Αποστολέας Θέμα: ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ Α. ΓΑΝΙΑΡΗ ΓΙΑ ΔΥΟ ΠΑΛΙΟΥΣ ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΡΑΦΗΝΑΣ  (Αναγνώστηκε 1333 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 69
  • -Λάβατε: 39
  • Μηνύματα: 651
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 51
  • Φύλο: Άντρας
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΓΑΝΙΑΡΗ

Ο Ανδρέας Γανιάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Γονείς του ήταν ο Χρυσόστομ ος Γανιάρης, γνωστός Χιώτης εκδότης και η Ευφημία Γανιάρη το γένος Δάνου, από την Προύσσα, καλλιτέχν ιδα βιβλιοδέτ ιδα με πολλές διακρίσει ς και βραβεία για την τέχνη της. Η μητέρα του εκτελέστη κε από τους Γερμανούς το 1944. Ο Ανδρέας και η αδελφή του Ανθούλα έμεναν με τους γονείς τους τα προπολεμι κά χρόνια στην Ραφήνα στο σπίτι τους Δημοσθένο υς Σταυρίδου . Έτσι, από παιδί ο Ανδρέας γνώρισε τους Τριγλιανο ύς και δέθηκε από τότε μαζί τους. Χαρακτηρι στικούς τύπους περιγράφε ι στα μικρά διηγήματά τους, όπως τη « Γιαγιά τη Μαργιωρή» και τον «Γιάννη τον Καγιά». Ο Ανδρέας ο Γανιάρης δεν ήταν λογοτέχνη ς, σπούδασε πολιτικές επιστήμες, αλλά ασχολήθηκ ε επαγγελμα τικά με την καλλιτεχν ική βιβλιοδεσ ία. Ήταν ο καλλιτέχν ης βιβλιοδέτ ης που τα έργα του είναι γνωστά σ’ όλο τον Kόσμο. Είχε λάβει μέρος σε πάρα πολλές σε πολλές εκθέσεις στην Ευρώπη και στην Αμερική. Το 1971 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο στον Παγκόσμιο Διαγωνισμ ό ΡRIX PAUL BONNET. Εξέδωσε τρία βιβλία που σχετίζοντ αι με την τέχνη και την τεχνική «ντυσίματος» ενός βιβλίου. Διετέλεσε πρόεδρος της Βιοτεχνικ ής Ένωσης Κλάδων Βιβλιοδεσ ίας  Αθηνών. Διατηρούσ ε κατάστημα-έκθεση στην οδό Βουκουρεσ τίου 16. Την παράδοση της οικογένει άς του στην βιβλιοδεσ ία συνεχίζει η μικρότερη από τις δύο κόρες του η Φρόσω Γανιάρη που σπούδασε στο Παρίσι. Υπήρξε εισηγητής της λειτουργί ας εργαστηρί ου βιβλιοδετ ικής τέχνης στο πλαίσιο του ΕΟΜΜΕΧ , διδάσκοντ ας αρχικά με την κόρη του Φρόσω και τον Γιώργο Βαρλάμο  ως το 1996. Ο Ανδρέας Γανιάρης ήταν από τους πρωτεργάτ ες της έκδοσης της τοπικής εφημερίδα ς της Ραφήνας «Μελτέμι  Αλλαγής» (1977- 1986) και  πολύτιμος συνεργάτη ς. Ο Ανδρέας Γανιάρης  τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε μόνιμα στη Ραφήνα στο καινούργι ο οικογενει ακό σπίτι στην οδό Σταυρίδου . Βοηθούσε πάντα από όποιο μετερίζι την πολιτιστι κή ανάπτυξη της πατρίδας των Τριγλιανώ ν στην Αττική. «Έφυγε» το 2006,  αναπαύετα ι στα χώματα της Ραφήνας.    

