Αποστολέας Θέμα: Θ. Πιστικίδης: 1938-1940, Η ζωή μου πάνω στο «εύδρομο» ΕΛΛΗ.  (Αναγνώστηκε 1947 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 0
  • -Λαμβάνω: 85
  • Μηνύματα: 291
  • Age: 73
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 95
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Θ. Πιστικίδη ς: 1938-1940, Η ζωή μου πάνω στο «εύδρομο» ΕΛΛΗ.
(από το βιβλίο Θ. Πιστικίδη ς «Πες μας παππού…», 1986, σελ 74)

Πως είναι άραγε η ζωή σε ένα πολεμικό, και ειδικά στην ΕΛΛΗ, τις παραμονές, σχεδόν του πολέμου; Όχι όπως νομίζεται πάντως. Θα εκπλαγείτ ε!
Ο Θανάσης Πιστικίδη ς υπηρέτησε τη στρατιωτι κή του θητεία στο πλοίο αυτό το 1938-39 και περιγράφε ι τις εμπειρίες του στο βιβλίο του, «Πες μας παππού…», 1986, σελ 74-124. Σήμερα με την επέτειο του τορπιλισμ ού της ΕΛΛΗΣ, νομίζω ότι είναι πολύ επίκαιρο.
Πάντα υπάρχει όμως και μια δεύτερη ανάγνωση. Πιστεύω ότι πίσω από τα δείπνα και τις δεξιώσεις παιζόταν, και πάντα παίζονται, πολύ σοβαρά πολιτικά παιχνίδια, ειδικά μια τέτοια δύσκολη εποχή που είχε αρχίσει να μυρίζει μπαρούτη.
Το κείμενο είναι σχεδόν 50 σελίδες (μικρού μεγέθους). Αναγκάστη κα να αφαιρέσω πολλά χιουμορισ τικά επεισόδια, χωρίς να αλλοιώσω το κλίμα της εποχής. Καλή ανάγνωση.


Την στρατιωτι κή μου θητεία την υπηρέτησα σαν ναύτης στο Πολεμικό ναυτικό. Αν για τους περισσότε ρους νέους η διάρκεια μιας στρατιωτι κής θητείας είναι ένας χρόνος χαμένος από τη ζωή τους, μια αναστολή θα λέγα στις δραστηριό τητες τους, στην καριέρα τους, για μένα υπήρξε μια ανάσα. Και ακόμα μια ευκαιρία να βγω από τον αγώνα που με έζωνε από μικρό παιδί, μια ευκαιρία να βγω από το σπίτι και το κλειστό μου περιβάλλο ν, να δω τον έξω κόσμο του καφενείου και της οικοδομής, να αποκτήσω καινούργι ες εμπειρίες (*). Εδώ στάθηκα τυχερός, γιατί κατατάχτη κα στο Ναυτικό που τόσο πολύ ήθελα. Και γιατί καταταχτή καμε μαζί και στην ίδια ειδικότητ α με ένα καλό μου φίλο, τον Στράτο Καλεμκερή . Καταταχτή καμε στις 2-4-38. Παρουσιασ τήκαμε στο Προγυμνασ τήριο Πόρο. Εκεί μείναμε ένα μήνα, μέχρι την ορκωμοσία .
Τότε, στη κλάση της Α΄ σειράς Στρατεύσι μων, ιδρύθηκε για πρώτη φορά και λειτούργη σε στο Πόρο, η πρώτη σχολή θαλαμηπόλ ων μεσοδόμων, όπως την έλεγαν. Ήταν ο προπομπός, θα μπορούσα να πω χωρίς να πέσω έξω, των σημερινών σχολών Τουριστικ ών Επαγγελμά των. Επέλεξαν, λοιπόν, όσους από μας είχαμε δηλώσει ότι είχαμε κάποια σχέση με το επάγγελμα του δίσκου, είχαμε μ’ άλλα λόγια δουλέψει γκαρσόνια και μας έστειλαν εκεί.
