Αποστολέας Θέμα: ΝΕΑ ΤΡΙΓΛΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΚΩΜΟΠΟΛΙΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ 1924-25  (Αναγνώστηκε 169 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Τριγλιανός Απόγονος
  • **
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 4
  • -Λάβατε: 13
  • Μηνύματα: 154
  • Age: 70
  • Τόπος: Νέα Τρίγλια Χαλκιδική
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 15
  • Φύλο: Άντρας
Πηγή: Τριγλιανά Νέα αριθ. φύλλου 2/ 20-12-1975
Επεξεργασ ία: Κοκκαλάς Αλέκος
Πρέπει να διαβαστεί από όλους.

Με την Μικρασιατ ική καταστροφ ή όλοι οι "Έλληνες της Μικρές Ασίας, Πόντου και Θράκης, διωγμένοι και κυνηγημέν οι από τους βαρβάρους, Τούρκους, ήρθαν στην μητέρα Ελλάδα και  άρχισαν να δημιουργο ύν νέας πόλεις και χωριά.
"Έτσι και  εμείς  αφήσαμε την αγαπημένη μας πατρίδα Τριγλιά, μια κωμόπολη πολλών αιώνων και  καμάρι της Βιθυνίας και  ξεκινήσαμ ε για μια νέα κωμόπολη. Κυνηγημέν οι από την τρελή μανία των Τούρκων φθάσαμε άλλοι στην Ραιδεστό και  άλλοι στην Τένεδο και οσοι είχαν χρήματα προχώρησα ν μακρύτερα μέχρι την  Πειραιά. Και έτσι το δράμα μας άρχισε από το 1922. Ένα πρωί ξεκινήσαμ ε από την Ραιδεστό όλοι μαζί προς άγνωστες κατευθύνσ εις, άλλοι φθάσαμε στο Σουφλί, άλλοι στην Άνθη, Κομοτηνή, Καβάλα κλπ.
Άρχισε έτσι το δράμα της ταλαιπωρί ας και άκουγες από ορισμένου ς να λένε: «θά  γυρίσουμε στα μέρη μας, άλλοι πάλι έλεγαν: Κοιτάξτε να βρείτε νέους τόπους και μην περιμένετ ε να γυρίσουμε πίσω. Και ο Γολγοθάς συνεχίζετ αι με νέες κακουχίες, φτωχές. Και ο καθένας, ανάλογα με το επάγγελμά του προσπαθεί να ψάξει να βρει τόπο, για να κάνει την καινούργι α του κατοικία.  Άρχισαν να χωρίζοντα ι σε ομάδες από αυτές άλλες έφυγαν για την Αθήνα και άλλες για την Θεσσαλονί κη. Όταν ή ήλθαμε στην Θεσσαλονί κη άλλοι πήγαμε στην Τούμπα, άλλοι στο  Καραμπουρ νάκι και εκεί μάς έβαλαν
να καθίσουμε στα συμμαχικά τόλ και στις παράγκες. Το τι υποφέραμε δεν μπορεί να το φαντασθεί ένας σύγχρονος άνθρωπος. Άρχισε να μάς χτυπά ή μανία του χειμώνας, της πείνας, της αρρώστιας . Τι μπορούσε να κάμει ένας πατέρας  με 3, 4, παιδιά;
Ύστερα από λίγο διάστημα άρχισαν διάφορες επιτροπές να γυρίζουν στις διάφορες περιοχές να βρούν το κατάλληλο μέρος να φτιάξουμε την καινούργι α μας κωμόπολη.