Στάθης Δημητρακό ς  




Η  ΓΙΑΓΙΑ Η ΜΑΡΓΙΩΡΗ

«Αν δεν έχεις γέρο, δώσ’ και πάρε»
Ξενητεμέν ος στην πρωτεύουσ α  ο πατέρας μου και ξεριζωμέν η απ΄την Προύσα   της Μικράς Ασίας  η μάνα μου, δεν είχαν να μου δώσουν έξω  απ΄τη δική τους την αγάπη και τη δική τους αγκαλιά, την αγκαλιά μιας γιαγιάς.
Πεθαμένη η μία, ριζωμένη στη Χίο η άλλη και γω μικρός ακόμη, άσποδο αγόρι, δεν είχα στην πραγματικ ότητα γιαγιά. Μια γιαγιά  καλόγνωμη, ήρεμη, ένα λιμάνι απάγκειο για τις παιδικές μου αταξίες. Κι όμως, είχα κι εγώ τη γιαγιά μου, τη γιαγιά Μαργιωρή.
-   Πόσες γιαγιάδες έχεις;  Θυμάμαι που με ρωτούσαν, κι εγώ πολύ φυσικά τους απαντούσα:
-   Τη  γιαγιά τη Μαργιωρή, τη γιαγιά την Ανθούσα – η μάνα του πατέρα μου η Χιώτισσα- και μια κολλημένη στον τοίχο !
Στην  απάντηση αυτή σκάγανε στα γέλια  όλοι, μα όσο και αν δεν καταλάβαι να το λόγο που γελούσαν  επέμενα πάντοτε στην ίδια απάντηση, βέβαιος πως το δίκηο ήταν με μένα,  κι ας παν να γελάνε οι άλλοι.
Σαρανταπέ ντε χρόνια  θάχουν περάσει από τότε……
Ήταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του  ’30  κι οι ξεριζωμεν οι της Τρίγλιας, που βρήκαν σπίτι και  χωράφι δικό τους ξανά,  στα χώματα της Ραφήνας, είχαν αρχίσει να νοικοκυρε ύονται πια, να χορταίνου ν το ψωμί και το καλό κρασί να μην λείπει από κανένα σπιτικό. Η «καταστροφή» φαινόταν να έχει ξεμακρίνε ι κι οι νέες ρίζες που έπιασαν στον τόπο  αυτό πέταξαν νέα κλαδιά κι οι ελπίδες ζωντάνευα ν μέρα με τη μέρα.
Ακόμα και για τη γιαγιά Μαργιωρή, δίχως άντρα και με τέσσερα παιδιά, η ζωή γελούσε ξανά. Τόσο που είχε τη δύναμη να μεγαλώσει ακόμα πιο πολύ την οικογένει α παίρνοντα ς δύο ορφανά να τ’ άναθρέψει  και εκείνα. Και αυτό δεν της έφτασε. Θαρρώ πως ότι τα παιδιά που είχε η Ραφήνα, εκείνη τάχε σαν δικά της εγγόνια, μαζί  τους κι εγώ κι ας ερχόμουν μόνο τα καλοκαίρι α.
Σαν ανοίγαμε το σπίτι μας, μόλις που τέλειωνε το σχολείο στην Αθήνα, θάταν η πρώτη που θάμπαινε –μιας και κρατούσε τα κλειδιά-  και θάνοιγε την καρδιά  της σε κομμάτια ευχές, καλωσορίσ ματα, φιλιά και χάδια:
-   Μάνα καλέ, πως μεγάλωσε τ΄ αγόρι μου! Έλα στην αγκαλιά μου  γιόκα μου!
Κι έτρεχα αμέσως εγώ, όλο λαχτάρα να χορτάσω χάδια, γλυκόλογα και να μυρίσω τη ζεστή αγκαλιά που μοσκοβόλα γε πάστρα και σταρένιο ψωμί.
