Αποστολέας Θέμα: ΚΑΦΕΝΕΙΑ- Το "Σαμαρτζήδικον".  (Αναγνώστηκε 1417 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 72
  • -Λάβατε: 39
  • Μηνύματα: 655
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 51
  • Φύλο: Άντρας
ΚΑΦΕΝΕΙΑ- Το "Σαμαρτζήδικον".
« στις: 15 Απρίλιος 2010, 06:31:35 μμ »
  • Publish
  •  ΚΑΦΕΝΕΙΑ - Το « Σαμαρτζήδ ικον »

       ■ Όταν παράτησε από την αγροφυλακ ή ο Ραφαήλ, που ήταν κουρουτζή μπασης (αρχιφύλακ ας), αποφάσισε και νοίκιασε το καφενείο που λεγόταν «Σαμαρτζήδικο».
       Το «Σαμαρτζήδικο» ήταν ένα καφενείο που σύχναζε η νεολαία. Εκεί μέσα γινότανε του Κουτρούλη ο γάμος (1), όπως λέει και η λαϊκή παροιμία, διότι μαζεύοντα ν όλοι οι Κιουλαμπέ ηδες (2), άπω 18 ως 25 χρόνων.
       Τον Ραφαήλ τον σεβόταν και τον φοβόταν μαζί, γιατί δεν λογάριαζε κανένα. Το βούρδουλα τον είχε πίσω από την πόρτα και όποιος δεν καθότανε καλά τον χρησιμοπο ιούσε. Με τους καλούς ήταν πολύ καλός, αλλά με τους ατίθασους ήταν πολύ τέρσης (ανάποδος). Είχε δυο παραγιούς (γκαρσόνια).
       Το πρωί που θα έμπαινε μέσα, ο καφενές έπρεπε να ήταν καλά σκουπισμέ νος, ο μπουφές, τα ποτήρια, τα φλιτζάνια πλυμένα και με το ξύδι τριμμένα, το σαμαβάρι (3) καλά καθαρισμέ νο και γεμάτο με καθαρό και φρέσκο νερό. Το σαμαβάρι ήταν αυτό που είχε συνέχεια βραστό νερό για τσάι και για καφέ, διότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Τότε χρησιμοπο ιούσαν τα κάρβουνα και υπήρχε ολημερίς χόβολη, όπου ο καφές σιγόβραζε στη χόβολη (4) και γινότανε καϊμακλίδ ικος, το λεγόμενο τυφαρήκι (5).
       Το καφενείο του Ραφαήλ ήταν σαν ένα είδος κέντρο των εργατών. Όποιος ήθελε να βρει για να πάρει εργάτες για το λισγάρι, για τσάπες (6) και για ό,τιδήποτε δουλειά στα κτήματα ή και μέσα στο χωριό, έπρεπε να αποτανθεί στο Ραφαήλ κι αυτός θα κανόνιζε ποιους θα έστελνε στο κάθε αφεντικό, λέγοντας λ.χ. εσύ Δημητρό, εσύ Αλέκο κι εσύ Γιάννο θα πάτε στου Προύσαλη ή και σε οποιονδήπ οτε άλλον ζητούσε εργάτες.
       Στο μεταξύ τους έδινε και συμβουλές, λέγοντας τους: «Άμα θα πάτε στα κτήματα μη τυχών και κάνετε τίποτα μπαχυλιές(7) και με ντροπιάσε τε και άμα κάνετε τίποτα κανένα καμπαχέτι {8}, αλίμονό σας, δω πέρα ξανά να μην πατήσει το ποδάρι σας στο κατώφλι του καφενέ».
       Διότι αυτοί που παίρνανε εργάτες, δεν είχαν να κάνουν τίποτα με δαύτους. Τα αφεντικά απευθυνότ ανε στον Ραφαήλ, που αυτός ήταν και υπεύθυνος για ό,τιδήποτε συνέβαινε κι έτσι η Τρίγλια είχε να πούμε σαν ένα είδος εργατικό κέντρο, με πρόεδρο τον Ραφαήλ που εξυπηρετο ύσε όλο το χωριό.

    Σταύρος Δ. Μαργαρίτη ς, Ν. Τρίγλια Χαλκιδική ς
    «Τριγλιανά Nέα», 30 Δεκεμβρίο υ 1985, φύλλο 54
    Τριγλιανά Λαογραφικ ά, Θεσσαλονί κη 2002.



