Αποστολέας Θέμα: Η γενοκτονία των Αρμενίων και η ιστορία της οικογένειας μου  (Αναγνώστηκε 2018 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 0
  • -Λάβατε: 77
  • Μηνύματα: 228
  • Age: 72
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 87
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Σήμερα είναι 98 χρόνια από την ημέρα της Αρμενικής Γενοκτονί ας, και θα ήθελα να αναφερθού με σ’ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του θείου μου, Θανάση Πιστικίδη « πες μας παππού…», σελ. 44, που αναφέρετα ι σε ένα τέτοιο περιστατι κό. Η ιστορία αυτή αργότερα, σχετίζετα ι με την επιβίωση της οικογένει ας μας, που ήρθαν σαν ανταλλάξι μοι το 1924 στη Ν. Τρίγλια. Στην ιστορία αυτή ισχύει το «Κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό» που λέει ο σοφός λαός.

«Ο Κλεόβουλο ς ήταν Αρμένης και συνομήλικ ος του πατέρα (εννοεί τον Βασίλη Πιστικίδη) ο Βαρτζόκας ήταν κατά τι μικρότερο ς και είχαν δουλέψει ταυτόχρον α στον φούρνο του παππού.
Στην μεγάλη σφαγή των Αρμενίων του 1915, η Προύσα είχε πάρα πολλούς κατοίκους Αρμενίους . Όλους σχεδόν οι Τούρκοι τους έσφαξαν, ως και τα βρέφη τους ακόμη.
Τον Κλεόβουλο, που δεν τον λέγονταν τότε Κλεόβουλο ς, ο παππούς τον έκρυψε μαζί με την γυναίκα του και ένα μικρό παιδάκι που είχε τότε, έως ότου πέρασε η μεγάλη μπόρα της σφαγής.
Αργότερα τον βάφτισε χριστιανό, τον ονόμασε Κλεόβουλο, τον μικρό γιό του Γιώργο και τους φυγάδεψε για την Ελλάδα.
Λίγο πριν την σφαγή των Αρμενίων το 1915, ο πατέρας και ο αδελφός του ο Αναστάσης είχαν επιστρατε υθεί στα Τούρκικα Αμελέ Ταμπούρ (Τάγματα Εργασίας). Ο Ηπειρώτης Βαρτζόκας και ο Αρμένιος Κλεόβουλο ς είχαν μείνει δίπλα στο παππού.
Ακολούθησ ε η σφαγή, το κρύψιμο, το βάφτισμα, η φυγάδευση και λίγο αργότερα ο θάνατος του Αναστάση, ο θάνατος του παππού, το κάψιμο του σπιτιού στη Προύσα, το άρπαγμα του φούρνου του παππού από τους Τούρκους, και η μεταφορά της μητέρας πια μαζί με την γιαγιά Μαγδαληνή στην Τρίγλια το 1919. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη ολονών. Ακολούθησ ε η Μικρασιατ ική Καταστροφ ή και η συμφορά ολοκληρώθ ηκε.
Παρ’ όλα αυτά, αυτοί οι δύο άνθρωποι, θυμήθηκαν το παλιό τους αφεντικό και άρχισαν να ψάχνουν και να ρωτούν ανάμεσα στην προσφυγιά που κατέκλυζε τότε τη Θεσσαλονί κη, την Καβάλα και τα άλλα λιμάνια της Μακεδονία ς, για την οικογένει α μας, αλλά πουθενά καμιά πληροφορί α. Είχαμε βλέπεις ξεμείνει στη Κωνσταντι νούπολη μέχρι το 1924, γι’ αυτό κανείς δεν ήξερε και δεν μπορούσε να δώσει πληροφορί ες για μας.
Ήταν πια καλοκαίρι του 1926 προς τα τέλη Ιουλίου, γυρεύοντα ς δουλειά ο πατέρας είχε κατέβει στη Θεσσαλονί κη και γυρίζοντα ς απελπισμέ νος και κουρασμέν ος, ακούει μια φωνή «Βασίλη, Βασίλη, είμαι ο παραγιός σας, το Ηπειρωτάκ ι, ο Θανάσης ο Βαρτζόκας, που δούλευε στο φούρνο σας τρία χρόνια. Τρόμαξα να σε γνωρίσω, αφεντικό πως είσαι έτσι…»
Ο Θανάσης ο Βαρτζόκας, ο πρώην παραγιός, ήταν τώρα φτασμένος επαγγελμα τίας με δικό του μεγάλο φούρνο και είδη ζαχαροπλα στικής στις Σέρρες. Του έδωσε λοιπόν, ένα χρηματικό ποσόν σαν προκαταβο λή και του είπε να τακτοποιή σει τις εκκρεμότη τες του και να πάρει την οικογένει α του και να έρθει στις Σέρρες, που τον περίμενε δουλειά.
Ήρθε ο πατέρας στη Ν. Τρίγλια γεμάτος χαρά και φορτωμένο ς ψώνια και ανακοίνωσ ε την απόφαση του να πάμε οπωσδήποτ ε στις Σέρρες.
Ο θείος Βασίλης (Κολυβίδης) όμως του δήλωσε, ότι εκείνος προτιμούσ ε να κατέβει στη Ραφήνα, παρά να τον ακολουθήσ ει στις Σέρρες. Του ζήτησε όμως να του δώσει μαζί του τη μεγάλη μου αδελφή τη Γεωργία, για να φροντίζει την άρρωστη θεία Σμαρώ.
Ο πατέρας στάθηκε ανένδοτος να του δώσει τη Γεωργία. Ύστερα όμως από πολλές παρακλήσε ις και συζητήσει ς με την αδελφή του και μητέρα μου, ο λαχνός έπεσε σε μένα.
Έτσι τα πράγματα ξεκαθάρισ αν. Πρώτα φύγαμε ο θείος Βασίλης, η άρρωστη θεία Σμαρώ και εγώ και φτάσαμε στη εδώ στη Ραφήνα το απόγευμα στις 5 Αυγούστου του 1926.