Άνοιγε κατόπιν ένα μικρό τουρβά για ν΄ αποθέσει  πάνω στο τραπέζι το καρβέλι και τα ζεστά ακόμα αυγά που μόλις είχε μαζέψει απ΄τις κότες της.
Απ΄ την άλλη μέρα κι΄όλας, θάμουν εγώ που θα πήγαινα στο μικρό παράδεισό  της να πάρω τ΄ αυγά, να με φιλέψει  ξερολούκο υμο, να παίξω  με τα μικρά κουνελάκι α  που κυκλοφορο ύσαν λεύτερα στην αυλή και να  σεργιανίσ ω στο μικρό μπαξέ της με τις ντομάτες, τις μελιτζάνε ς, τα καρπούζια και τα λογιών – λογιών μυριστικά .
Μ’   αν τη θυμάμαι τη  γιαγιά Μαργιωρή, δεν είναι μόνο για τούτα δω. Γιατί η γιαγιά Μαργιωρή ήταν  ζυμωμένη με τον τόπο και τους ανθρώπους του τόσο σφιχτά, που μόνη της, μόνο  τ’ όνομα της σήμαινε για μένα έναν άγιο τόπο , ένα βαθύ  ελληνικό πολιτισμό , ένα τρόπο ζωής. Που θα πει καθημεριν ός αγώνας για να γίνει το μεγάλο χρέος. Δουλειά κι  αγάπη. Κούραση κι  αγάπη. Αγωνία κι αγάπη. Και το απόβραδο, κουβεντού λα στις πεζούλες να ξεχαστεί η κούραση και μετά ένας ειρηνικός, ένας παιδικός  σχεδόν ύπνος που λύτρωνε το κορμί γιατί  η συνείδηση ήταν κι όλας λυτρωμένη, είχε κάμει το χρέος  της ημέρας. Θαρρώ πως ήξερε λίγα γράμματα μα τ΄ ορκίζομαι  ήταν το πιο σοφό μυαλό  της Ραφήνας.  Ο λόγος της, Νόμος κι η κρίση της Σπαθί Δικαιοσύν ης. Ούτε που θάξερε τι είναι η «παιδαγωγική», μα ανάστησε έξι παιδιά «υποδείγματα» ανθρώπων. Κι η συμμετοχή  της στον καϋμό  του γείτονα όσο και στη χαρά απαραίτητ η προϋπόθεσ η: Φόρος τιμής στην αξία της παράδοσης που ζωντάνευε με την ύπαρξη της.
Αστείρευτ η  βρυσομάνα που ο καθένας έσκυβε να ξεδιψάσει .
Φαντάζει  στο νου μου σαν τον γενάρχη τον θηλυκό της μητριαρχι κής οικογένει ας που επέβαλε τη γνώμη της, όχι με τη δύναμη την αντρίκια, μα τη θηλυκιά, τη μητρική αγάπη.
Γιαγιά Μαργιωρή, σε θυμάμαι πάντα. Και που έφυγες λυπήθηκα τόσο, όση ήταν η χαρά μου που σε γνώρισα. Μα πιο πολύ λυπάμαι όχι γιατί χάθηκες εσύ, αυτό που ήσουν  - αυτό που  κάποτε θα γινόταν-  μα που χάθηκε αυτό που αντιπροσώ πευες: Την ίδια τη  ρωμηοσύνη στην πιο αντιπροσω πευτική της μορφή. Και τέτοιες μορφές –Γιαγιά Μαργιωρή-  δεν γεννάει πια ο τόπος…
                                                  ΑΝΔΡΕΑΣ  ΓΙΑΝΑΡΗΣ


