ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ - ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - 5. ΒΕΓΚΕΡΑ

Ξεκίνησε από Βασίλης Σακελλαρίδης, 23 Ιανουαρίου 2022, 05:44:28 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Βασίλης Σακελλαρίδης

5. Βεγκέρα
Νέα Ραφήνα, 1 (Ιανουάριος 1991), σ. 4, αρχικός τίτλος «Τριγλιανό κουβεντολόι».

Βρισκόμαστε στην Τρίγλια στα μέσα του μήνα Μάρτη και ακόμα το κρύο είναι πολύ δυνατό. Το χιόνι πολλές φορές φτάνει ως την παραλία. Στους απάνω μαχαλάδες οι πάγοι στα καλντερίμια είναι σωστές παγίδες. Τα κρύσταλλα που κρέμονται σε σχήμα σπαθιών από τα γείσα των σπιτιών είναι και αυτά μία συνεχής απειλή απάνω από τα κεφάλια των περαστικών.
Αυτές τις κρύες μέρες και τις ατέλειωτες παγωμένες νύχτες οι χωριανοί κάνουν τις βεγκέρες, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο. Και ,κεί κουβεντιάζουν και λένε τα πάντα. Έτσι, λοιπόν, κι αυτό το βράδυ του Μάρτη ο κυρ-Θεολόγης ζητά από τη γυναίκα του, την κυρα-Αφροδίτη, να βγούνε για βεγκέρα.

Θεολόγης: Άντε, μαρή Αφρώ, μάζωξε το τραπέζι, να πά' να κάτσουμε καμμιά ώρα απάνου στην αδελφή σου, γιατί άμα πέσουμε απέ τώρα θα βρικολακιάσουμε ίσαμ' ως το πρωί.
Αφροδίτη: Πού 'α πάμε, μπρε Θολόη μου, με τούτο το ψαστίκι, μες στο κατάβραδο. Δε πάμε να ζουφώσουμε;
Θεολόγης: Άντε, άσε τα λόγια και βάλε ντη μπέρτα σου, να μην αρπάξεις καμμιά καταρροή και περπάτειε, γιατί θέλω να γιαδώ ντο γαμπρό σου, να ντονε πω και για ντο τζερέ του χωραφιού -τι περιμένει και δεν ντονε δίνει ακόμα;
Αφροδίτη: Και δε με λες, το παιδί 'α το πάρουμε μαζί; Έναι μέσα και γράφει με το Ααμπή. Αύριο έχου σχολείο και πρέπει να σηκωθεί πρωί, γιατί άμα αργήσει, το δασκαλέρι δε χωρατεύει.
Θεολόγης: Άντε, πάρ' το κι αυτό το τσιναόφι, δε θα κάτσουμε πολλή ώρα.

[Παίρνουν τον δρόμο και σε λίγο φτάνουν στο σπίτι της Μαριάνθης, που είναι κοντά στα Τσιφούτικα. Ανοίγουν την αυλόπορτα και μπαίνουν. Ακούνε συνάμα και τον χτύπο που κάνει ο κούπανος που είναι κρεμασμένος στην εξώπορτα του σπιτιού, το κουδούνι της εποχής -έναν τέτοιο κούπανο έχει και κάτω στο χαμάμι. Παίρνουν είδηση μέσα από το σπίτι και βγαίνουν να τους υποδεχθούν η Μαριάνθη, με μια λάμπα στο χέρι, και από κοντά ο Γιάννης, ο άνδρας της.]

