Ένα Πάσχα διαφορετικό…

Αποστολέας Θέμα: Ένα Πάσχα διαφορετικό…  (Αναγνώστηκε 856 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Τριγλιανός Απόγονος
  • **
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 18
  • -Λάβατε: 13
  • Μηνύματα: 96
  • Age: 54
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 19
  • Φύλο: Άντρας
Ένα Πάσχα διαφορετικό…
« στις: 30 Απρίλιος 2013, 08:31:23 μμ »
  • Publish
  • Ραφήνα, βδομάδα πριν την Μεγάλη του έτους 1975.
    Σχεδόν 40 χρόνια πριν…
    Ήταν ένα τηλεφώνημα, μερικές συνεννοήσεις, η λήψη της απόφασης και το απαντητικό τηλεφώνημα, που έδωσαν μία διαφορετικότητα σε μένα και τον αδελφό μου.
    ΝΑΙ ξάδελφε, θα έρθουμε στην Νέα Τρίγλια, να κάνουμε μαζί Πάσχα. Αυτή ήταν η απάντηση που μας χαροποίησε ιδιαίτερα, θα πηγαίναμε στον θείο Παναγιώτη.
    Η χαρά μας αυτή μεγάλωνε ακόμα περισσότερο σκεφτόμενοι ότι θα μπαίναμε στο τρένο! για πρώτη φορά, θα βλέπαμε μέσα από την διαδρομή σχεδόν την μισή Ελλάδα, έστω και με την περαστική ματιά, που θα μας επέτρεπε το παράθυρο του τρένου.
    Τον θείο τον γνωρίζαμε, αλλά δεν είχαμε γνωρίσει ποτέ την μάνα του, την γυναίκα του και τον μικρούλη υιό του, που λόγο ηλικίας ήταν και ένας από τους λόγους που θα ανεβαίναμε εμείς στο άλλο χωριό.
    Μα και το χωριό δεν το είχαμε δει και θέλαμε να το γνωρίσουμε, όπως και αν είχαμε και άλλα ξαδέλφια εκεί, ερώτηση που την κάναμε συνεχώς στον πατέρα μας.
    Η χαρά μου μεγάλωσε ακόμα περισσότερο τις επόμενες μέρες μαθαίνοντας ότι θα έρχονταν στην Τρίγλια και οι γείτονες μας, οικ. Πικουλίδη, τα τρία αδέλφια με τα παιδιά τους και θα μέναν στο σπίτι της «Μαμής», πράγμα που σήμαινε θα είχα και παρέα εκεί, αν δεν είχε παιδιά να παίζω η γειτονιά του θείου. Βασικό για ένα παιδάκι 7-8 χρονών.
    Έτσι περνούσαν οι μέρες, μέχρι να έρθει η Μεγάλη Πέμπτη, που θα αναχωρούσαμε για το σπάνιο για την εποχή και ενδιαφέρον ταξίδι μας.
    Και έφτασε η πολυπόθητη μέρα και το απογευματάκι βρεθήκαμε στα ΚΤΕΛ Χαλκιδικής για να πάρουμε το λεωφορείο για την Νέα Τρίγλια.
    Οι γείτονες μας είχαν νοικιάσει ένα πουλμανάκι και θα έρχονταν την επόμενη.
    Σουρούπωνε όταν φτάσαμε στην Τρίγλια. Σταμάτησε το λεωφορείο στην στάση, κατεβήκαμε και η εξερευνητική παιδική ματιά, είδε την εκκλησία, ένα περίπτερο, τον θείο Παναγιώτη να έρχεται κοντά μας, όπως και μερικούς ακόμα Τριγλιανούς να μας καλωσορίζουν και σκέφτηκα, όλοι αυτοί θείοι είναι;;; πέρασαν χρόνια για να καταλάβω την εικόνα αυτή με τους συγκεντρωμένους που μας καλωσόριζαν!!!