Σημείωση Στάθη Δημητρακο ύ: Η γιαγιά Μαργιωρή  ήταν η Τριγλιανή Μαργιωρή Απ. Βουδούρη το γένος Εγκρέ. Πέθανε πλήρης ημερών.




Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΓΙΑΣ

Τα σπίτια μας αντικρυστ ά σχεδόν, μια φωνή έβαζες και σε άκουγε, που λέει ο λόγος, αν και για να πούμε την αλήθεια  εκείνος ήταν που ακουγόταν πιο πολύ. Είτε σαν έφευγε απ΄το σπίτι, είτε σαν  γυρνούσε έπρεπε ν’  ακουστεί. Πότε το άγριο γέλιο του. Πότε που μάλωνε τη δύστυχη γυναίκα  του την Ταρσή.
Έχουν περάσει πάνω από σαράντα  χρόνια, από τότε που τον γνώρισα και μόνο τώρα σαν τον θυμάμαι μπορώ να εξηγήσω το φέρσιμό του, το χαρακτήρα  του. Τότε, μικρό παιδί εγώ, δεν μπορεί να εκτιμούσα έναν άνθρωπο που έβριζε  και καμιά φορά καταχέριζ ε τη γυναίκα του και μπεκρόπιν ε συχνά – πυκνά.
Παρ΄όλα αυτά θυμάμαι το γέλιο του, τα αστεία του τα πειρακτικ ά και την πονηρή ματιά του,  όλο ζωηράδα και κατεργαρι ά. Μα κατεργάρη ς δεν ήτανε. Το αντίθετο μάλιστα, πολύ τίμια  και φανερά σούλεγε πως στη ζωή αξίζει να βρεις να πίνεις και  να γλεντάς. Κι αυτό προσπαθού σε να κάνει όσο του  επέτρεπαν οι διάφορες δουλειές που κατά καιρούς έκανε.
Τον θυμάμαι νερουλά και μεταφορέα με το κάρο που είχε. Τον θυμάμαι καντηλανά φτη, τον θυμάμαι και φούρναρη.
Μα αυτό που είχε σημασία είναι ο τρόπος που έκανε όλα αυτά τα επαγγέλμα τα. Σαν νερουλάς γυρνούσε όλο το χωριό και σε κάθε σταμάτημά του όσο που να γεμίσει η στάμνα ή ο τενεκές τη γλώσσα την πήγαινε  ροδάνι. Πειράγματ α και  αγριοφωνά ρες. Σίγουρα όσο ζούσε ήταν ο πιο  ζωντανός χωρατατζή ς Ραφηνιώτη ς. Έκανε δουλειά από πριν να φέξει, όταν  γυρνούσε σαν φούρναρης να σηκώσει όσες είχαν αποβραδίς παραγγείλ ει πως θα  ζύμωναν.
«Ντούκ….ντουκ!» βρόνταζε το παράθυρο και φώναζε για πιο σιγουριά:
-   Έννοιωσες μαρή ;
Αν μπορούσαν ας μην έννοιωθαν !
Όλη η γειτονιά στο πόδι απ΄  τα  χαράματα, και ως τη μαύρη νύκτα, αφού το κρασί δεν άφηνε το στόμα του να κλείσει περνώντας γενεές  δεκατέσσε ρις την καϋμένη την Ταρσή, που στόμα είχε και μιλιά  δεν είχε. Και  σάματις τι να πει; ΄Αντρας της ήτανε, έκανε υπομονή, Τι κι αν έβριζε ή την αγρίευε καμιά φορά, εκείνη κατάπινε τον καϋμό της,  ξεδίνοντα ς στις  δουλειές του σπιτιού και στη  λάτρα του. Η πάστρα της ήταν ανεπανάλη πτη. Τα μεσοφόρια της τα μπιμπιλωτ ά τάδειχνε συχνά στη μάνα μου για να της δείξει μια βελονιά καινούργι α που είχε η νταντέλα τους.
Και έλαμπε ο κόσμος όλος τότε.
Ερχόταν συχνά στο σπίτι μας να ξεδώσει λιγάκι, λέγοντας τα καμώματα του Γιάννη της και να παρηγορηθ εί κάνοντας όνειρα για ένα καλλίτερο αύριο. Που ξέρεις , μπορεί από αύριο κι όλας να φυσούσε καινούργι ος άνεμος…κι άρχιζε με τη λεπτή διαπεραστ ική φωνή της το  τραγούδι:
«Φύσ’  αγέρι, φύσα κύμα,
φύσα θάλασσα πλατειά
να μας πας στα ξένα μέρη
να μας πας στη ξενητειά».
Θες η μελωδία , θες τα λόγια που μιλούσαν για θάλασσα πλατειά και για ξένα μέρη, η Ταρσή  με το τραγούδι που απαραίτητ α ύγραινε τα μάτια της, αισθανότα ν ευτυχισμέ νη.Ναι, ευτυχισμέ νη κυριολεκτ ικά, γιατί ο Γιάννης ο Καγιάς ο άντρας της ήταν αυτό που λέγαμε σήμερα , ένας «ρεαλιστής».Ας έλεγε ένα σωρό καμιά φορά εναντίον του  εκείνη, καταλάβαι νε τη βαθύτερη αλήθεια του Γιάννη της: Έλεγε τα σύκα – σύκα και τη σκάφη – σκάφη. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Δεν υποκρινότ αν, όπως κάνουν όλοι.
Όσο για τις αδυναμίες του: Μήπως γι΄ αυτές τις αδυναμίες μας δεν είναι που αξίζει να ζούμε πιο πολύ; Αυτές δεν είναι το αλάτι και το πιπέρι της ζωής;΄Ενας από τους πιο μεγάλους  φιλοσόφου ς και ποιητές που έβγαλε ο κόσμος το έγραψε,το έλεγε και το  τραγουδού σε μια ζωή ολάκαιρη αυτό, τον έλεγαν Ομάρ Καγιάμ και ήταν Πέρσης.
Το ίδιο έκανε κι ο Γιάννης ο Καγιάς, Τριγλιανό ς και Ραφηνιώτη ς.
                                      ΑΝΔΡΕΑΣ  ΓΑΝΙΑΡΗΣ

Το διήγημα «Η ΓΙΑΓΙΑ Η ΜΑΡΓΙΩΡΗ» δημοσιεύθ ηκε στο «ΜΕΛΤΕΜΙ αλλαγής» της Ραφήνας τον Νοέμβρη-Δεκέμβρη 1977 αρ. φύλλου 4-5 και το διήγημα «Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΓΙΑΣ» τον Ιούνιο 1978 αρ. φύλλου 11.
Αναδημοσι εύθηκαν στα «ΤΡΙΓΛΙΑΝΑ ΝΕΑ» Θεσσαλονί κη 16 Ιανουαρίο υ 1982 αρ. φύλλου 35.