Εγώ και ο φίλος μου ο Στράτος ο Καλεμκερή ς, που κι αυτός είχε δουλέψει σαν σερβιτόρο ς για πολύ καιρό στη Ραφήνα, στο εστιατόρι ο του Κυριάκου Δρακούλη και μετά του θείου του Δημοσθένη Καλεμκερή «Μόντε Κάρλο», είμαστε από τους πρώτους που γραφτήκαμ ε σαν μαθητές. Πριν ακόμα τελειώσου με την εκπαίδευσ η, έρχεται ένα επείγον σήμα από το Υπουργείο Ναυτικών που έλεγε να γίνει αμέσως η επιλογή των δύο καλυτέρων μαθητών της σχολής και να σταλούν στη Κέρκυρα για ειδική υπηρεσία. Έτσι, σε είδος διαγωνισμ ού, μας βάλανε κατά ζεύγη, να στρώνουμε τραπέζια σε διάφορους τρόπους που είχαμε διδαχτεί. Η τύχη μας βοήθησε. Το δικό μας ζευγάρι εγώ και ο φίλος μου ήρθαμε πρώτοι. Μας έδωσαν αμέσως τα πτυχία μας και φύγαμε για Κέρκυρα. Έτσι μπορούμε να πούμε πως εμείς οι δύο είχαμε τα αρχαιότερ α με υπ΄ αριθμόν ένα και δύο πτυχία τουριστικ ών επαγγελμά των.
Εκεί μας τοποθέτησ αν τραπεζοκό μους «υψηλών προσώπων», Βασιλιάδω ν και Μεταξάδων, που πηγαινοέρ χονταν εκείνο το καλοκαίρι στην Κέρκυρα. Παράλληλα, ανήκαμε στο πλήρωμα του εύδρομου ΕΛΛΗ, του πολεμικού μας εκείνου που έμελλαν λίγο αργότερα, το δεκαπεντα ύγουστο του 1940, να το τορπιλίσο υν οι Ιταλοί στην Τήνο.
Το εύδρομο ΕΛΛΗ ήταν τότε τιμητική φρουρά του Βασιλιά Γεωργίου, που παραθέριζ ε εκείνο το καλοκαίρι στην Κέρκυρα και ήταν μόνιμα αγκυροβολ ημένο «αρόδο» έξω από το λιμάνι της Κέρκυρας, κοντά στο νησάκι Βίδο.
Ας μη τα πολυλογώ, όμως. Παρ’ όλη τη δουλειά και την συνεχή ενασχόλησ η, το καλοκαίρι εκείνο ήταν για μένα ένα όνειρο. Ένας αξέχαστος σταθμός στη ζωή μου. Από την οικοδομή και γκαρσόνι σε καφενείο εγώ, και γκαρσόνι εστιατορί ου ο φίλος μου, βρεθήκαμε ξαφνικά με κολλαριστ ές στολές, κλειστά κολάρα, χρυσά κουμπιά και γαντοφορε μένοι να σερβίρουμ ε Βασιλιάδε ς με μεγάλες στολές. Πρωθυπουρ γούς, Υπουργούς φρακοφορε μένους, ξένους Ναυάρχους, ανθρώπους της πολύ υψηλής αριστοκρα τίας, αυλικούς και άλλα «επιφανή πρόσωπα».
Το καλοκαίρι εκείνο του 1938, για να υποβάλουν τα σέβη τους στον Γεώργιο τον Β΄, παρέλασε από την Κέρκυρα, όχι μόνο ολόκληρος ο Αγγλικός στόλος της Μεσογείου, κατά μοίρες, με επικεφαλή ς τη Ναυαρχίδα του το θωρηκτό του κόσμου το ΧΟΥΝΤ. Όπως θυμόμαστε στον πόλεμο που ακολούθησ ε το βύθισαν οι Γερμανοί ανοιχτά της Ισλανδίας . Ακόμα παρέλασαν μοίρες του Γαλλικού , Ιταλικού, Γιουγκοσλ άβικου στόλου και εκπαιδευτ ικά Ναυτικών Δοκίμων, Πολωνέζικ α κ.α.
Την επίσκεψη κάθε μοίρας, μετά την καθιερωμέ νη πρώτη επίσκεψη αξιωματικ ών «συνήθως του Υπάρχου» για τον χαιρετισμ ό της σημαίας, ακολουθού σε επίσημο γεύμα για τους ανώτερους αξιωματικ ούς, στο Καρέ της ΕΛΛΗΣ, για 20-25 συνήθως άτομα και μετά δύο τρεις μέρες ακολουθού σε μεγάλη δεξίωση στο κατάστρωμ α.