Μαριάνθη: Μα να, μαρή αδελφή, χαϊρόλα; Πού ξέβηατε, με τούτο το δρολίκι νυχτιάτικα; Και τούτο το τσιναόφι, τι το πήρατε μαζί;, Ά το παγώσετε! Άντε, μπείτε μέσα, να σφαλίσουμε την πόρτα.
[Μπαίνουν μέσα. Η γωνιά αναμμένη, το μαγκάλι στη μέση, και ζέστη αρκετή.]
Αφροδίτη [βγάζοντας το σάλι της]: Μα να, μαρή, ζέστη έχετε. [Και γυρίζοντας προς τη μάνα της, που κάθεται κοντά στο μαγκάλι, της λέει:] Τι κάνεις, μαρή μάνα;
Μάνα: Τι να κάνω, μαρή κόρη μου. Να, 'δώ να ντέλουμαι όλη ντην ημέρα.
Μαριάνθη: Άντε, κάτσετε 'κεί να στο μιντέρι, να πά' να φέρω καμμιά καλιφάσα, κάμποσες σταπίδες, κάνε καρύδι.
Γιάννης: Για δε, Μαριάνθη, φέρε και κείνο το μπουκαλόπλο με το ρακί. Και για δε, στο πανέρι έχει κάμποσα κάστανα, δώσ' τα ντη μάνα σου, να τα ψήσει, 'κεί που κάθεται, στο μαγκάλι, να πιούμε κανέ μποτήρι, δω να, με ντο Θολόη.
Μαριάνθη: Καλό... Ήκουσα.
Αφροδίτη: Μα να, μαρή, τι πάστρα έναι τούτη! Πότε πρόκανες, μαρή αδελφή, και με τούτο το ψαστίκι έκανες και μπαντανά;
Μαριάνθη: Ερημιές... Τι μπαντανάδες με λες; Να, πήρα κομμάτι χάρτζι από του Βασίλη ντο ντουβαρτζή, που δούλευε αντίκρυ, στη Μαριόγκα, και σφάλισα τις τρύπες, γιατί ξεβαίνανε οι ξόρκισμένοι,(1) και πασάλειψά τα κομμάτι με ντον ασβέστη. Αυτό έναι όλο. Μεθαύριο, που θα κάνουμε το «όξω ψύλλοι, μποντικοί», 'α πούμε και το «πριτς, Μάρτ'»,(2) 'α καθαρίσουμε, ασπρίσουμε, να είμεστε ότιμοι για ντη Πασκαλιά.
Αφροδίτη: Δε σε είπα, μαρή αδελφή, προψές το κεντί γέννησε η κατσίκα μας κι έκανε τρία οβλάκια, δύο κορίτσια και ένα αγούρι. Ο Θολόης μου λέει να κόψουμε το αγούρι για το Πάσχα, και τα κορίτσια να τα αφήσουμε για νταμιζλίκι.
[Οι άνδρες, καθισμένοι σταυροπόδι, έχοντας στη μέση το σούφρα, κουτσοπίνουν και λένε τα δικά τους.]
Θεολόγης: Για δες, Γιάννη, ντο τζερέ για το χωράφι ακόμα δε ντον έφερες. Μπα κι έχεις δυσκολίες;
Γιάννης: Μην πυχίζεσαι, μπρε Θεολόγη, αύριο ,α σε ντονε φέρω. Να, με τις δουλειές, αλησμόνησά το. Τούτες τις μέρες είχα και ταϊφά και πρέπει να είσαι πάνου απέ το κεφάλι ντουνα. Όλη ντη μέρα φωνάζω να κιορλαντίζει ο βώλακας, κείνοι το διολίν τους -γι' αυτό σε λέω.
Μαριάνθη [μπαίνει μέσα κρατώντας ένα πιάτο]'. Να, έφερα και κάμποσες σούφρες. Τις είχα μες στο άχερο και 'ριμάσανε -να τις φάει το παιδί.
Αφρώ: Μα να, μαρή, ευωδιά! Σκουτλομάχησε το σπίτι.
[Συζητάνε για πολλά κι η ώρα περνάει ευχάριστα. Η βεγκέρα τελειώνει.]
Θεολόγης: Άντε, Αφρώ, κουκούλωσε το παιδί, βάλε και συ ντη μπέρτα σου, να πααίνουμε.
[Οι οικοδεσπότες τους συνοδεύουν ως την εξώπορτα.]
Γιάννης [κοιτάζοντας τον ουρανό]: Έχουμε, γλέπω, ξαστεριά. Ξέβηανε τα θεούδια. Αύριο θα 'χουμε κυραΐ. Άντε, καληνύχτα.
[«Καληνύχτα» εύχονται κι οι μουσαφίρηδες, και φεύγουν.]

(1) Εννοεί τους ποντικούς.
(2) Στους Τριγλιανούς άρεσαν τα σκωπτικά τραγούδια, που συχνά τα συνόδευαν με ανάλογες χειρονομίες.


βώλακας: βώλος χώμα
διολί: βιολί
δρολίκι: δυνατό κρύο
(να) ζουφώσουμε: (να) τρυπώσουμε στο κρεβάτι
θεούδια: άστρα
καλιφάσες: γλυκίσματα από μουσταλευριά κομμένη σε κομμάτια
καταρροή: κρυολόγημα, συνάχι
κεντί: βραδάκι
κιορλαντίζει: αναποδογυρίζει
κόψουμε: σφάξουμε
κυραΐ: πάχνη του πρωινού (προφερόταν με παρατεταμένο το αρχικό κάπα)
μπαντανά: ασβέστωμα
νταμιζλίκι: αναπαραγωγή
ντέλουμαι: παλεύω
ντουβαρτζής: χτίστης
ξέβηατε: βγήκατε
οβλάκια: νεαρά κατσίκια ή αρνιά «όξω ψύλλοι,
μποντικοί»: γενική καθαριότητα
άτιμοι: έτοιμοι
σκουτλομάχησε: μοσχομύρισε
σουφράς: χαμηλό τραπέζι
σούφρες: είδος αγριάχλαδων, με πολύ ωραίο άρωμα και γεύση, που τα μάζευαν ή και τα έβρισκαν τυχαία, κρυμμένα από τις νυφίτσες σε αγριόχορτα, και τα έβαζαν να ωριμάσουν μέσα σε άχυρο
ταϊφάς: ομάδα εργατών
τζερές: ενοίκιο χωραφιού
τσιναόφι: αδύνατο, λιανό
χαΐρόλα: πώς αυτό;
χάρτζι: κονίαμα, λάσπη
ψαστίκι: τσουχτερό κρύο