    Γεγονός ήταν ότι μόνο ο ένας, εκτός του Παναγιώτη, ήταν θείος και μας βοήθησαν με τα μπαγκάζια να πάμε στο σπίτι του Θείου, δυο τετράγωνα πάνω από την πλατεία.
    Μία μεγάλη πλατεία και στο πλάι της από την άλλη μεριά του δρόμου κανά δυο καφενεία, αν θυμάμαι καλά.
    Στην διαδρομή μου έκανε εντύπωση και ένα βενζινάδικο μέσα στο χωριό.
    Φτάσαμε στο σπίτι του θείου μου και στην σιδερένια πλεκτή αυλόπορτα, μας περίμεναν η μάνα του Γραμμάτο η θεία Ασημίνα με τον μικρό Σταύρο στην αγκαλιά της, φωνάζοντας καλώς  ήρθατε, καλώς ήρθατε, σαν να ήταν χορωδία!
    Μπροστά με μία γρήγορη παιδική ερευνητική ματιά, είδα ένα κήπο με λίγα δενδράκια και ένα σπίτι από αυτά που λέμε του συνοικισμού, δωματιάκια συνεχόμενα, με το ένα εξ αυτών λίγο πιο ψηλά από τα άλλα. Την επομένη βέβαια ανακάλυψα και δύο ακόμα δωμάτια – αποθήκες στην μεριά της αυλής που υπήρχε πίσω από το σπίτι.
    Το να χωρέσουμε 4 άτομα ακόμα στο σπίτι, ήταν ένα θέμα που περίμενα να δω.
    Βέβαια το ότι ο καιρός ήταν καλός αυτή την εποχή, ήταν σύμμαχος.
    Θυμάμαι ότι κοιμηθήκαμε εγώ με τον αδελφό μου σε ένα κρεβάτι στο σαλόνι, οι γονείς μου στην κρεβατοκάμαρα που τους παραχωρήθηκε τιμητικά, όπως συνηθιζόταν τότε, σε ένα άλλο δωμάτιο η θεία Γραμμάτο και στα δωμάτια της πίσω αυλής οι θείοι μου.
    Ξημέρωσε με το καλό η δεύτερη μέρα, Μ. Παρασκευή και βέβαια από την κούραση του ταξιδιού ξυπνήσαμε γύρω στις 10.00 από θόρυβο της εξώπορτας, που την κτυπούσε μουσαφίρισσα.
    Ξαφνιασμένοι περιμέναμε να δούμε ποια είναι, περισσότερο δε αν είναι κάποια συγγενείς μας.
    Άνοιξε η θεία και μπήκε μία κυρία με ένα πιάτο Πασχαλινά κουλουράκια, μας χαιρέτισε όλους και μας συστήθηκε, ήταν γειτόνισσα, (ταλαντεύομαι ανάμεσα στο Μπαρμπή ή Δρακούλη με το δεύτερο να επικρατεί).
    Η θεία μας έφτιαξε το γάλα μας με την μάνα μου παρέα και καφέ για τους μεγάλους, ξεκινώντας μία συζήτηση – ανάκριση σκέτη. Οι μεν ρωτούσαν τους δε για συγγενείς και φίλους στα χωριά εκατέρωθεν, διακρίνοντας μία χαρά ως αγαλλίαση που μάθαιναν καλά νέα.
    Βέβαια δεν μείναμε με μία μουσαφίρισσα, σε λίγη ώρα ήρθε και μία άλλη γειτόνισσα, (Βουλγαράκη, νομίζω Αναστασία), αυτό βέβαια δεν άλλαξε το τέμπο της συζήτησης.
    Στα διάφορα που έλεγαν, έδωσα σημασία ότι η δεύτερη γειτόνισσα, είχε το ένα αγόρι της στην ηλικία μου, αλλά και την ερώτηση πότε έρχονται οι υπόλοιποι από την Ραφήνα. Βλέπετε τα νέα ότι έρχονται κάποιοι από το άλλο χωριό, διαδίδονταν με ταχύτητα αστραπής, εκείνες τις εποχές.