Στις δεξιώσεις αυτές έπαιρναν μέρος από εκατό ως διακόσια άτομα. Μετείχαν σ΄ αυτές εκτός από τους φιλοξενού μενους αξιωματικ ούς των ξένων πολεμικών και οι ντόπιες Κερκυραϊκ ές αρχές (Νομάρχης, Δήμαρχος, Λιμενάρχη ς κλπ.) και ένας συρφετός της Αθηναϊκής αριστοκρα τίας παρεπιδημ ούσε επίτηδες στην Κέρκυρα και είχε κατακλύσε ι το «Μπέλα Βενέτσια» το πιο αριστοκρα τικό ξενοδοχεί ο της Κέρκυρας, καθώς και άλλα πολυτελή ξενοδοχεί α.
Άλλες ευκαιρίες για κοσμικές επιδείξει ς και εμφανίσει ς, μια που ολόκληρη η Αυλή του Γεωργίου Γλίξμπουρ γκ βρίσκοντα ν εκεί, δίνονταν και από τις μοίρες των ξένων στόλων. Οι επισκέψει ς τους στη Κέρκυρα, κρατούσαν συνήθως οχτώ ως δέκα μέρες και αμέσως τις διαδέχοντ αν άλλες. Φυσικά ανταπέδιδ αν και αυτοί τα γεύματα και τις δεξιώσεις .
Την πρώτη μας επαφή με την υψηλή κοινωνία, το πρώτο μας βάφτισμα το πήραμε την επομένη κιόλας μέρα που ήρθαμε στη Κέρκυρα. Ήταν στην ΕΛΛΗ.
Την προηγουμέ νη μέρα είχε καταπλεύσ ει η Ναυαρχίδα της Μεσογείου, του Αγγλικού στόλου, το Γουωτσπάι τ, μαζί με τα συνοδά πλοία μιας μοίρας. Το μεσημέρι έγινε η καθιερωμέ νη επίσκεψη για τον χαιρετισμ ό της σημαίας, από τον Κυβερνήτη, τον Ύπαρχο και έναν Πλωτάρχη. Έπειτα μας κάλεσαν και προσφέραμ ε το καθιερωμέ νο ποτό και ορίσθηκε για την επομένη, το επίσημο γεύμα προς τιμήν του Αρχηγού του Αγγλικού στόλου της Μεσογείου, Ναυάρχου Άντριους Κάννιγκαμ, που σ’ αυτό θα έπαιρνε μέρος και ο Βασιλιάς.
Νωρίς το απόγευμα της άλλης μέρας, της ημέρας του επισήμου δείπνου, μας κάλεσε μας κάλεσε ο κυβερνήτη ς του ΕΛΛΗ, πλοίαρχος Αλφρέδος Λεοντόπου λος, και μας ρώτησε αν θα μπορούσαμ ε να παρουσιάσ ουμε τραπέζι στημένο σε «Αγγλικό στυλ». Μας έκανε κάμποση ώρα θεωρία και μας έδωσε οδηγίες για το πώς έπρεπε να φερθούμε το βράδυ στα τόσο «υψηλά» πρόσωπα. Πραγματικ ά στήθηκε ένα τραπέζι περίφημο που ούτε εμείς μπορούσαμ ε να το φανταστού με.

Πέρασαν κάμποσες μέρες, μήνας ίσως στον ίδιο ρυθμό, όταν ξαφνικά ένα σήμα έδωσε εντολή στο πλοίο να αποπλεύσε ι για την Πάτρα, όπου θα γινόταν η παραλαβή νέων επισήμων. Ξεκινήσαμ ε το πρωί από την Κέρκυρα και νωρίς το απόγευμα βρισκόμασ τε στην Πάτρα. Αγκυροβολ ήσαμε έξω από το λιμάνι, χωρίς να σβήσουμε τις μηχανές και περιμέναμ ε.
Λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος, ανέβηκαν οι επίσημοι στο πολεμικό. Ήταν ο δικτάτορα ς Μεταξάς που πήγαινε στη Κέρκυρα να ορκίσει καινούργι ο Υπουργό δικαιοσύν ης τον Ταμπακόπο υλο, ενώπιον του Βασιλέως. Μαζί του ήταν ο περίφημος Γιάννης Διάκος (δαιμόνιος δημοσιογρ άφος, μυστικοσύ μβουλος του Μεταξά και θεωρητικό ς του φασισμού στην Ελλάδα), ο Σπέτζας Υπουργός Παιδείας, ο Μανιαδάκη ς (γνωστή η ταυτότης του φαντάζομα ι), ο υπασπιστή ς του Μεταξά Αντισυντα γματάρχης Νόμπελης και μερικοί ακόμη, καμιά δεκαριά, που δεν τους θυμάμαι. Ήταν τέλος και ένας τεράστιος λεβεντοτσ ολιάς, που έκαμε χρέη καμαρότου του Μεταξά. Με την βενζινάκα το της ΕΛΛΗΣ, επιβιβάστ ηκαν στο πολεμικό και αμέσως ξεκινήσαμ ε για Κέρκυρα. Ταξιδέψαμ ε όλη νύκτα με συσκότιση φώτων.