 Μια από τις επιτροπές με επικεφαλή ς τον Δεσπότη Καμπακίας  Κάρατσι, επεσκέφθη την περιοχή των σημερινών Μουδανιών, πού λεγόταν Καργυλιμά νι, του ' Αγίου Μάμαντος και το Σουφλάρι. Είχαν γίνει και άλλες προτάσεις από τον  πατριώτη Αναστάσιο Παπάζη, γεωπόνο του υπουργείο υ Γεωργίας, εις την τοποθεσία της σημερινής 'Αγίας Τριάδος, Περαίας και Μπαξέ, άλλα οι παράγοντε ς τότε δεν το ενέκριναν . Διότι δεν υπάρχουν  ελαιόδεντ ρα και αυτό, διότι οι περισσότε ροι από αυτούς ήσαν ελαιοπαρα γωγοί, γεωργοί και ψαράδες. Έτσι προτιμήθη κε το Σουφλάρι, όπου είχε ελιές πολλές μέσα στά  ρουμάνια, άγριες, πού θα τις μπόλιαζαν και θα έκαμναν λιοτόπια. Στα Μουδανιά δεν πήγαν, διότι ήταν ελώδες  το μέρος και γεμάτο κουνούπια . προς  το Σουφλάρι δεν έκτι-
σαν τον συνοικισμ ό εις την θάλασσαν, διότι είχε ποτάμια (Τερέδες) και έλη και αποφάσισα ν εις την θέση πού είναι σήμερα. Έτσι, αρχίσαμε να συγκεντρω νόμαστε εκεί. Ένα πρωί αρχίσαμε να ετοιμαζόμ αστε για το Σουφλάρι.  Όταν φθάσαμε άρχισε ο καθένας να ταχτοποιε ίται  όπως μπορούσε σε διάφορα μέρη και οι περισσότε ροι να κάμουν τα αντίσκηνα τους μ’ αυτά πού τούς έδωσε ή αποκατάστ ασης προσφύγων . Και άπο εκείνη την στιγμήν άρχισε ένας νέος Γολγοθάς για την νέα πατρίδα Νέα Τρίγλια, πού άρχισε με πολύ μεγάλες θυσίες. Αφού ο κάθε γονιός έστησε το αντίσκηνο του για να εξασφάλισ η τα
παιδιά του από  τον χειμώνα και την βροχή, άρχισε να βρίσκει τρόπο πώς να τα θρέψη. Δεν ήταν μόνον ο Γολγοθάς της στέγης, αλλά και ή διατροφή των παιδιών και των γερόντων.
Σε λίγες μέρες είχαν στηθεί ολα σχεδόν τα αντίσκηνα στην σημερινή πλατεία. Εκεί πού άλλοτε έβλεπε κανείς Απέραντα ρουμάνια τώρα αντίκριζε μια θάλασσα άπο αντίσκηνα πού θαλασσοδέ ρνονταν στον χειμώνα με τούς Ανέμους και τις θύελλες.
Αυτό το έβλεπε κανείς καλύτερα από την ξινή. Ή νέα κωμόπολης και  τα πολλά αντίσκηνα φαινόταν τότε σαν μανιτάρια πού ξεφύτρωνα ν μέσα από τα πουρνάρια, τις φωτιές και τούς καπνούς. Βλέποντας το θέαμα αυτό αναπολούσ ες την γλυκεία Μικρά Ασία και έλεγες πού είσαι να δεις τούς καλούς ανθρώπους πού, έκρυβες στα σπλάχνα σου τώρα τούς φιλοξενού ν τα ρουμάνια.
Και για γιατρούς είχαμε τους πρακτικού ς, τούς λεγομένου ς νοσοκόμου ς, τούς μακαρίτες Αναστάσιο Μπόλκαν, τον Μαστραλέξ η και την “Όλγα Καλπάκενα (Μπόλκενα). Ό μεν Μπόλκας με την τανάλια του ήταν οδοντογια τρός, για τί τούς έβγαζε τα δόντια, ο Μαστραλέξ ης με την σύριγγα έβαζε ενέσεις και ή Καλπάκενα με το τσάρκη της καί τις βεντούζες της και με τα διάφορα πρακτικά της  γιατροσόφ ια.
Αυτή ήταν ή πρώτη στοιχειώδ ης περίθαλψη ς και λίγα κινίνα για την ελονοσία. Για φώς μια λάμπα ή ένα σπαρματσέ το η κρεμασμέν η μια γρατζούνα φτιαγμένη για φανάρι με ένα κερί μέσα που τρεμόσβην ε από τον αέρα.
