Αποστολέας Θέμα: Παλιά καφενεία της Ραφήνας  (Αναγνώστηκε 5809 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 0
  • -Λάβατε: 73
  • Μηνύματα: 219
  • Age: 71
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 83
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Παλιά καφενεία της Ραφήνας
« στις: 15 Μάρτιος 2013, 02:21:53 μμ »
  • Publish
  • Αυτήν την εποχή ξαναδιαβά ζω τα βιβλία του θείου μου Θανάση Πιστικίδη, και σκέφτηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρο ν να σας μεταφέρω μερικές περικοπές από το διήγημα «Το Καφενείο» (σελ.91), που είναι στο βιβλίου του «Εσύ δεν πείνασες» που περιγράφε ι το καφενείο του και έμμεσα δίνει μια εικόνα από τη ζωή της προπολεμι κής Ραφήνας. Θα μου επιτρέψετ ε μερικές παρεμβάσε ις στην εικόνα με δικές μου θύμησες από το μεταπολεμ ικό καφενείο της δεκαετίας του 50.
    Ας αρχίσουμε από τη περιγραφή του καφενείου της παλιάς Ραφήνας, «με τα μάτια ενός παλιού καφετζή, που έζησε 38 ολόκληρα χρόνια μέσα στο καφενείο χωρίς να αποκτήσει ποτέ τη ψυχολογία του καφετζή, γιατί είχε το μάτι του πάντα έξω από αυτό. Έναν άνθρωπο που συνεχώς μελετούσε τη ψυχολογία των πελατών του» «Θα μιλήσουμε για το προπολεμι κό καφενείο που ήταν χωρίς πράσινες τσόχες, το απλό, το κλασικό καφενείο που ήταν τόπος κοινωνική ς και πολιτικής συνάθροισ ης. Το καφενείο που ανέβαζε και κατέβαζε κοινοτάρχ ες, Δημάρχους και Κυβερνήσε ις ακόμη, σαν το παλιό καφενείο του Ζαχαράτου στην Αθήνα να πούμε.
    Το καφενείο με το τάβλι και το ντόμινο, το καφενείο με τη πρέφα, το σκαμπίλι, το μπικέτο, την ξερή και την κοντσίνα, το καφενείο που τα χαρτιά (τράπουλες) που πρόσφερε δεν ήταν ποτέ τζόγος, ήταν ψυχαγωγία . Το καφενείο που πρόσφερε στους πελάτες του τον καφέ, το ούζο τους και το γλυκό του κουταλιού, το λουκουμάκ ι».
                             
    Από αριστερά: Βασίλης Κολιβύδης, Χρυσόστομ ος Καπάνδρια ς, Πανάρετος Τσακίρης και Μανώλης Μαντωνανά κης (Κρητικός).
    Στο Παράθυρο: Γιάννης Μιχαήλ και Θανάσης Πιστικίδη ς.
    Από Θ. Πιστικίδη ς «Πες μας παππού», σελ. 126