Και το καλοκαίρι κύλησε ήρεμε στη Κέρκυρα. Με την παρουσία του φίλου μου του Στράτου, δεν μας έλειπε ούτε η Ραφήνα. Μπορούσαμ ε να συζητάμε τα σχετικά μα αυτήν και τα δικά μας, ώρες. Σιγά-σιγά οι μοίρες των ξένων στόλων αραίωσαν, ώσπου σταμάτησα ν. Οι Αθηναίοι παραθερισ τές άρχισαν και αυτοί να φεύγουν. Στις 15 του Σεπτέμβρη παρ΄ όλο που ο καιρός ήταν ακόμα πολύ καλός, το φουγάρο της ΕΛΛΗΣ άρχισε να καπνίζει από το πρωί. Ετοιμαζόμ αστε για επιστροφή . Ο παραθερισ μός του Βασιλιά τελείωσε. Από τον Ύψο που ήταν η μόνιμη κατοικία του, το θέρετρο του, μας ήρθαν με την άκατο οι βαλίτσες. Βαλίτσες. Βαλίτσες παντός τύπου και μεγέθους 20 -30 ποιος θυμάται τον αριθμό και μαζί ο ιδιαίτερο ς καμαρότος του ο κυρ-Δημητρός. Το ηλιοβασίλ εμα έφτασε με την πολυτελή βενζινάκα το του ο βασιλιάς. Επιβιβάστ ηκαν όλοι και αφού πήραμε επάνω και την πολυτελή βενζινάκα το, ξεκινήσαμ ε με συσκότιση πάντα για το ταξίδι της επιστροφή ς. Όλη η βασιλική ακολουθία γευμάτισε κανονικά το μεσημέρι και το απόγευμα τους αποβιβάσα με κάπου κοντά στη Σχολή Δοκίμων, ενώ εμείς αγκυροβολ ήσαμε μετά από λίγο στο Ναύσταθμο .

Μια σύντομη άδεια εξόδου τεσσάρων ημερών, τον Σεπτέμβρι ο, που με έφερε στη Ραφήνα. Σε λίγες μέρες επιστρέφο ντας στο πλοίο σαλπάραμε για γυμνάσια με όλο το στόλο για το Ιόνιο. Αυτή την φορά ο επίσημος επιβάτης του πλοίου ήταν ο στεριανός υπουργός των Ναυτικών Παπαδήμας . Γερμανόφι λος, σαν τον προϊστάμε νο του τον Μεταξά, ο Παπαδήμας, διπλωματι κότατος ο κυβερνήτη ς (τι διάολο έκανε τόσα χρόνια στις πρεσβείες ακόλουθος) άλλαξε αμέσως το σκηνικό στο καρέ, στα τραπεζώμα τα.
-Υπουργέ μου, γερμανικό τατο το τραπέζι μας. Τραπεζομά ντηλο και μπόλικο μαύρο ψωμί και πρώτο πιάτο «παπουτσάκια». Ενώ στο Αγγλικό σύστημα τραπεζιού δεν υπήρχε τραπεζομά ντηλο και μόνο ένα ελάχιστο ίχνος ψωμιού.
Ήταν δε τόσο στεριανός και άσχετος με τη θάλασσα ο υπουργός Ναυτικών, που δεν άντεχε ούτε τη φουσκοθαλ ασσιά. Και θυμάμαι ακόμα μια νύχτα των γυμνασίων, όπου σαν «καταδιωκόμενοι» είχαμε κρυφτεί στον κόλπο της Βασιλικής της Λευκάδας, και είδε τα σήματα «δι’ αναλαμπών» και ρώτησε:
-Τι είναι αυτά τα φωτάκια που αναβοσβήν ουν;

Στο μεταξύ, ήρθαν σήματα από τον Αρχηγό του Στόλου τον τότε ναύαρχο Δημήτριο Οικονόμου, να του σταλεί ο ένας από τους δύο καμαρότου ς στον ΑΒΕΡΩΦ. Ο κυβερνήτη ς κράτησε εμένα στο ΕΛΛΗ κι έστειλε το φίλο μου το Στράτο Καλεμκερή στον Οικονόμου στου ΑΒΕΡΩΦ.