Μάζευαν τα πουρνάρια και τις άγριες νύχτες του χειμώνα, άναβαν φωτιές για να μην πλησιάζου ν τα πεινασμέν α τσακάλια και οι λύκοι πού ούρλιαζαν και οι κουκουβάγ ιες πού έσκουζαν τρομακτικ ά από τα τουρκικά μνήματα πού βρισκόταν στην Ξινή, λες και μοιρολογο ύσαν μαζί για το κακό πού πάθαμε. Σε λίγο καιρό άρχισε ή περίθαλψη ς εποικισμο ύ. Γύριζαν Επιτροπές και κόντρα Επιτροπές να γράφουν πόσα άτομα είχε ο κάθε Οικογενει άρχης, για να του δώσουν ανάλογα ζώα, Εργαλεία, χωράφια, σπίτι κ.λπ.
Τα πρώτα Χριστούγε ννα έφθασαν. Οι άγιες ημέρες μας βρήκαν μέσα στα αντίσκηνα . Αγαπητοί μου πατριώτες . Για κλείστε τα μάτια σας, όσοι έχετε ζήσει τα πρώτα εκείνα Χριστούγε ννα στο Σφουλάρι και πάτε μερικές δεκάδες χρόνια πίσω, θα διαπιστώσ ετε τότε την  σημερινή ευτυχία σας και να δοξάσετε τον Πανάγαθο θεό πού ζήσαμε και  απολαμβάν ουμε τούς καρπού  της θυσίας αυτών πού έφυγαν. Αυτό αγαπητοί μου αναγνώστε ς ισχύει και  για όσους δεν έζησαν την ταλαιπωρί α εις το Σουφλάρι.
Χάρις αυτών που θυσιάστηκ αν σήμερα υπάρχει η Νέα Τρίγλια.
Τα πρώτα μας Χριστούγε ννα.
Ήταν μια άγρια νύχτα και το  κρύο τσουχτερό . Το χιόνι και ο αέρας μάστιζε τα πρόσωπά μας και το κρύο πιρούνιαζ ε τα κόκκαλα μας. Παρ’ όλο το κρύο και το χιόνι και την λάσπη και τον φόβο των αγριμιών, οι γονείς μας, μάς πήραν μέσα σ’ αύτη την θεομηνία και μάς πήγαν στην εκκλησία στον Άγιο Αθανάσιο, στο  Μετόχι.
 
Κουκουλωμ ένοι με κουβέρτες και με τρύπια παπούτσια, το ένα μαύρο και το άλλο κόκκινο πού μάς τα πρόσφεραν άπό τήν Πρόνοια πού τις περισσότε ρες φορές θα ήταν και τα δύο δεξιά ή και τα δύο αριστερά, άσχετα με το χρώμα.
Καταλαβαί νετε αγαπητοί μου. Ξεκινούσα με δυο  τρεις μαζί από φόβο. Και αν κανείς γύριζε να δη ' πίσω του, δεν θα έβλεπε τίποτε άλλα παρά φαναράκια πού από μακριά φαινόταν σαν πυγολαμπί δες μέσα στα ρουμάνια. ματσέτο ή κρεμασμέν η μια γρατζούνα φτιαγμένη για φανάρι μ’ ένα κερί που τρεμόσβην ε από τον αέρα.
 Την Βρήκαμε γεμάτη κόσμο να προσεύχετ αι με πίστη και ευλάβεια προς τον θεών, χωρίς να ακούγεται ψίθυρος παρά μόνον οι ιερεύς και οι ψάλτες. Μια γαλήνη γέμισε τις ψυχές μας και νιώθαμε σαν να ήμασταν αγγελούδι α πού κατέβηκαν από τον ουρανό για να δώσουν την χαρά ατούς πληγωμένο υς.