    Ο πατέρας μου και ο θείος μου, είχαν πάει μία βόλτα στο καφενείο, συνήθεια εθιμοτυπική τότε, αφού από ότι είχα καταλάβει, έπρεπε να πάνε γιατί τους περίμεναν εκεί όλοι οι συγχωριανοί.
    Το μεσημέρι καθίσαμε στο τραπέζι και από τα πρώτα που αναφέρθηκε ήταν ότι κατά τις 18.00 το απόγευμα θα έφταναν και οι υπόλοιποι Ραφηνιώτες.
    Μετά άρχισαν μία μεγάλη κουβέντα για το τι κάνουν οι εκεί συγγενείς, αλλά και οι της Ραφήνας.
    Έτσι έμαθα ότι το βενζινάδικο που μου είχε κάνει εντύπωση το είχε θείος, όπως και θείος είχε το ραφτάδικο λίγο πιο κάτω από το σπίτι. Το ψωμί που τρώγαμε ήταν από το φούρνο ενός άλλου θείου κανά δυο στενά πιο πέρα, είχα μία θεία που ο άντρας της είχε τον αλευρόμυλο και ακόμα ένα θείο που είχε ένα μαγαζί κάτι σαν ζαχαροπλαστείο ή πρατήριο άρτου όπως τα λέμε σήμερα, αλλά όχι με σιγουριά αυτό.
    Από την άλλη μέρα του Πάσχα, θα πηγαίναμε να τους δούμε.
    Το απόγευμα είχε κανονιστεί επίσκεψη στην Εκκλησία και μετά περίπατος προς το γήπεδο, ώστε να δούμε που θα έρθουν οι Πικουλαίοι, όπως χαρακτηριστικά το έλεγαν.
    Ο εντυπωσιασμός μου συνεχίστηκε στην εκκλησία με τα χαρακτηριστικά λόγια του παπά, «όσο μακρύτερα μαλλιά έχουν οι γυναίκες, τόσο μυαλό τους λείπει!!!», ανάμεσα σε μία συζήτηση μαζί του που είχαν γονείς και θειοι.
    Αλλά και στο γήπεδο όταν πήγαμε, στην περίφραξη και γύρω γύρω, άρχισε να πατέρας μου να μαζεύει τσιμπιτές κορυφές από χόρτα που είχαν φυτρώσει και σε ερώτηση του θείου μου, του είπε ότι ήταν μαύρη βρούβα, η καλύτερη του είδους, μόνο που όπως ανάφερε ο θείος, δεν την γνώριζαν καν εκεί. Βέβαια όταν έφαγαν την επόμενη τους έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.
    Εκπλήξεων συνέχεια, βλέποντας κόσμο να πηγαίνει προς την πλατεία και ο θείος είπε να πάμε και εμείς προς τα εκεί.
    Βλέποντας μαζεμένους πολλούς χωριανούς, ρώτησα τον θείο τι περίμεναν και γιατί να πάμε και η απάντηση ήταν τόσο απλή, μα έρχονται οι Πικουλαίοι…..
    Πράγματι δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά και ακούσαμε κόρνες, ήταν το πουλμανάκι τους και μία κούρσα που είχαν πάρει μαζί τους.
    Αμέσως κατέβηκαν και άρχισαν τις χαιρετούρες και τα φιλιά με τους γνωστούς των, αλλά και εμάς, λες και είχαν να μας δουν πολύ καιρό. Αργότερα κατάλαβα ότι ήταν το κλίμα, που το δημιούργησε αυτό.
    Σε λίγο φύγαν να πάνε να ταχτοποιηθούν και εμείς γυρίσαμε στο σπίτι του θείου.
    (Σκεφτόμενος μεγαλύτερος τις σκηνές αυτές και ζώντας τες και στην Ραφήνα για 4 συνεχόμενα χρόνια, που ερχόταν η φιλαρμονική της Νέας Τρίγλιας για τον εορτασμό της Παντοβασίλησας, διαπίστωσα ότι υπήρχε μία θετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα σε κάθε συνάντηση Τριγλιανών, από τα δύο χωριά.) 