Σε λίγο όμως άλλαξε ο κυβερνήτη ς και ο ύπαρχος. Στη θέση του κυβερνήτη μας ήρθε ο επίσης πλοίαρχος Ευάγγελος Φλόκας και στη θέση του ύπαρχου ο πλωτάρχης Νίκος Κοτσιλίρη ς. Ο νέος κυβερνήτη ς με προσέλαβε προσωπικό του καμαρότο στο δικό του καρέ κι έτσι γλύτωσα την τραπεζαρί α των αξιωματικ ών που σε αυτήν, στο μεταξύ, είχα ενταχθεί, μια και είχαν τερματιστ εί τα επίσημα γεύματα και οι δεξιώσεις .
Όπως όλοι ξέρουμε, η διεθνής κατάσταση συνεχώς χειροτέρε υε. Το χειμώνα και την άνοιξη του 1939, η Ευρώπη άρχισε να ταρακουνι έται από τα φασιστοει δή της Ευρώπης του Χίτλερ και Μουσολίνι . Παρ’ όλες τις εκλεκτικέ ς συγγένειε ς της Μεταξικής Δικτατορί ας μαζί τους, έπρεπε να ληφθούν κάποια μέτρα αμύνης.
Το ΕΛΛΗ διατάχθηκ ε στα μέσα Μαρτίου να φύγει για την Πάτρα, να αγκυροβολ ήσει μόνιμα εκεί και ο κυβερνήτη ς του Ευάγγελος Φλόκας να αναλάβει και να οργανώσει τη Ναυτική Αμυντική Περιοχή Νο1, που περιελάμβ ανε όλο το Ιόνιο, από τους Οθωνούς ως το Ταίναρο, και πήρε και τον τίτλο του Διοικητή Ν.Α.Π.1.
Η άφιξη και το αγκυροβόλ ιο ενός μεγάλου πολεμικού πλοίου στην Πάτρα, την τότε Πάτρα, απετέλεσε, όπως αποδείχθη κε, κοντά στα άλλα, κι ένα κοσμικό γεγονός. Μετά την πρώτη εθιμοτυπι κή επίσκεψη του τότε δημάρχου, βασιλείου Ρούφου, του νομάρχη Αχαΐας Πέπα, του λιμενάρχη Καραδήμου, του διοικητού της Μεραρχίας στρατηγού Παπαδόπου λου, άρχισαν οι κοσμικές σχέσεις και επαφές. Γρήγορα το καρέ, το σαλόνι δηλαδή της ΕΛΛΗΣ, έγινε ένα από τα κοσμικότε ρα της Πάτρας από όπου παρέλασαν όλα τα λαμπερά και βροντερά ονόματα του βιομηχανι κού, εμπορικού και πολιτικού κόσμου της τότε Πάτρας.
Ζύγωνε κιόλας το Πάσχα του 1939. Φτιάξαμε τότε μια χορωδία από ναύτες για να ψάλουν την Μ. Παρασκευή τα εγκώμια στην εκκλησία του Παντοκράτ ορα. Μέσα σ΄ αυτούς ήμουν και γω, γιατί από μικρό, εδώ στη Ραφήνα, ο δάσκαλος με έστελνε σχολιαρού δι στο αναλόγιο σαν κανόναρχο και έλεγα συχνά τον Απόστολο στην εκκλησία.
Την Μ. Παρασκευή λοιπόν βρισκόμασ τε όλοι στην εκκλησία. Όχι μόνο εμείς της χορωδίας αλλά και οι άλλοι ναύτες, όσοι είχαν πάρει άδεια εξόδου, τόσο από το πολεμικό πλοίο όσο και από το λιμεναρχε ίο. Είμασταν τόσο πολλοί που είχαμε γεμίσει με κολλαρίνα την εκκλησία. Ενώ λοιπόν περιμέναμ ε να φτάσει η λειτουργί α στο «Η ζωή εν τάφω», έρχεται ο αγγελιοφό ρος υπαξιωματ ικός και μας ειδοποιεί να αφήσουμε αμέσως την εκκλησία και να γυρίσουμε ο καθένας στην υπηρεσία του. Εμείς στο πλοίο μας και οι άλλοι στο λιμεναρχε ίο. Αδειάσαμε αμέσως την εκκλησία και κατηφορίσ αμε προς το λιμάνι ανήσυχοι. Όταν φθάσαμε μάθαμε πως όλες οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας ήταν σε επιφυλακή γιατί ο Μουσολίνι, εκείνο το βράδυ, είχε κάνει απόβαση και κατέλαβε την Αλβανία. Μ. Παρασκευή του 1939 οι Ιταλοί είχαν περάσει την Αδριατική και ήταν πια στα σύνορά μας.
