Ένας περίπατος στην Τρίγλια του 1886

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 31 Αυγούστου 2020, 08:13:47 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Ένας περίπατος στην Τρίγλια του 1886

Από το κείμενο: Εκδρομή από Κωνσταντινουπόλεως εις Τρίγλιαν και Απολλωνιάδα του Ι.Ω.
Στο περιοδικόν σύγγραμμα, Αστήρ του Πόντου: Έτος Β, Τεύχος 42, Εν Τραπεζούντι, 1886
http://digital.lib.auth.gr/record/139830

Το 1886, ο Ι.Ω.(όπως υπογράφει), επισκέπτεται την Τρίγλια και την Απολωνιάδα. Μένει για λίγες μέρες στο σπίτι κάποιου φίλου του, πάνω στο Ντερέ, χωρίς να αναφέρει ποιος ήταν. Αργότερα, στον Αστέρα του Πόντου, περιοδικό που εκδιδόταν στην Τραπεζούντα, περιγράφει την εμπειρία και τις εντυπώσεις από το χωριό, σε τρεις συνέχειες.
Εδώ, μετά από μια σύντομη περίληψη της εντύπωσης που του έκανε η «κωμόπολη της Τρίγλιας», θα περιοριστούμε στη περιγραφή μιας ευχάριστης βόλτας στον Ντερέ.
Όπως μας πληροφορεί, η κωμόπολη δεν φαινότανε και πολύ ωραία από τη θάλασσα, γιατί την κρύβανε οι λόφοι, όταν όμως ανέβαινες στη Καρακοφωλιά τότε η Τρίγλια εμφανιζόταν μπροστά σου «ομοία ταις δεσποσύναις εκείναις, αίτινες υπό παμπάλαια ενδύματα πολλάκις κρύπτουσιν εξαίσιαν καλλονήν. Αι μεν οικίαι αυτής ουδεμίαν σχεδόν παρουσιάζουσιν ευάρεστον θέαν, ως τα πολλά ερειπωμέναι και παμπάλαιαι ούσαι, αλλ΄η εν μέσω χαριέντων και θελκτικών λόφων θέσις αυτής, το λαμπρόν αυτής κλίμα, τα διαυγή και γλυκέα ύδατα και πολλαί άλλαι φυσικαί καλλοναί καθιστώσιν αυτήν τερπνότατον του θέρους εξοχικόν ενδιαίτημα. Αι σχολαί (εννοεί τα παλαιά σχολεία στον Ντερέ) εξ όλων των οικιμάτων παρουσιάζουσι κατά τούτο εξαίρεσίν τινα, εν θέσει λαμπρά και καλώς εκτισμέναι ούσαι».
Οι εκκλησίες, αρχαίες και νέες, είναι αποδεκτές. Αναφέρει ότι σε μία, υπάρχει μια αρχαία κολώνα και σε μια άλλη εκκλησία, μια ψηφιδωτή εικόνα της Θεοτόκου, μεγάλης αξίας.
Τα μοναστήρια, Των Πατέρων και του Αγίου Ιωάννου της Πελεκητής, τα βρήκε σε άθλια κατάσταση με ένα μόνο μοναχό να ζει στο καθ' ένα από αυτά. Σχολιάζει ότι δεδομένης της μεγάλης περιουσίας των μοναστηριών, η εγκατάλειψη πρέπει να οφείλετε στην αδιαφορία των μοναχών.
Η Κωμόπολη έχει μικρά και ακανόνιστα δρομάκια, υπάρχει όμως και ένας ωραίος ευθύς δρόμος, στις όχθες του «ρύακος», που είναι πλατύς και «κανονικός» και μπορούν να περπατούν οι πολίτες. Το απόγευμα όμως, ωραίος περίπατος γίνεται στους λαμπρούς και με πολλά δένδρα κήπους που βρίσκονται λίγο έξω από την κωμόπολη. Πηγαίνοντας προς τους κήπους αυτούς, συναντάς τους κατοίκους να επιστρέφουν, πάνω στα γαϊδουράκια τους, από τη δουλειά τους στους αμπελώνες και τους ελαιώνες τους, όπου δουλεύουν μέχρι το βράδυ. Συναντάς επίσης και άμαξες που τις σέρνουν βούβαλοι οι οποίες κουβαλάνε διάφορα βαριά αντικείμενα, με πολύ θόρυβο.
Περπατώντας με την παρέα, μπήκαμε «εις την παρά την οδόν» κήπο του φίλου μου, όπου φάγαμε πολλά φρούτα. Η μεγάλη αγάπη του φίλου μου για τα δένδρα και τα φυτά, ο κόπος που καταβάλει για να ευπρεπίζει τον κήπον, τον έκαναν αληθινό παράδεισο, όπου «ύδωρ γλυκύ ρέει και διαυγέστατον, εξ ου έπιον δια τινος ομηρικής εποχής κυπέλλου και σύκα γλυκερά και βότρυς πολυστάφυλοι και μήλα και δαμάσκηνα και κυδώνια και άπια και πλείστ' άλλα τερψίθυμα οπωρικά». Πάνω από αυτόν τον κήπον και τους άλλους γύρω του υψώνονται λόφοι κατάφυτοι εξ ελαιών γεμάτων καρπών και αμπέλων που στενάζουν από το βάρος των σταφυλιών.

