ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 28 Δεκεμβρίου 2009, 12:12:14 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ

O Μεράς, η αγροτική περιοχή, της Τρίγλιας είναι μεγάλη και εύφορη. Η περιοχή αποτελείται από λόφους και ενδιάμεσες μικρές κοιλάδες. Έχει άφθονα νερά. Ο Μεράς της Τρίγλιας βασικά ήταν ένας απέραντος ελαιώνας. Κύρια εξαγώγιμη παραγωγή ήταν οι ελιές και το λάδι. Αρκετές εκτάσεις (μπαξέδες) ήταν φυτεμένες με συκαμιές (μουριές) για την σηροτροφία (κουκούλια).Στα βυζαντινά χρόνια, η Τρίγλια ήταν αμπελότοπος, στα νεότερα χρόνια καλλιεργούσαν λίγα αμπέλια για οικογενειακή χρήση. Υπήρχε μεγάλη φρουτοπαραγωγή, αλλά δεν έκαναν εμπόριο. Ο Μεράς είχε συκιές, κυδωνιές, καρυδιές, απιδιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές, κερασιές κ.α. Δημητριακά έσπερναν λίγα, κυρίως για την τροφή των ζώων. Οι περισσότεροι αγόραζαν στάρι, αλεύρι, ψωμί. Υπήρχαν μερικοί Τριγλιανοί , οι οποίοι καλλιεργούσαν περιβόλια και το προϊόν της παραγωγής τους, το πουλούσαν στην τοπική αγορά. Από το προϊόν της παραγωγής τους απόκτησαν και τα επώνυμά τους όπως:   
Ζαρζαβατζής, Κρεμμύδας, Τρουψής, Καβούνης, Καβουνίδης,Πεπόνης, Κελέκης,Kαρπούζας, Καρπούζογλου.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός
Συνεχίζεται.... 

Στάθης Δημητρακός

Ζαρζαβατζής, Κρεμμύδας, Τρουψής, Καβούνης(-ίδης), Πεπόνης, Κελέκης, Kαρπούζας(-ογλου)

Ζαρζαβατζής
H λέξη ζαρζαβάτι ή ζαρζαβατικό προέρχεται από την τουρκ. Zerzavat που σημαίνει το  λαχανικό, χορταρικό. Ζαρζαβατζή λέγανε τον λαχανοκηπουρό.
Τα εργαλεία του λαχανοκηπουρού ήταν :  το λισγάρι, το δικέλλι,  σκαλιστήρια,, η τσάπα, , ο κασμάς κ.α..
Λισγάρι ή λισκάρι= σκαπτικό εργαλείο με ξύλινο στέλεχος «μανίκι»-λαβή που κατέληγε στη συνέχεια σε δύο  σιδερένια αιχμηρά διχαλωτά άκρα, τα οποία βυθίζονταν στο χώμα σε σχεδόν κατακόρυφη θέση, όταν το πατούσαν με όλο το βάρος του σώματος
Δικέλλι= σκαπτικό εργαλείο με ξύλινο στέλεχος που μοιάζει σαν τσάπα, αλλά   καταλήγει σε δύο σιδερένια  αιχμηρά άκρα.
Σκαλιστήρι= μικρή σκαπάνη για το ελαφρό σκάψιμο του εδάφους,
εργαλείο της κηπουρικής , του οποίου το μεταλλικό τμήμα έχει τη μια απόληξη διχαλωτή και την άλλη  πεπλατυσμένη.
Τσάπα=σκαπτικό εργαλείο που αποτελείται από ξύλινο στέλεχος και από ένα κοφτερό πλατύ μεταλλικό εξάρτημα.
Κασμάς= σκαπτικό εργαλείο σαν αξίνα.  
Οι ζαρζαβατζήδες κατόρθωναν να εκμεταλλεύονται επιτυχώς το έδαφος και να παράγουν πολλές ποικιλίες λαχανικών.

Tα λαχανικά που έτρωγαν οι Μικρασιάτες ήταν: Λάχανο, κουνουπίδι, παντζάρια, καρότα, ραπάνια ή ρεπάνια, σπαράγγια, σέλινο, μαρούλι, αντίδια, ρόκα, κρεμμύδια, σκόρδα, πράσα, μπιζέλια, αρακά,  ρεβίθια, κουκιά, φασολάκια, αγγούρια, κολοκύθια, αγκινάρες, μελιτζάνες, ντομάτες πατάτες, μπάμιες, σπανάκι, πιπεριά, μαϊντανό, γλυκάνισο κ.α.
Στους Τριγλιανούς άρεσαν οι καπαμάδες, οι  λαχανοντολμάδες, τα γεμιστά κολοκυθάκια, τα τουρσιά (αγγουράκια, σέλινο, καρότα, πιπεριές, κουνουπίδι, λάχανο) οι χορτόπιτες, οι χορτόσουπες, οι διάφορες σαλάτες με λαχανικά ωμά ή βρασμένα και τα λαχανικά μαγειρεμένα με κρέας (λάχανα, κουνουπίδια, ραδίκια, σέλινο, αντίδια). Τρώγανε ωμά και ψημένα κρεμμύδια και κρεμμυδάκια. Κάνανε στιφάδο. Τρώγανε ωμά σκόρδα, βάζανε στα φαγητά  και κάνανε σκορδαλιά. Τα μπιζέλια και τα ρεβίθια τα  έτρωγαν πράσινα ως λαχανικά και ξερά ως σούπα κ.α.  
Τα κουκιά τα τρώγανε ωμά και ξερά. Τα ξερά κουκιά τα μαλάκωναν μέσα στο νερό επί 24 ώρες περίπου και λέγονταν βρεχτοκούκια, τα οποία έτρωγαν με ψωμί και ελιές όταν νήστευαν. Επίσης στη νηστεία έτρωγαν νερόβραστα ξερά φασόλια.  

Κρέμμυδας ή Κρομμύδας, (Κρόμας στην Αμερική)
Παραγωγός κρεμμυδιών, φύτευε κρεμμύδια.
To κρεμμύδι ή κρομμύδι είναι φυτό, γνωστό με τα επιστημονικά ονόματα κρόμμυον ή Άλλιον το κοινό. Το κρεμμύδι είναι λαχανικό και η πιθανή προέλευση είναι από τη νοτιοανατολική Ασία. Τα φύλλα αλλά και ο βολβός του τρώγονται, έχοντας χαρακτηριστική καυτερή γεύση και άρωμα.
Είναι γνωστό εδώ και χιλιάδες χρόνια, καθώς θεωρούνταν δυναμωτικό αλλά και με ιαματικές ιδιότητες, ενώ η εύκολη καλλιέργειά του και η μεγάλη διάρκεια ζωής σε αποθήκευση βοήθησαν στη διάδοσή του.
Υπάρχουν πάρα πολλά είδη κρεμμυδιών και η χρήση του είναι σχεδόν καθημερινή σε κάθε κουζίνα. Το πράσινο (χλωρό) κρεμμύδι, γνωστό και ως ανοιξιάτικο κρεμμυδάκι χρησιμοποιείται ωμό σε σαλάτες και σάλτσες, σα γαρνίρισμα και ως αρωματικό σε έτοιμα γεύματα. Τα ξερά κρεμμύδια τα τρώγανε στην Τρίγλια ωμά ή ψημένα, τσιγαριστά, τα  βάζανε στα φαγητά και  κάνανε στιφάδο. Ο κρεμμυδοπαραγωγός έσπερνε κρεμμύδια σε μεγάλη έκταση, ενώ αυτοί που φύτευαν για την οικογένειά τους, έβαζαν σε μικρές επιφάνειες που τις χαρακτήριζαν «ψάθα» και «γαδουροκυλίστρα»π.χ έλεγαν: έσπειρα μια «ψάθα» κρομμύδια ή αυτός έσπειρε μια γαδουροκυλίστρα μέρος (πολύ λίγο).      

■Η Ελένη Χατζούδη- Τούντα γράφει στο βιβλίο της «Η Ηλιοστάλακτη από το Γιαλί-Τσιφλίκ της Βιθυνίας», το γειτονικό μας χωριό, για την παραγωγή κρεμμυδιών και τις ευεργετικές ιδιότητες του κρεμμυδιού.    

.....«Τα σπίτια, τα έχτισαν το ένα δίπλα στο άλλο και μιας και ήταν όλοι οι κάτοικοι Έλληνες, τουρκική λαλιά δεν άκουγες, έξω απ' τις μέρες του έρχονταν οι Τουρκάλες από το διπλανό χωριό το Διασκέλι, να φορτώσουν κρεμμύδια, που άφθονα είχε ο τόπος. Όλοι οι Γιαλί- Τσιφλικιώτες το λιγότερο που τρώγαμε την ημέρα ήταν δυο κρεμμύδια. Ανοίγαμε το ζεστό κριθαρένιο ψωμί, κοπανούσαμε το κρεμμύδι, το βάζαμε ανάμεσα στην ψίχα με μπόλικες ελιές και το τρώγαμε. Γι' αυτό καμαρώναμε επειδή είχαμε τα πιο γερά, κάτασπρα δόντια και τα πιο κόκκινα μάγουλα απ' τα γύρω χωριά. Μάλιστα, όταν πηγαίναμε σε επισκέψεις συγγενικές άλλοτε στην Προύσα, τα Μουδανιά, την Τρίγλια, την Κωνσταντινούπολη, όλοι απορούσαν με τα δόντια μας: «Μαν διές τους καλέ-διές τους, τι κάτασπρα δόντια πο'χουν». Άραγε να ήταν απ' τα κρεμμύδια;»....    


Tρουψής
Το επώνυμο προέρχεται από την τούρκικη λέξη turp που σημαίνει ρεπάνι ή ραπάνι και τρουψής είναι ο ρεπανάς ή ραπανάς. Ρεπάνι ή ραπάνι : η εδώδιμη ρίζα του ποώδους φυτού, ράφανος ο εδώδιμος. Κατάγεται από την Ασία. Καλλιεργείται γι΄αυτή τη σαρκώδη, τραγανή ρίζα του, η οποία τρώγεται ως ορεκτικό ή σαλάτα. Η ρίζα έχει σχήμα σφαιρικό ή κωνικό και μακρύ ανάλογα με την ποικιλία. Το χρώμα της ρίζας ποικίλλει από λευκό, κόκκινο, ροζ και πορφυρό. Οι διάφορες ποικιλίες διακρίνονται: σε ανοιξιάτικες, καλοκαιρινές και χειμωνιάτικες. Οι χειμωνιάτικες έχουν πιο καυτερή γεύση.  Ρεπανάκι ή ραπανάκι λέγονται για τις μικρές κόκκινες ρίζες μιας ορισμένης ποικιλίας. Τρώγονται ωμά και σε σαλάτες είναι μάλιστα δε περίφημο ορεκτικό λόγω της πικάντικης γεύσης τους. Είναι γνωστή η φράση «ραπανάκια για την όρεξη».
Οι Βυζαντινοί  είχαν τα ραπανάκια στη διατροφή τους και τα συνδύαζαν  πολύ με το κρασί.    

Καβούν-ης, Καβουν-ίδης, Πεπόνης, Κελέκης
   
To επώνυμο Kαβούνης προέρχεται από την Τούρκικη λέξη kavun= πεπόνι.
Το Καβουνίδης είναι ο απόγονος του Καβούνη και το συνώνυμο ελληνικό είναι Πεπόνης. Το πεπόνι,  αρχαίο ελληνικό πέπων ο κοινός, είναι ο καρπός της πεπονιάς. Τα πεπόνια είναι από τα πιο διαδεδομένα καλοκαιρινά φρούτα.
Το επώνυμο ή είναι επαγγελματικό, δηλαδή παραγωγός πεπονιών(είχε μποστάνι με πεπόνια) ή είναι παρατσούκλι από το κίτρινο χρώμα του πεπονιού, κίτρινος «σαν το πεπόνι», «σαν το καβούνι», ωχρός, κιτρινιάρης.  
Επίσης, το επώνυμο Κελέκης μάλλον προέρχεται από το κελέκι,τούρκικα kelek, το άγουρο πεπόνι ή Κελέκης από την ομοιότητα προς το κελέκι «σαν άγουρο πεπόνι».Ο Σταύρος ο Κελέκης στη Ραφήνα μας είπε ότι το επώνυμό τους προέρχεται από το «κελέκι», το «άγουρο πεπόνι» που σημαίνει δύστροπος. Στα λεξικά kelek= άγουρο πεπόνι. Επίσης, αναφέρεται και μια άλλη εκδοχή  Κελέκης <kelek = είδος βάρκας.  
Ανεξάρτητα από την προέλευση των επωνύμων φαίνεται ότι υπήρχε παραγωγή πεπονιών και άγουρων πεπονιών(κελέκια) στην Παλιά Τρίγλια.

Καρπούζ-ας, Καρπούζ-ογλου
Το επώνυμο  προέρχεται μάλλον από επάγγελμα δηλαδή καρπουζοπαραγωγός(είχε μποστάνι από καρπούζια) ή από το παρατσούκλι καρπούζας  που σήμαινε τον χοντρό ή τον κεφάλα. Το παιδί του Καρπούζα είναι ο Καρπούζογλου. Η λέξη «καρπούζι» προέρχεται από την αντίστοιχη τουρκική Karpuz. H ελληνική λέξη του φρούτου είναι «υδροπέπων». Ωριμάζει το καλοκαίρι και είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα καλοκαιρινά φρούτα.
Ανεξάρτητα από την προέλευση του επωνύμου, στην περιοχή της Τρίγλιας υπήρχαν μποστάνια καρπουζιών.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός

Πηγές:1. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
2.«Ελληνικό λεξικό»  Τεγόπουλος – Φυτράκης, Ελευθεροτυπία 1993
3. «Ελληνικά επώνυμα Τουρκικής προέλευσης» Δημήτρης Τομπαΐδης, Αθήνα 1990.
4.«Λεξικόν Ελληνο-Τουρκικόν, Τουρκο-Ελληνικόν» Μενέλαου Δημητριάδου, Εκδόσεις Κακουλίδη 2001.
5.«Γεωγραφία της Μ.Ασίας» Παντ. Κοντογιάννης, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1921.
6. «Η Ηλιοστάλακτη από το Γιαλί- Τσιφλικ της Βιθυνίας», Μυθιστορηματική Βιογραφία,
Ελένη Χατζούδη- Τούντα, Επανέκδοση 2007, Σύλλογος Μικρασιατών Πτολεμαΐδας «Η Μικρά Ασία»- Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης.  
7.Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία»
8.Εγκυκλοπαίδεια «Δομή».