"Όταν γυρίσαμε στα αντίσκηνα τι να  φάμε  για φαγητό. Αφού δεν είχαμε ούτε τέντζερη. Και δεν είχε κανείς δεν είχε να μαγειρέψε ι τίποτε έκτος από αυτούς πού είχαν καμιά πάπια ή κανένα κυνήγι. "Αν ήταν γείτονας θα τρώγαμε και εμείς καμιά φτερούγα. 
Το  φαγητό ήταν το βάσανο των γονιών μας και άκουγες να λένε. "Ας ήμασταν στην πατρίδα με τα τόσα καλά, το κρέας, τα φρούτα, τα γλυκά, τα ρετσέλια, τις σούφρες, τις ελιές και τα χίλια καλά.
θυμάμαι τα φώτα πού ήμουνα μικρός. Ο νουνός  ή  νουνά έστελνε ένα κερί με ένα πορτοκάλι, στην μέση και χαλκάδες από ζαχαρωτά και  πάλιν δόξα τον Πανάγαθο έλεγες.
Αυτά τα λίγα για τα πρώτα Χριστούγε ννα. Ήλθε το καλοκαίρι, άρχισε το δράμα της ελονοσίας . Κάθε μέρα κα να  δύο - τρεις πέθαιναν αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα
Δραματική ή κατάσταση ς, χωρίς φάρμακα, χωρίς γιατρούς. Άρχισαν να μάς δίνουν κινίνα. Δεν μπορούσαν να αντιμετωπ ίσουν την ασθένεια και κάθε μέρα άκουγες μοιρολόγι α.
Δεν υπήρχε τσαντίρι να μην είχε χάσει τον πατέρα, την μητέρα, το παιδί. Γιατρός, ήταν μόνον ο  Απόστολος Τσίτερ.   Ότι και αν γίνονταν από τούς πρακτικού ς γινόταν για παρηγοριά βέβαια.
Να σκεφτείτε πώς σε τρία μέρη τού χωριού υπήρχαν μνήματα.
Σε λίγο χρονικό διάστημα άρχισαν να κτίζονται πλίθινα σπίτια, καμωμένα με άχυρο και λάσπη. Έτσι άρχισε σιγά - σιγά να μοιάζει για χωριό πού φύτρωσε μέσα από τα ρουμάνια.
Χάρις αυτών πού θυσιάστηκ αν σήμερα υπάρχει ή Νέα Τρίγλια.
Τα πρώτα σπίτια, τα όποια τα είχαν κάνει μόνοι τους οι  πατριώτες ήταν από λάσπη και άχυρο και αυτοί ήσαν οι πρώτοι πού έκαμαν δικά τους σπίτια:
 Κοκκαλάς Νικ.
Στραβοκέφ αλος 'Ηρ.
Μπαρμπής Βαλασ.
Καραθάνος Ίωάν.
Μαστραλέξ ης
Ίακωβάκης Ίορδ.
Κουρτσής θεοφ.
Ζγουρής Δημ.
Χικολαΐδη ς (Κιιώίης)
Τσιρακμάν ης Γβώργ.
Λιλής  Διογένης
Καπάνδρια ς  Φιλ.
φούντας Ήρακλ.
Βαλιάνος
Βουλγαράκ ης Νικ.
Γιαλιτσόγ λου Ζαρ.
Μαστραντώ νης (Κάλφας)
Άραπλής Δημ.
Άργυριάδη ς θεοδ.
Κέντοος Χρησ.
Κουλούρης Φιλ.
Καραγιάνν ης Εύστρ.
Μακασίκης Δημ.
Χρυοαφίδη ς Απόστολος
Τσιρακμάν ης Νικ.
Μορέλης
Κούρτογλο υ Νικ.
ΙΙαπαλεςα νδρής (δάσκαλος)
Και  πολλοί άλλοι.
Όταν φυσούσε ο βαρδάρης έπερνε  τα κεραμίδια, παρόλο πού ήταν δεμένα από κάτω με σύρμα. Βέβαια θα Απορούν οι σημερινοί νέοι θα τούς φαίνονται σαν παραμύθια και όμως είναι πραγματικ ότητες. Μετά άρχισε να ανοίγει και κανένα καφενείο και παντοπωλε ίων.