    Το μεταπολεμ ικό καφενείο της δεκαετίας του 50, που θυμάμαι εγώ είχε εμπλουτίσ ει το κατάλογο του με τελεμέ, μπακλαβά (γενικά σιροπιαστ ά) και μικρά κεφτεδάκι α, που έφτιαχναν στο σπίτι η γιαγιά και η θεία μου. Κυρίως όμως θυμάμαι τον παστουρμά, που μου έδινε ο θείος, κρυφά από τον παππού, πίσω από το μπάγκο-που ήταν το κουζινάκι, όποτε ερχόμουνα από την Αθήνα για να δω τη γιαγιά. Ο παππούς, με τα πάνω μουστάκια, όπως τον λέγαμε (o Κολυβίδης) έκανε πάντα ότι φώναζε «γιατί ο παστουρμά ς δεν είναι για τα μικρά κοριτσάκι α». Φυσικά, ο συνειρμός Ραφήνα-παστουρμά-ούζου, κρατά καλά ακόμα και τώρα! Δεν υπάρχει περίπτωση να φάω παστουρμά και να μη θυμηθώ τον θείο Θανάση και το πίσω μέρος του καφενείου που έγινε η μύηση μου σε αυτό το θεσπέσιο (για μερικούς μισητό) ανατολίτι κο έδεσμα, ούτε φορά που θα ανέβω στην Ραφήνα και δεν θα πιω τα ούζα μου στα σημερινά ουζερί της πλατείας, με τις πλαστικές τέντες, που προσπαθού ν μάταια να σου δώσουν την ψευδαίσθη ση ότι κάθεσαι έξω στο ύπαιθρο.
    Το καφενεδάκ ι λοιπόν του θείου μου, «είχε μέσα 8-9 τραπεζάκι α και μια σόμπα, που τον χειμώνα, καθόταν γύρω της οι πελάτες να ζεσταθούν . Το καλοκαίρι έβγαζε έξω άλλα τόσα τραπεζάκι α, αλλά τότε άλλαζε η φυσιογνωμ ία του καφενείου, λόγω του «ξένου» κόσμου που σύχναζε σε αυτό, διερχομέν ου και παραθερισ τικού»
    Και όπως θυμάμαι ήταν αρκετός αυτός ο κόσμος, γιατί έξω ήταν η στάση του λεωφορείο υ για την Αθήνα και το καφενείο ήταν και «Σταθμαρχείο», δηλαδή, είχε ένα τηλέφωνο (καβουρδισ τήρι) για να επικοινων εί με τον σταθμάρχη της Αθήνας και μέσα ήταν και ο Σταθμάρχη ς, ο θείος μου Γιάννης Μιχαήλ. Όταν όμως ερχότανε καράβι, έτρεχε στο λιμάνι, γιατί ήταν συγχρόνως και Ναυτιλιακ ός Πράκτορας . Την εποχή εκείνη, τα αραιά δρομολόγι α πλοίων και λεωφορείω ν, έδιναν την δυνατότητ α σ’ ένα μόνο  άνθρωπο να εξυπηρετε ί και τα δύο.
    Όπως όλα τα καφενεία, έτσι και αυτό, είχε τους μόνιμους πελάτες του. «Ο καφετζής ποτέ δεν ρωτούσε πως πίνουν τον καφέ τους, γιατί ήξερε όχι μόνο πως τον έπιναν αλλά ήξερε ακόμα και την ώρα που θα έμπαιναν στο καφενείο οπότε και ο καφές τους ετοιμάζον ταν χωρίς καν να παραγγελθ εί. Τότε που η απουσία ενός πελάτη από το καφενείο γινόταν αμέσως αισθητή και όλοι ρωτούσαν:
    -Βρε, ο τάδες δεν φάνηκε σήμερα, μήπως είναι άρρωστος; Και ανέθεταν αμέσως στο γείτονα να φέρει νέα το απόγευμα ή το πρωί για την ξαφνική απουσία του.
    Το καφενεδάκ ι διέθετε στους πελάτες του δύο εφημερίδε ς, μια πρωινή και μια απογευματ ινή. Αυτές δεν της είχε μόνο για να μαθαίνουν οι πελάτες τα νέα, αλλά και για να διαβάζουν για τον Τσοκιτζή τον Εφέ του Αϊδονιού και για να λύνουν το σταυρόλεξ ο, που δεν ξέρω πότε ανακαλύφθ ηκε αλλά τότε έκανε την εμφάνισή του στις εφημερίδε ς και απόκτησε αμέσως πολλούς φανατικού ς φίλους.
    Αλλά το καφενεδάκ ι εκείνο, πέρα από τις εφημερίδε ς που πρόσφερε στους πελάτες του, είχε και ένα αριθμό βιβλίων, μια μικρή βιβλιοθήκ η στο εντοιχισμ ένο ντουλάπι του που αργότερα, το συμπλήρωσ ε και με μια εγκυκλοπα ίδεια. Έτσι πολλοί από τους πελάτες μπορούσαν να διαβάσουν ό,τι τους άρεσε από τα βιβλία εκείνα και ακόμα είχαν την ευκαιρία να συμπληρώσ ουν από την εγκυκλοπα ίδεια τα κενά των γνώσεων τους.
    Απλοί άνθρωποι οι πελάτες. Όλοι εργατικοί και αγρότες, λίγοι υπάλληλοι, ο δάσκαλος, ο παπάς, ο γραμματέα ς της Κοινότητα ς, επαγγελμα τίες και μερικοί ψαράδες.
    Καλοκάγαθ οι, καλοπροαί ρετοι, καλοσυνάτ οι χωρίς να τους λείπει το χιούμορ. Τα πειράγματ α μεταξύ τους δεν έλειπαν, πειράγματ α όμως, χωρίς κεντρί, πειράγματ α αθώα που δεν πρόσβαλαν και που δεν έθιγαν κανέναν.
    Εδώ συζητούσα ν αν καλώς εργάζεται και λειτουργε ί ο παπάς, ο δάσκαλος, οι επιτροπές των σχολείων και της εκκλησίας, οι αγροφύλακ ες, οι νυχτοφύλα κες και ο πρόεδρος ακόμη αν κάνει σωστά και αμερόληπτ α τα καθήκοντα του.»
    Εκτός από «Καφενείο του Σταθμού», το καφενεδάκ ι αυτό έκανε και τη διανομή πάγου στα σπίτια. Στο πίσω μέρος του καφενείου υπήρχε και ένα μεγάλο ψυγείο, με μεγάλες κολώνες πάγου, που συνήθως τις κόβανε στα τέσσερα, για να χωράνε στα οικιακά ψυγεία. Κοντά στην «ηλεκτρική» ήταν και το παγοποιεί ο. Η χαρά μου ήταν όταν ο θείος μου ο Αποστόλης Πιστικίδη ς, που είχε μια τρίκυκλη μηχανή, με έπαιρνε μαζί του για να πάμε να πάρουμε πάγο ή να κάνουμε τη διανομή στα σπίτια του χωριού.
                                   

    Με τον αδελφό μου Αντρέα (κάπου το 1956-57) πάνω στη τρίκυκλη μηχανή του θείου Αποστόλη, στη γωνία Σάπαρη και Β. Παύλου