Μάκης Αποστολάτος

Έχοντας διαβάσει αρκετές φορές το κείμενο, στα τέσσερα συνεχόμενα φύλλα του εβδομαδιαίου περιοδικού "Αστήρ του Πόντου", αποφάσισα να το μεταφέρω ολόκληρο εδώ για να έχουν την ευκαιρία όσοι παρακολουθούν το forum να το διαβάσουν, έστω και αν ταλαιπωρηθούν λίγο από την αυστηρή καθαρεύουσα, αλλά πολύ πλούσια σε λέξεις και μάλιστα αρκετές άγνωστες.

Προσωπικά, εντυπωσιάστηκα από τον γλαφυρό τρόπο που παρουσιάζει ο συγγραφέας την εικόνα της Τρίγλιας του 1886 και φαίνεται ότι έμεινε αρκετό καιρό (έφτασε μάλλον τον Ιούνιο και αναχώρησε κάποια ημέρα του Αυγούστου), φιλοξενούμενος από το φίλο του, που, δυστυχώς, δεν ονομάζει. Εκτός από τις περιγραφές του για την κωμόπολη και τους ανθρώπους που γνώρισε, διαμόρφωσε άποψη για τους δασκάλους, διαπίστωσε κομματικές και άλλες επιρροές, επισκέφθηκε τις δύο Μονές και έκανε αυστηρή περιγραφή της κατάστασής τους αλλά και για τους δύο (μόνον) μοναχούς που ζούσαν σ' αυτές και, γενικά, μας δίνει μια συνολική και σπάνια περιγραφή για την Τρίγλια του 1886.


ΕΚΔΡΟΜΗ ΑΠΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΕΙΣ ΤΡΙΓΛΙΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΛΛΩΝΙΑΔΑ

(Αστήρ του Πόντου, Τραπεζούντα, τεύχος 40/3.10.1886, τεύχος 41/10.10.1886, τεύχος 42/17.10.1886 και τεύχος 43/24.10.1886, Βιβλιοθήκη ΑΠΘ)

Πολλάς άληθώς καί ποικίλας αποκομίζονται εντυπώσεις οί καθ' έκαστον έτος τάς τυρβώδεις πδλεις κατά το θέρος φεύγοντες καί είς τάς έξοχάς διατρίβοντες. Ο δροσερός αήρ, τόν οποϊον καθ' έκάστην έπί τών έξοχικών έκείνων τόπων άνέπνεον, τά διαυγέστατα καί ψυχρδτατατα ύδατα, άπερ έπινον, αί άθώαι διασκεδάσεις, άς μετ' άλλων φίλων καί συγγενών διεσκέδαζον υπό τάς σκιάς ύψηλών καί πλατυσκίων πλατάνων, καί τόσαι άλλαι ευάρεστοι τών καλλονών τής φύσεως απολαύσεις, και μόνον αναμνήσεως αντικείμενα γινόμεναι προξενούσιν άφατον είς την καρδίαν τοΰ ανθρώπου θυμηδίαν και εύχαρίστησιν. 'Ιδού τί μοί έγραφε φίλος περί τών έν ταϊς έξοχαϊς απολαύσεων : «εκεί ο άνθρωπος ανανεούται, αί δυνάμεις του αναζωογονούνται· απαλάττεται δι' αθώων και τερπνών διασκεδάσεων προς καιρόν τών βιωτικών ασχολιών καί τών κοπώσεων τού πνεύματος, καί κατερχόμενος είτα τών εξοχών τούτων διανύει τον βίον του νέαις εφοδιασμένος δυνάμεσι·  πού τύρβη εκεί και ασχολία; πάντοτε ανάπαυλα, τέρψις, διάχυσις». Αλλά ταύτης τής τέρψεως καί διαχύσεως δικαιότατα βεβαίως πρέπει νά απολαύωσι κατά τούς θερινούς μήνας οί το λοιπόν τοΰ έτους άκαμάτως καί καρποφορώς έργασθέντες· διότι μετά τούς πόνους πρέπει νά επέλθη ανάπαυλα καί μάλιστα τοιαύτη, ίνα ανακτησάμενοι τάς διά τής έργασίας απολεσθείσας δυνάμεις Ισχυρότερα καί θαρραλεώτεεα άποδυθώσιν είς νέους αγώνας. Την ανάπαυλαν τοΰ σώματος, καί που πνεύειατος ούδαμώς πρέπει νά νομίζη τις ώς μή άναγκαίαν «ούδ' ύγε(ης της περί τό σώμα αμέλειαν έχειν χρή» λέγει ο σοφός Πυθαγόρας, διότι άνευ ταύτης «πάντ' έστίν ¬ ανωφελή άνθρώποισιν» άνακράζει έξ έτέρου ο μουσουργός Όρφεύς. Και προς τί άλλο ή πρός τοιαύτην άνάπαυλαν ο προνοητής καί κυβερνήτης του σύμπαντος έποιήσατο την ευάρεστου ταύτην περιτροπήν τής ήμερας καί τής νυκτός; Καί αυτή η γή, ϊνα καρποφορήση γονίμως, έχει άνάγκην άναπαύσεω;ς καί πάντα δ' έν γένει τά έν τώ κόσμω τουτω ύπόκεινται τώ κανόνι τούτω. Τούτων τών ιδεών άμφιλαφώς άντεχόμενος διενοούμην καί έγώ νά ποιήσω έκδρομήν τινα είς έξοχικόν τι μέρος προς σωματικήν καί πνευματικήν άμα άνάπαυσιν, ήγνόουν δ' ομως ποιον νά εκλέξω μέρος· άλλά πολλοί φίλοι τότ' έπιστάντες έξέβαλόν με τής τοιαύτης απορίας συστήσαντες τά περίχωρα τής Προύσης δικαίως ώς λαμπρά τών πόνων αναπαυτήρια.