Ο Θανάσης Πιστικίδη ς (8 ετών) με τον θείο του Βασίλη Κολυβίδη, όταν πρωτοήρθα ν στην Ραφήνα

Σε λίγες μέρες και ο πατέρας μου με όλη την υπόλοιπη οικογένει α, εγκατέλει παν την Νέα Τρίγλια και πήραν τον δρόμο για τις Σέρρες. Εκεί, ο πατέρας μου πραγματικ ά ανάσανε. Νοίκιασε σπίτι για την οικογένει α, πληρώνοντ αν καλά και πραγματικ ά το «αφεντικό» του φέρνονταν άψογα.



Η οικογένει α Πιστικίδη περίπου το 1930, στη Δράμα. Η φωτογραφί α είναι από κάποιο οικογενει ακό βιβλιάριο . Γράφει από πίσω τις ηλικίες όλων (τις βάζω σε παρενθέσε ις).
Από αριστερά: Γιαγιά Μαγδαλινή Κολυβίδου (90), Απόστολος Πιστικίδη ς (  8 ), Θεοχαρούλ α (Τούλα) Πιστικίδο υ- Μιχαήλ (12),  Βασίλης Πιστικίδη ς (45), Γεωργία Πιστικίδο υ- Μυτιληναί ου (16), και Αναστασία Κολυβίδου-Πιστικίδου

Ο Βαρτζόκας όμως είχε συνεταίρο στο φούρνο και μετά μερικούς μήνες άρχισε να δημιουργε ί μικροπροβ λήματα. Δεν έβλεπε ο άνθρωπος με καλό μάτι την τόση εύνοια του Βαρτζόκα στο νεοφερμέν ο. Έτσι ενάμιση χρόνο μετά, ο πατέρας αποφάσισε να φύγει για να μη δημιουργε ί προβλήματ α στους δύο συνέταιρο υς και πήγε να δουλέψει στο φούρνο του Κλεόβουλο υ, στη Πρωσοτσάν η.
Ο Βαρτζόκας και ο Κλεόβουλο ς είχαν συναντηθε ί από παλιότερα και είχαν γνωριμίες και φιλικές σχέσεις μεταξύ τους. Έτσι, όταν συνάντησε τον πατέρα, ειδοποίησ ε τον Κλεόβουλο, ότι βρήκε επιτέλους το παλιό αφεντικό του Βασίλη και ότι τον πήρε στον φούρνο του. Τον επισκέφθη κε, αγκαλιάστ ηκαν, φιλήθηκαν, έκλαψαν, θυμήθηκαν .
Τέσσερα χρόνια δούλεψε ο πατέρας στο φούρνο του Κλεόβουλο υ όχι σαν υπάλληλος αλλά σαν πραγματικ ό αφεντικό. Δυστυχώς ο Κλεόβουλο ς αρρώστησε βαριά και έπρεπε να τα πουλήσουν όλα και κατέβουν το γρηγορότε ρο στη Θεσσαλονί κη για θεραπεία.
Ο πατέρας έμεινε άλλα δυο χρόνια στη Μακεδονία και δούλεψε σε διάφορους φούρνους στη Δράμα, Τσατάλτζα, Δοξάτο, σούρνοντα ς πάντα μαζί του την οικογένει α προς μεγάλη ταλαιπωρί α όλων τους. Στην Ραφήνα ήρθαν τελικά το 1934.