    ■Στον κάτου μαχαλά, αντίκρυ  από τον καφενέ του Χάσικου, ήταν ένας άλλος καφενές , που το λέγανε «Σαμαρτζήδικο». Αυτού πηγαίνανε, ούλες οι λέρες του χωριού, τα αλάνια όπως τα λέγανε. Απ’ αυτό το μέρος οι κόρες δεν κοτούσανε(9) να περάσουν, γιατί ήτανε πολλά πειραχτήρ ια, αλλά και οι καφετζής όμως ήτανε νταήμπαση ς- παλικαράς .
    Ήτανε ο Ραφαήλ  Μυτηλινός, όπως έχω γράψει και άλλοτε, όπου τον είχε διορίσει το χωριό κορουτζήμ παση(αρχιφύλακ α)πάνω στους μπεχτσήδε ς(αγροφύλακ ες), όταν ήτο πιο νέος. Λοιπόν το πουρνό(πρωί), άμα έμπαινε ο Ραφαήλης μέσα στον καφενέ, ούλοι καθούτανε «σούζα» μπροστά του, γιατί ο Ραφαήλ δεν αστειευότ ανε ούτε και λογάριαζε και κανένα, την μαγκούρα την είχε πίσω από την πόρτα.  Διότι το «Σαμαρτζήδικο» δεν ήτο, λόγου χάρη, σαν το Αδελφάτο «Κυψέλη» που πήγαιναν άνθρωποι μυαλωμένο ι, νοικοκυρα ίοι, κτηματίες, όπως και δάσκαλοι, γιατροί, σπετσιέρη δες (φαρμακοπο ιοί), εμπορευόμ ενοι, μεσίτες κλπ.
              Στο «Σαμαρτζήδικο» πηαίνανε ούλοι οι μάνγκες και τ’ αλάνια του χωριού, όπου σ’ αυτούς καφετζής μόνο άνθρωπος σαν τον Ραφαήλ μπορούσε να κάνει. Η πρώτη του δουλειά που θα έμπαινε μέσα στον καφενέ το πρωί ήταν να ρωτήσει το τσιράκι του αν είχε καθαρίσει το σαμαβάρι και αν είχε βάλει φρέσκο νερό, γιατί ήτο πολύ καθαρός. Πήαινε ο ίδιος έσκυβε το κεφάλι του και το μυριζούτα νε και άμα τόβρισκε  λερωμένο, αλοίμονο…Αμέσως άρπαζε την μαγκούρα και τονε σαβούρντι ζε (10) όπου τα πάρει, και στο τέλος ντονε έδινε και μια προποδιά και ντονε πετούσε έξω από το αργαστήρι (μαγαζί).  
         Παρόλο όμως που τους φερνότανε τόσο βάρβαρα, έβλεπες τον παραγιό την δεύτερα μέρα να ξανάρχετα ι και να τους ζητήσει μάλιστα και συγγνώμη. Γιατί όμως γινόταν αυτό;
    Πρώτον, διότι δεν υπήρχε πουθενά να βγάλει το ψωμί του. Δεύτερο, ο Ραφαήλ ήταν άνθρωπος χοβαρδάς, λόγου χάρη, αν έλεγε το τσιράκι του « Μπάρμπα- Ραφαήλ δώσε με μια προκαταβο λή, - 5-πέντε πανγκανότ ες (11)», αυτός θα τον έδινε -10- δέκα. Έπειτα, στο τραπέζι ο Ραφαήλ δεν ήταν ψωροπερήφ ανος, φώναζε το γκαρσόνι του να κάτσει στο τραπέζι να φάνε μαζί, να τον βάλει μάλιστα το πιο πολύ φαγητό. Προτιμούσ ε αυτός να μείνει νηστικός για να φάει ο υπάλληλός του. Γι’ αυτό και όλος ο κόσμος τον αγαπούσε παρόλο που ήταν τόσο νευρικός, οι καλοσύνες του όμως ήσαν περισσότε ρες από τις ιδιοτροπί ες του.
    Το χειμώνα όταν ήταν στα κέφια του φώναζε όλους τους θαμώνες του καφενείου κοντά του, τους έλεγε: «Ελάτε εδώ κοντά μου, βρε παρώρια Μουντανιώ τικα, ελάτε να σας πω ένα παραμύθι» και όταν πήγαιναν κοντά του τους έλεγε: «Τα γκεβετζελ ίκια-γκεβετζελίκια(αστεία) και η δουλεία- δουλειά, ακούετε δωπέρα που σας κρίνω».
    Και αρχινούσε το παραμύθι, ένα παραμύθι του Ραφαήλ μπορούσε να βαστάξει μέρες και βδομάδες ακόμα, αν και τελείως αγράμματο ς βέβαια, όμως είχε τέτοιο ταλέντο στο λέγειν, τέτοια μνήμη, όπου δεν το έφθαναν ούτε και οι πιο μορφωμένο ι μυθιστορι ογράφοι.
    Χρόνια πολλά είχε το «Σαμαρτζήδικο». Τον έβλεπες να κατεβαίνε ι στο παζάρι ολόισιος σαν ντη λαμπάδα. Φορούσε φέσι σκούρο βυσσινί με μακριά φούντα που έπεφτε πάνω στον ώμο. Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, μαύρο μουστάκι και στριμμένο . Φορούσε ζουνάρι μαύρο και γεμενί πατητό. Βαδίζοντα ς κρατούσε στο χέρι ένα χοντρό κεχριμπαρ ένιο κομπολόι, δηλαδή ήταν ένας σωστός λεβεντάνθ ρωπος.