Το πρώτο καφενείο ήταν τού Φούντα ήταν ένα τσαρδάκι και παντοπωλε ίο τού Τσιρακμάν η, Μαμελετζή . Το μόνο παντοπωλε ίο πού είχαμε εκεί ήτο τού Μπουλάκη, ζωή πραγματικ ή χωριού.
Άρχισε και το πρώτο σχολείο, δίπλα στην εκκλησία, στον ¨Αγιο  Αθανάσιο, με δασκάλα την Μαρία Ζαμπογιάν νη και δάσκαλο τον Καρά Βαβδινός.
Μετά άρχισε το δημοτικά σχολείο, μέ δάσκαλο τον αείμνηστο Μιλτιάδη Παπαλεξαν δρή, από τον οποίον όλοι μας μάθαμε τα πρώτα γράμματα, τα οποία ήταν ή βάση για το ξεκίνημα για μια νέα ζωή. Αξέχαστος ο δάσκαλος Παπαλεξαν δρής πού μάς έμεινε στην γενιά του νέου χωριού μας. "Άρχισαν  να μάς δίνουν δάνεια για ζώα, εργαλεία γεωργικά και  καθένας με το είδος πού είχε διαλέξει, άλλος αμπελουργ ός, άλλος γεωργός, άλλοι με φυτείες μπαξεβανι κα. Ή πρώτη φυτεία ήταν τού Γιαλιτσδγ λου και το πρώτο Μπαξεβάνι κο των αδελφών Βαμβακά.
Το πρώτο Μπαξεβάνι κο πού βρήκαμε εκεί ήταν τού Νέστορα, από τούς εντοπίους . Και έτσι άρχισε ή ζωή να κυλά κάπως καλά, χωρίς να μάς άφίνη  όμως ή ελονοσία. Το δράμα είναι μεγάλο. Οί ειδικοί της εποχής εκείνης δεν είχαν τα μέσα να εξοντώσου ν την ελονοσία.
 Τα μόνα μέσα ήταν το κινίνο. Στα έλη έριχναν πετρέλαιο για να διώχνουν τα κουνούπια . Άναβα με φωτιές από άχυρα και έβλεπες το χωριό να φωτίζεται από τις φωτιές και πάνω σχηματίζο νταν μαύρα σύννεφα, πού μαύριζαν τα πρόσωπά μας.  Άρχισε να κυκλοφορε ί και από καμιά κλώσα στις αυλές των σπιτιών. Επίσης να βελάζει και από καμιά κατσίκα και κανένα πρόβατο. Το ωραίο ήταν, όταν έβγαινε κανείς στον κάμπο και κοίταζε ζεμένο σε άροτρο ένα γαϊδούρι και μια αγελάδα και μπροστά ένα ξυπόλητο παιδί και από πίσω τον πατέρα να σπρώχνει το άροτρο. Τί πόνος, τι καρτερία των γονέων εκείνων, πού περίμεναν να έρθει ο καιρός της συγκομιδή ς να μαζέψει το σιτάρι, πού με τί μέσα πού διέθετε έβγαζε 50 έως 80 κάδες το στρέμμα και εκείνο, όταν το έκαμνε αλεύρι και το ζύμωνες ήταν μαύρη ζύμη δύο φορές. Σε λίγο άρχισε να ομορφαίνε ι το χωριό με τα καινούργι α σπίτια, τα γερμανικά . Τα ζώα πού μάς έδιναν τα δέναμε κάτω από τα ελαιόδεντ ρα και το άλλο πρωί τα έκλεβαν και τα πετάλωναν ανάποδα. Το πρώτο υδραγωγεί ων στην πλατεία του χωριού, εκεί πού τώρα είναι το κοινοτικό κατάστημα με τρείς βρύσες. Το νερό είχε βδέλλες και πολλές φορές το νερό το φιλτράραμ ε με λεπτό πανί, για να μην καταπιούμ ε καμιά βδέλλα.