    Η επόμενη ημέρα με βρήκε να ζητάω από τους γονείς μου να με πάνε εκεί που μέναν οι Πικουλαίοι, στις Μαμής το σπίτι.
    Πρόθυμος ο θείος μου με πήγε και θυμάμαι πολύ καλά ότι παίξαμε τόσο πολύ με κάτι ρακέτες, έλλειψη άλλων παιχνιδιών που ξεπατωθήκαμε.
    Μάλιστα είχε έρθει και ένα γειτονόπουλο και έπαιζε μαζί μας, αν δεν κάνω λάθος το επώνυμο ήταν Καλπάκης.
    Έτσι είχαμε κάνει μία τετράδα και παίζαμε ένα είδος ποδοσφαίρου, αλλά βαρώντας το μπαλάκι με την ρακέτα στο δάπεδο. Σπάσανε και οι ρακέτες στο τέλος.
    Ήρθε το μεσημέρι και με πήγαν στο σπίτι του θείου μου, να φάμε να μπανιαριστούμε και να ετοιμαστούμε για την Ανάσταση.
    Εκεί όμως διαπίστωσα κάτι που μου κακοφάνηκε… δεν υπήρχε πουθενά πλυμένη η σούβλα  για το αρνί!!! Απόρησα και ρώτησα τον πατέρα μου γεμάτος αγωνία φοβούμενος αρνητική απάντηση, «Μπαμπά δεν θα σουβλίσουμε;», όχι παιδί μου, θα το πάμε στο φούρνο με κλιματόβεργες και θα είναι μια χαρούλα.
    Δεν απάντησα, αλλά γεμάτος απογοήτευση μπήκα στο σπίτι. Βέβαια παραμένει η απορία για το αν είναι έθιμο να το πηγαίνουν το αρνί στον φούρνο και να μην το βάζουν στην σούβλα.
    Νύχτωσε και ήρθε η ώρα να πάμε στην εκκλησία.
    Προσκυνήσαμε και βγήκαμε στην πλατεία περιμένοντας τον παπά να πει το Χριστός Ανέστη. Μάλιστα ο θείος μας πήγε σε ένα μέρος να μην κινδυνεύουμε από τις κροτίδες και τα βαρελότα.
    Τελικά οι εκπλήξεις δεν είχαν τελειώσει.
    Την ώρα του Χριστός Ανέστη, μία σαΐτα ήρθε από το πουθενά και έσκασε την πλάτη του πατέρα μου, παίρνοντας φωτιά η καμπαρτίνα του.(ήταν στην εποχή τους τότε οι καπαρντίνες), τελικά κάποιοι πιο ψύχραιμοι τον βοήθησαν να την βγάλει και να σβήσει η φωτιά.
    Γυρίσαμε στο σπίτι και κάτσαμε στο τραπέζι να φάμε την μαγειρίτσα και να τσουγκρίσουμε τα αυγά.
    Κουρασμένος έπεσα για ύπνο και ξύπνησα από την φασαρία των πρωινών ετοιμασιών για να πάνε το αρνάκι στο φούρνο.
    Ετοιμάστηκα και τσουπ και εγώ μαζί τους μιας και δυο για τον φούρνο, ήταν θείος και αυτός όπως άκουσα να λένε και μάλιστα τους είπε ό πατέρας ότι την επομένη θα τους πάμε επίσκεψη, μιας και δεν θα είχε και πολύ δουλειά ο φούρνος.
    Μετά πήγαμε στους Πικουλαίους που είχαν βάλει δύο σούβλες με αρνιά στο απέναντι οικόπεδο από της μαμής το σπίτι. Έτσι γεύτηκα και κοκορέτσι εκτός από σούβλα που δεν είχαμε στου θείου.
