλοι, ευλογώντας τον  άνθρωπο — ήταν σταλμένο από εκείνον.
Οι μεγάλοι ανέβαζαν ξεθεωμένοι τα πράγματα στο πλοίο και εμείς, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι κι ανήμποροι, ανεβαίναμε ένας ένας από την ανεμόσκαλα. Το πλοίο έκανε σωστά το δρομολόγιό του. Πήρε και από τα Μουδανιά όλους, όσους το περίμεναν για το γλυτωμό τους και έβαλε πλώρη για τη Ραιδεστό. Αυτή ήταν μιά περιπέτεια, η πρώτη από όσες χειρότερες μας περίμεναν στην πατρίδα, την Παλιά Ελλάδα — την παλιά την αγελάδα, όπως εξακολουθούσα να την ονομάζω μέσα μου. Το καράβι, φορτωμένο μιά ανείπωτη ανθρώπινη δυστυχία και μιά άδικη θεϊκή κατάρα, αρμένιζε μέσα στη νύχτα, στην Προποντίδα, πού τη διασχίζαμε για τελευταία φορά, αφήνοντας πίσω μας τα χώματα, όπου γεννήθηκαν και πέθαναν οι παπούδες και οι γιαγιές μας, όπου γεννηθήκαμε και φέραμε στους γονείς μας τους μεγάλους, κουραστικούς και γλυκούς σκοπούς της ζωής τους. Τα αφήναμε πίσω μας για πάντα. Το βιβλίο της μέχρι τώρα σύντομης ζωής μου άλλαξε μόνο του το φύλλο, χωρίς να απλώσω το χέρι μου εγώ, και είχα ξαφνικά μπροστά-μου τη δεύτερη σελίδα του. Ω! τι ωραία που ή ταν η σκεπασμένη πια πρώτη σελίδα! Κορίτσια, και αγόρια με ξανθές πλεξούδες και γαλανά, καστανά, μαύρα και πράσινα μάτια με αετίσια βλέμματα και με πρόσωπα, που έλαμπαν από τη χαρά της ζωής και από τη ριζοθεμέλιωτη ελπίδα της μελλοντικής τους ευτυχίας. Έφηβοι νέοι και νέες, κάνοντας βόλτες — πάνω κάτω — στην πλατεία της Βαϊνούς, φλυαρούσαν μόνο με τα μάτια-τους, τα πολύ εύγλωττα, ασταμάτητα και δειλά για τα σκιρτήματα της καρδιάς τους. Γέροι ρουφούσαν μακάριοι το ναργηλέ-τους και γιαγιάδες λέγανε στα εγγόνια τους ελκυστικά παραμύθια, που τα έκαναν να ανοίγουν νααα! τις παιδικές ματάρες τους. Και οι γονείς έβλεπαν το μέλλον-τους και το μέλλον των παιδιών-τους γελαστό και αισιόδοξο. ..

Και τώρα, ξαφνικά, απρόσμενα, αναπάντεχα — θέλει να δώσω το πρεπούμενο μέγεθος στο μεγάλο κακό αυτή η ταυτολογία — να η άλλη, η δεύτερη σελίδα. Την έχω μπροστά μου και η θέα-της με τρομάζει. Στον ουρανό μαύρα, κατάμαυρα σύννεφα, όλο φοβέρα. Στη θάλασσα πελώρια κύματα, πού έφερναν τρόμο. Το φεγγάρι, χαμένο, χαμένος ο ήλιος και τα άστρα χαμένα κι αυτά. Ενας ζόφος, μιά ερημιά, ένα τίποτα. Και στο βάθος αυτής της εικόνας φαίνονταν καθαρά η Κόλαση.
Το ΕΣΠΕΡΙΑ μας έβγαλε τα ξημερώματα στο λιμάνι της Ραιδεστού.

Λίγο μείναμε στην παράλια αυτή θρακική πόλη, την ελληνικότατη, που κι αυτήν η πρόστυχη διπλωματία της Δύσης την τούρκεψε. Το καράβι του Καβουνίδη, που μας πήρε από το λιμάνι της, -η «Βιθυνία» με επισκευασμένα το καζάνι-της ή κανένα άλλο του σωτήρα μας αυτό δεν το θυμούμαι — ήρθε και μας πέταξε στην παραλία, στο Quai (Και) όπως το λέγανε όλοι τότε και το λέγαμε κι εμείς, της Θεσσαλονίκης.  Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου και βρεθήκαμε, μπουλούκι ανθρώπινης δυστυχίας, κακομοιριάς και απόγνωσης, πάνω στην κρύα πέτρα, αφημένοι στην τύχη μας. Το ότι σωθήκαμε από το μαχαίρι του τσέτη, το ότι είχαμε τα κεφάλια μας στους ώμους μας και …

(η συνέχεια στο βιβλίο)