Άρχισαν τα πρώτα αμπέλια να δίνουν τον καρπό τους, να βγάζουν κρασί, ούζο, να κάμουν της πατρίδας τα έθιμα, ρετσέλια, μουσταλευ ριές κλπ.  Άρχισε ο κόσμος πια να ζει βαρετά και να γλεντά με την λατέρνα του Κιώτη και άλλων και να τραγουδά τραγούδια της παλαιάς πατρίδας μας και τα τραγούδια του εποικισμο ύ. ΟΙ αμπελουργ οί κάνουν βόλτα Στου εποικισμο ύ την πόρτα Και ο επίσκοπος τούς λέει  Άλλο δάνειο δεν έχει. Και έτσι όλοι μαζί, Τριγλίιαν οί Βελετεριώ τες και Εντόπιοι, άρχισα να ζουν στην νέα κωμόπολη με ομόνοια και αγάπη για ένα καλύτερο μέλλον.
Άλλα, επάνω στο λαμπρό ξεκίνημα μας, ήρθε μια άλλη καταστροφ ή ή φωτιά της οργής της γερμανική ς κατοχής και κατέστρεψ ε τα πάντα. Και πάλιν από την αρχήν, νέα δημιουργί α, άλλα’ αύτη την φορά με πολύ καλύτερες συνθήκες και έτσι  δημιουργή θηκε το καμάρι της Νοτίου Χαλκιδική ς. Με ωραία πλατεία με το κοινοτικό κατάστημα, την εκκλησία, το  σχολείο, το νηπιαγωγε ίων, το λεγόμενων Τσακώνει δωρεά της εκλεκτής ιατρού Αγγελικής  Τσάκωνα. Επίσης υπάρχουν στην πλατεία αι προτομαί των αγαλμάτων του Χρυσοστόμ ου Σμύρνης και τού Φ. Καβουνίδη, πού έγιναν με δαπ άνες της οικογένει ας Καβουνίδη .
Σήμερον ζει ό καθένας πολύ άνετα. Τώρα ακόμη και το ψωμί το πηγαίνουν στα πόδια. Δεν υπάρχει πια πινακωτή, καταχόπιτ τες και οι γραφικοί φούρνοι πού έκαιγαν πουρνάρια . Δεν υπάρχουν πια τα βοδόκαρρα, οι νταλίκες με τα στολισμέν α άλογα. Τώρα κυκλοφορο ύν  τα  ταξί, τα Ι.Χ. των συμπατριω τών, τρακτέρ, κομπίνες κλπ.
Ή συγκοινων ία είναι κάθε μισή ώρα με πούλμαν και όχι με τα λεωφορεία του Σταματίκα, του Μπουτόλα, του Δαλκιράνη, του Παπαλεξαν δρή, πού έκαμαν μισή μέρα  από την Θεσσαλονί κη στην Τριγλιά.
Τώρα σε μια ώρα είσαι στο χωριό και απολαμβάν εις την φύση, τον καθαρό αέρα με μυρωδιές από νόστιμα σουβλάκια . ΟΙ δρόμοι καθαροί με την ωραία πλατεία, με τις βόλτες από κορίτσια και αγόρια. Αυτά απολαμβάν ουν  τον κόπο και τον  μόχθο των πατεράδων τους και παππούδων τους, πού θυσίασαν την ζωήν τους, πού έφυγαν χωρίς   να δουν το δημιούργη μά τους. Υπάρχουν και πολλοί επιστήμον ες, καθηγητές, καθηγήτρι ες, δάσκαλοι, δασκάλες κλπ. Έχει επίσης άξιους αξιωματικ ούς του Στρατού και της  Αεροπορία ς.
Τον Μάρτιο του 1976 συμπληρών εται μισός αιώνας απ’ την στιγμή πού κυνηγημέν οι από την πατρίδα μας δημιουργή σαμε την νέα μας πατρίδα, την ωραία Νέα Τρίγλια Χαλκιδική ς.

Συνεργάτη ς  Ν.Α.Μ.
ΚΟΚΚΑΛΑΣ ΑΛΕΚΟΣ