    Από την άλλη μέρα άρχισαν οι επισκέψεις σε συγγενείς και το ίδιο κάναν και οι Πικουλαίοι σε φίλους όμως, διότι από ότι κατάλαβα, δεν είχαν συγγενείς στο χωριό.
    Έντονα θυμάμαι όταν πήγαμε στο θείο με τον φούρνο, ότι είχε τρία παιδιά που τα δύο ήταν δίδυμα και παίζαμε μπροστά στο φούρνο.
    Στους θείους με το ραφτάδικο και το βενζινάδικο, πήγε ο πατέρας μου κάποια πρωινά με τον θείο, που είχε πάρει άδεια από την δουλειά του στην κοινότητα, λόγω ότι είχε τα μουσαφίρια, δλδ εμάς.
    Ένα απόγευμα πήγαμε και στην θεία που είχαν τον αλευρόμυλο και αμυδρά θυμάμαι το μεγάλο κτήριο που ήταν ο μύλος και μας έκανε μία βόλτα να τον δούμε.
    Ταυτόχρονα γνώρισα και τον μικρό γιό της γειτόνισσας (Βουλγαράκη) και ένα άλλο παιδί στην ηλικία μας, φίλο του και παίζαμε ως αργά το βράδυ. Σε αυτά τα παιχνίδια έμαθα να τρώω και τσάγαλα, δλδ όχι απλά έμαθα, τα ρημάξαμε σε ένα γειτονικό σπίτι.
    Θυμάμαι την τελευταία βραδιά που μας έβγαλε ο θείος να πάμε σε μία ταβέρνα να μας κεράσει και πήγαμε και σχεδόν απέναντι στο μαγαζί ενός τελευταίου θείου που δεν είχαμε προλάβει να δούμε. Η ταβέρνα – σουβλατζίδικο, ήταν του Νίκου του Μπαμπαροξή.
    Την επόμενη ημέρα με ταξί πήγαμε στην Θεσσαλονίκη και στον σταθμό του τρένου για την επιστροφή μας.
    Ένα ταξίδι που έμεινε χαραγμένο στο παιδικό μυαλό μου, τόσο και τις εκπλήξεις που είχε, όσο και τα συναισθήματα που βίωσα σε αυτό.
    Αισθάνομαι δε ιδιαίτερα τυχερός που τα βίωσα τότε, αφού σήμερα, μετά από σχεδόν 40 χρόνια, είναι αρκετά δύσκολο να νιώσει τέτοια συναισθήματα και σε τόσο εύρος ανθρώπων.
    Σήμερα το μόνο που μπορώ να πω, είναι μία ευχή να μπορέσουν να αισθανθούν τα παιδιά μας, οι απόγονοι των Τριγλιανών, έστω και τα μισά συναισθήματα που υπήρχαν τότε στις συναντήσεις μας και τον πόθο να γίνουν αυτές.
    Θεωρητικά είναι αρκετά δύσκολο, αν υπολογίσουμε ότι τα παιδιά, δεν γνωρίζουν αν έχουν συγγενείς εκατέρωθεν στις δύο πόλεις σήμερα, χωριά τότε.
    Το λέω αυτό, ορμώμενος από διαδικτυακές συνομιλίες με παιδιά συγγενών που είχα, βλέποντας μία αποτρεπτική συμπεριφορά για μία νέα επαφή μεταξύ μας.
    Αυτές οι διαπιστώσεις είναι και ένας από τους λόγους που με οδήγησαν στην δημιουργία του φόρουμ αυτού.

    Καλή Ανάσταση να έχουμε με υγεία.

    Χαίρομαι ιδιαίτερα, που επιτέλους υπάρχει διαδικτυακά, ένας χώρος να φιλοξενήσει και ενώσει ταυτόχρονα, τα Δύο χωριά των Τριγλιανών, αλλά και όσους Τριγλιανούς δεν βρίσκονται σε αυτά.
    Ευελπιστώ στην ευαισθητοποίηση σας, ώστε να καταγράψουμε σημερινές ενημερώσεις, αλλά και την ιστορία του μερά μας.