    Το «Σαμαρτζήδικο» της Παλιάς Τρίγλιας
    Σταύρος Δ. Μαργαρίτη ς, Νέα Τρίγλια Χαλκιδική ς.
    (από χειρόγραφ ο μη δημοσιευμ ένο κείμενο).

    ■ Ο αείμνηστο ς Τριγλιανό ς και Ραφηνιώτη ς Θανάσης Πιστικίδη ς στο βιβλίο του «Τρίγλια Βιθυνίας», Ραφήνα Οκτώβρης 1983(σελ.147-148)γράφει:
     « Όμως, το περιφημότ ερο απ’όλα ήταν το Σαμαρζτήδ ικο, το καφενείο της Νεολαίας, το φυτώριο της χαρτοπαιξ ίας και του σαματά. Επειδή ήταν αδιανόητο εκείνα τα χρόνια να βρεθεί πατέρας και γιος στο ίδιο καφενείο, η νεολαία άρχιζε πάντα από το Σαμαρτζήδ ικο, ονομασία όχι τυχαία. Την όφειλε στην αταξία που επικρατού σε εκεί μέσα, τα συνεχή μαλώματα μεταξύ των νέων, στις φωνές, στα ντουμάνια, στη χαρτοπαιξ ία και στο βερεσέ. Επειδή, μέσα στα περισσότε ρα καφενεία τα κάπως μεγάλα τουλάχιστ ον, υπήρχε πάντα κάποιο κουρείο, η ταμπέλα του Σαμαρτζήδ ικου έγραφε:
                   ΣΑΜΑΡΤΖΗΔ ΙΚΟΝ
             Καφενείο και Κουρείο και Χοροδιδασ καλείο
                  Τσάπα- Τσόκος και Λισγάρι
    Τα βράδια φαίνεται μετατρέπο νταν σε χοροδιδασ καλείο, για να μαθαίνει η νεολαία τον ζεϊμπέκικ ο, τον μπάλo και το χασαποσέρ βικο ή το γρήγορο σέρβικο ή τους ελληνικού ς χορούς. Η τρίτη σειρά της επιγραφής σήμαινε, ότι μπορούσε κανείς να βρει εργάτη με τσάπα ή τσόκο (αξίνα) ή λισγάρι».  


    Γλωσσάρι- «Το Σαμαρτζήδ ικο»

    (1)Του Κουτρούλη ο γάμος= μεγάλη οχλοβοή και φασαρία (η φράση είναι από την ομώ-νυμη κωμωδία του Α.Ρ. Ραγκαβή, 1845).  
    (2)Κιουλαμπέ ηδες= αλητήριοι
    (3) σαμαβάρι ή σαμοβάρι= μεταλλικό σκεύος για το βράσιμο του νερού για τσάι
    (4) χόβολη= ζεστή στάχτη.
    (5) τυφαρήκι ή τεφαρίκι= κάτι το εξαιρετικ ό
    (6) λισγάρι- τσάπες= σκαπτικά εργαλεία
    (7)μπαχυλιές=  τσιγκουνι ές ( τσιγκουνι ές στον κόπο= φυγοπονίε ς)
    {8} καμπαχέτι=ζημιά, πταίσμα
    (9)δεν κοτούσανε= δεν τολμούσαν ε, κοτώ=τολμώ
    (10)σαβουρντί ζω= πετώ κάτι με μανία.
    (11) μπανγκανό τες= τραπεζογρ αμμάτια, χαρτονομί σματα, χάρτινες λίρες, προέρχετα ι από την αγγλική λέξη bank-note                                                                                                                                                                              

    Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς.

    Το θέμα Καφενεία συνεχίζετ αι..