Σε λίγες μέρες και για κανένα μήνα, η ζωή πάνω στην ΕΛΛΗ, εκεί στην Πάτρα κυλούσε ήρεμα. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και στην υπόλοιπη Ευρώπη όπου ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, προ πάντων ο πρώτος είχαν αρχίσει να ανάβουν τις φωτιές του καινούργι ου πολέμου.
Από τα μέσα Μαΐου είχαν αρχίσει να σφίγγουν και τα δικά μας τα ζωνάρια. Ένα ξαφνικό σήμα διέταξε την ΕΛΛΗ να αποπλεύσε ι από την Πάτρα για τον Ναύσταθμο, για να ενταχθεί εκεί σε μοίρα του στόλου. Αλλά ο κυβερνήτη ς δόθηκε εντολή, να παραμείνε ι στη Πάτρα. Εκεί μαζί με ορισμένο αριθμό αξιωματικ ών και οπλιτών και με την ιδιότητα του ως Διοικητή της Ναυτικής Αμυντικής περιοχής Ιονίου Ν.Α.Π.1, να οργανώσει την παράκτιο άμυνα, από τους Οθωνούς μέχρι και το Ταίναρο.
Βρέθηκε γρήγορα ένα παλιό τριώροφο κτήριο, όπου εγκαταστα θήκαμε. Εμένα μου ανέθεσαν υπηρεσία τηλεφωνητ ού και την μεταφορά της αλληλογρα φίας. Ήμουν «ταχυδρόμος»! Ο διοικητής πια της υπηρεσίας πλοίαρχος Φλόκας ταξίδευε συνεχώς στα νησιά του Ιονίου και σε όλες τις γειτονικέ ς παραλιακέ ς πόλεις. Μαζί με τους τοπικούς λιμενάρχε ς, όπως πληροφορή θηκα μετά τον πόλεμο, είχε οργανώσει θαυμάσια τη Ναυτική Άμυνα της περιοχής του.
Όσο για μένα, το διάστημα μέχρι τις 22 Δεκεμβρίο υ που πήρα το απολυτήρι ο μου από την Πάτρα, πέρασε πολύ ευχάριστα και ξένοιαστα . Έτσι τέλειωσε η στρατιωτι κή «ναυτική» μου θητεία, μια πραγματικ ά ωραία ζωή, διαρκείας 20 μηνών.
Και τώρα αφού εκπληρώσα με την προς την πατρίδα υποχρέωση, η ζωή ξαναρχίζε ι, στον ίδιο πάλι το σκοπό.. Μεροκάματ ο στις οικοδομές την ημέρα και γκαρσόνι στο καφενείο το βράδυ(*). Αλήθεια, πώς να ξεφύγει από τη μοίρα του αυτή ένα παιδί, ένας άνθρωπος του χωριού όσες ανησυχίες κι να έχει, όση έφεση και να νοιώθει, όταν δεν έχει που να στηριχθεί, που να ακουμπήσε ι.
Και να σκεφτεί κανείς, πως αυτές όλες οι σκέψεις γίνονταν στη πιο ταραγμένη περίοδο της παγκόσμια ς ιστορίας. Στην περίοδο του 1940. Τότε, που ολόκληρη την Ευρωπαϊκή γη από τον Δνείπερο ως τα Πυρηναία, όργωναν οι γερμανικέ ς ερπύστριε ς και τους ουρανούς έσχιζαν τα φασιστικά Στούκας. Τα Ευρωπαϊκά κράτη το ένα μετά το άλλο κατέρρεαν και στην ατμόσφαιρ α της Ευρώπης η μυρουδιά της μπαρούτης ήταν διάχυτη. Στις 15 Αυγούστου το πολεμικό πλοίο που υπηρέτησα, η αγαπημένη μου ΕΛΛΗ, έπεφτε θύμα φασιστικώ ν τορπίλων στο λιμάνι της Τήνου και μόλις έκλεισαν δύο μήνες από το γεγονός αυτό, ήρθε και επίσημα πια ο πόλεμος να μας κτυπήσει την πόρτα.

(*) Θ. Πιστικίδη ς: Τα εφηβικά μου χρόνια στη Ραφήνα του 1930
http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=1079.0

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal