ΡΑΦΤΕΣ-Αμπατζάς, Ραφτόπουλος, Μακασίκης, Γούναρης

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 08 Ιανουαρίου 2010, 05:57:57 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 2 Επισκέπτες διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΡΑΦΤΕΣ
Αμπατζάς, Ραφτόπουλος, Μακασίκης, Γούναρης.


Αμπατζάς

Αμπατζάς ή Αμπατζής ήταν αυτός που εμπορευόταν τους αμπάδες ή αυτός που έφτιαχνε ύφασμα αμπά ή έραβε αμπάδες. Ο Τριγλιανός Αμπατζάς ή ήταν ράφτης αμπάδων το πιο πιθανόν ή εμπορευόταν αμπάδες.  
Η λέξη αμπάς προέρχεται από την αραβοτουρκική λέξη aba (αμπάς).
Ο αμπάς ήταν χοντρό μάλλινο ύφασμα ή τσόχα και το πανωφόρι ή κάπα που έφτιαχναν με το ύφασμα αυτό. Ήταν ένδυμα των φτωχών (αγροτών, βοσκών).Οι αμπατζάδες έραβαν και αντρικές φορεσιές. Tα εργαλεία του ράφτη-αμπατζή ήταν ο πήχης, το ψαλίδι, η σιδερένια δακτυλήθρα, η χοντρή
κλωστή (μακαράς), η τανάλια ή κάργα, ο γάντζος και τα βελόνια. O αμπατζάς μέτρα δεν έπαιρνε, αλλά υπολόγιζε τις διαστάσεις με ματιά που έριχνε στον πελάτη Το εργαστήριο του αμπατζά λεγόταν αμπατζίδικο. Υπήρχαν οι καραμπατζήδες, οι οποίοι ήταν πλανέμποροι  και πουλούσαν αμπάδες και άλλα υφάσματα. Τέτοιους καραμπατζήδες είχε πολλούς στην Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας (Βουλγαρία), επειδή κατά τον 18ο αιώνα είχε πολλά μικρά εργοστάσια αμπάδων. Οι καραμπατζήδες πουλούσαν τις πραμάτειες τους στην Πόλη, στην Προύσα, στην Πάνορμο, στη Σμύρνη και σε διάφορα  άλλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ράφτης – ο γιος του ράφτη,το επώνυμο Ραφτόπουλος

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, εμφανίστηκαν οι Φραγκοράφτες που έραβαν τις «ευρωπαϊκές» ενδυμασίες. Οι Φραγκοράφτες  αντικατέστησαν σιγά-σιγά τους αμπατζάδες και από τις αρχές του 20ου αιώνα κυριάρχησαν εντελώς στην παραγωγή των ενδυμάτων. Φραγκοφορέθηκα, έλεγαν στην Μικρά Ασία, ντύθηκα Ευρωπαϊκά. Φραγκιά  έλεγαν την Γαλλία  και γενικά την δυτική Ευρώπη. Ο φραγκοράφτης έφτιαχνε ανδρικές φορεσιές. Έπαιρνε με τη μεζούρα τα μέτρα του πελάτη. Μετρούσε: στήθος, πλάτη, μάκρος, μανίκια, καβάλο. Ρώταγε «είσαι δεξιός ή αριστερός;».Έβαζε σημάδια πάνω στο ύφασμα και το έκοβε. Μετά το κόψιμο του υφάσματος το μοντάριζε και καλούσε τον πελάτη για πρόβα. Για ένα κουστούμι χρειαζόταν δύο έως τρεις πρόβες πάνω στο σώμα για να δουν αν χρειάζεται στένεμα, μάκρεμα ή φάρδεμα για να το φέρει στα μέτρα του. Ο  ράφτης είχε μαθητευόμενους, τσιράκια. Από την πρώτη μέρα έδεναν στο μεσαίο δάκτυλο του μαθητευόμενου την δαχτυλήθρα που προσπαθούσε να κρατά το βελόνι και να ράβει. Τη μέρα που ο πελάτης παραλάμβανε την καινούργια φορεσιά κέρναγε καφέ ή γλυκό στο μάστορα και στα τσιράκια, εκείνοι του εύχονταν "και γαμπριάτικα"  αν ήταν ανύπαντρος ή "αυτά παλιά και άλλα καινούργια" αν ήταν παντρεμένος. Ο πελάτης ξοφλούσε τον ράφτη με την ευχή "Γεια στα χέρια σου, σε καλή μεριά". Τα τσιράκια έπαιρναν μικρό μπαξίσι. Όπως όλοι οι τεχνίτες οι ράφτες είχαν τις δεισιδαιμονίες και τα έθιμα τους: Την Τρίτη δεν "έκοβαν" καινούργιες φορεσιές, αν στο "ράψιμο" γίνονταν κάποιο λάθος, έφταιγε ο πελάτης και ήταν "χρουσούζης". Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς άφηναν κάποιο ρούχο μισοραμμένο για να το αποτελειώσουν ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, για να έχουν πολύ δουλειά "μπερεκέτια" το νέο χρόνο. Η σημαντικότερη και πλουσιότερη συντεχνία των ραφτάδων κατά τον 18ο και 19ο αιώνα  ήταν στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας (Βουλγαρία), ιστορικό κέντρο του Ελληνισμού.  



Μακασίκης ή Μακκασίκης

Σύνθετο επώνυμο από το μακάς+ασίκης. Μακάς(makas) =ψαλίδι στα τούρκικα, πιθανόν να προέρχεται κατά μια άλλη εκδοχή από το μακαράς που στα τούρκικα makara=καρούλι. Mακά έλεγαν και τον ράφτη, επειδή δούλευε με το ψαλίδι.  
Η λέξη ασίκης προέρχεται από το αραβοτουρκικό asik που σημαίνει τον εραστή,τον ωραίο,τον λεβέντη, το  παλικάρι. Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι το επώνυμο του Τριγλιανού Μακασίκη προήλθε από το επάγγελμά του και ή  ήταν δυνατό ψαλίδι ή ήταν όμορφος,λεβέντης ράφτης.      



■Πριν του Α'  Παγκοσμίου πολέμου στα μέρη της Μ.Ασίας κυριαρχούσε στους άνδρες η μόδα το να φορούν φαρδιά (βράκα) και έβλεπες αυτούς τους παλαιούς ανθρώπους να ντύνονται με μια στολή που και αυτή τέλος πάντων είχε και τη χάρη της. Φορούσαν βράκα με άσπρο φαρδύ ζουνάρι, τα επανωφόρια ήσαν ένα γύρω στις άκρες δουλεμένα με μαύρο γαϊτάνι(1). Φορούσαν φέσι με μακριά φούντα. Πάνω από τις κάλτσες από τον αστράγαλο μέχρι το γόνατο φορούσαν κάτι που τα λέγανε κατμάδες και για τα υποδήματα είχαν τις λεγόμενες κουντούρες. Όσοι ήσαν λεβεντόκορμοι τους πήγαινε  πολύ ωραία αυτή η στολή. O κόσμος τότε ήτο θεοφοβούμενος και φιλόθρησκος. Πήγαιναν τότε  θυμάμαι στην εκκλησία ολοστόλιστοι με καλοσιδερωμένο, στο καλουπτσίδικο, φέσι. Επίσης όλα τα επανωφόρια και η βράκα ακόμα  ήτο σιδερωμένη και με καλογυαλισμένες κουντούρες, που όταν βάδιζαν, άκουγες εκείνο το φρου-φρού της βράκας και το τρίξιμο των παπουτσιών πάνω στα  πεζούλια και στα καλντιρήμια (λιθόστρωτα). Μετά  τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο ήλθαν οι Φραγκοράφτες, όπως τους λέγανε και όσοι ράβανε στους Φραγκοράφτες κουστούμια με παντελόνια και δεν φορούσαν βράκα, τους λέγανε Φράγκους. Καμιά φορά που μαλώνανε αναμεταξύ τους για να τους πειράξουν οι βρακοφόροι λέγαν τους υποτιθέμενους νεοτεριστάς Φρανκ-πεζεβέγκ(2).

H ανδρική μόδα στην παλαιότερη εποχή
Σταύρος Δ.Μαργαρίτης ( Τρίγλια 1912- Ν. Τρίγλια 1995).
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο)

Λεξιλόγιο-σχόλια
(1) γαϊτάνι= κορδόνι, διακοσμητικό.
(2)πεζεβεγκ =ο πεζεβέγκης. Προέρχεται από το τούρκικο pezevenk που σημαίνει ρουφιάνος, μαστροπός, διαβολέας.

Γούναρης

Γούναρη ή γουναρά αποκαλούσαν τον τεχνίτη ή τον πωλητή γουνών. Από το επάγγελμα προήλθε το Τριγλιανό επώνυμο. Η γούνα ή το γουναρικό είναι κατεργασμένο δέρμα με μαλλί απαλό-μαλακό, πανωφόρι. Δεν γνωρίζουμε εάν ο Γούναρης ήταν τεχνίτης ή πωλητής γουνών, δηλαδή αν έφερνε έτοιμα γουναρικά από τη Πόλη. Τα γουναρικά της Πόλης ήταν ονομαστά στους αιώνες. Οι Τριγλιανές φορούσαν γούνες. Την καλή γούνα την παράγγελνε ο γαμπρός και την πλήρωνε, για την νύφη. Περιλαμβανόταν στα ψώνια του γαμπρού. Τα ψώνια του γαμπρού ήταν νυφικό, γάντια, παπούτσια, καπέλο, ομπρέλα και  καλή γούνα. Τα πλήρωνε ο γαμπρός. Έλεγαν χαρακτηριστικά : «κατά της νύφης τα προικιά και του γαμπρού τα ψούνια».

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.

Πηγές:
1. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), 1998.
2. «Τα οικογενειακά μας ονόματα»,Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1995
3.«Ελληνικό λεξικό»  Τεγόπουλος – Φυτράκης, Ελευθεροτυπία 1993
4. «Ελληνικά επώνυμα Τουρκικής προέλευσης» Δημήτρης Τομπαΐδης, Αθήνα 1990
5.Γλωσσάρι της Τρίγλιας, Στάθης Δημητρακός, Ηρώ Πιστικού- Παπαγεωργίου, Ηρακλής Ψάλτης, «Τριγλιανά Νέα» (συνέχειες).
6. «Συντεχνίες & Επαγγέλματα στη Θράκη 1685-1920), Κ.Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Εκδόσεις Πιτσιλός, Αθήνα 1985.
7 «Λαογραφικά Παλλαδαρίου Προύσας Μ.Ασίας», Κωνσταντίνου Γ.Μαντά, Έδεσσα 1983.
8.Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία»
9 Εγκυκλοπαίδεια «Δομή»