Ήν ήμέρα Παρασκευή δτε έτοιμάσας τά προς άναχώρησιν έπέβην τοΰ ατμοπλοίου, όπερ έμελλε νά μεταβή είς τά ποθητά μοι μέρη, άνυπομόνως αναμένων τήν ώραν του απόπλου. Η θάλασσα τότ' ήν πλήρης ατμοπλοίων, πλοίων καί παντοειδών λέμβων· κώπαι αναρίθμητοι υπ' άναρίθμων χειρών κινοΰμεναι έπληττον τήν θάλασσαν, οί δέ λέμβοι δίκην ταχυπτέρων πτηνών διέσχιζον τά ήρεμοϋντα του πόντου κύματα διευθυνόμενοι, άλλοι μέν είς άτμόπλοια, άλλοι δ' είς πλοία, άλλοι είς τον Γαλατάν καί άλλοι είς Φανάριον καί άλλοι αλλαχού. Πανταχοΰ υπήρχε κίνησις· πανταχού κραυγαί άπιόντων ή έρχομένων· πολλαχού ήκούοντο φωναί έριζόντων, ένιαχού δέ καί τις λεμβούχος άκίνητος ίστάμενος έν τώ ήρέμα κινουμένω λέμβω έμελπεν ¬ άσμα τι άναμένων τήν τύχην του. Έν τοΐς πλοίοις μετά περιεργείας έβλεπον πολλούς ναύτας εύστροφώτατα καί ταχύτατα πολλάς ποιοϋντας εργασίας, τούς μέν δεξιώτατα άναρριχωμένου; είς τούς ιστούς, τούς δ' έξ αυτών κατερχομένους· τούς μέν έκκενοΰντας τον φόρτον, τούς δέ καθαρίζοντας τά καθάρσεως χρήζοντα. Έν δέ μετά περιεργείας καί θαυμασμοΰ έβλεπον άπλήστως άπασαν ταύτην τήν πυρετώδη κίνησιν, αίφνης ήκουον τούς διαπεραστικούς συριγμούς τών άτμοπλοίων έκ πολλών σύναμα σημείων έξερχομένους, υφ' ών άπεσπώμην τής θέας έκείνης τείνων το ούς καί τό βλέμμα προς τά συρίζοντα ατμόπλοια· άλλά καί ταϋτα άξιόλογον παρεϊχον θέαν. Πλήρη ποικίλης καταστάσεως καί τάξεως άνθρώπων, διέσχιζον ύπερηφάνως τά ύδατα έχοντα ένια καί μουσικήν τέρπουσαν τάς ψυχάς καί τάς καρδίας τών ίπιβατών. Τί δέ νά είπω καί περί τής θέας τής Κωνσταντινουπόλεως ; Η βασιλίς αυτή των πόλεων, έπί τώ στόματι του Βοσπόρου κειμένη, παρίστησι θέαμα όντως μαγευτικώτατον. Καθώς δέ τις όταν είσέλθη εις λαμπρόν καί ευανθή κήπον, βλέπων πλείστου λόγου άξια καί ευωδέστατα παντοειδή άνθη, δέν γινώσκει άλλ' άπορεϊ έπί πολύ ποϊον έξ αυτών έκλέξας νά λάβη καί ποιον νά καταλίπη, ουτω καί έγώ περί Κωνσταντινουπόλεως προκειμένου δεν γινώσκω ποιον νά είπω καί ποιον νά παραλίπω, πόθεν ' άρξωμαι καί πού νά τελευτήσω. Νά περιγράψω τάς μεγαλοπρεπεστάτας αυτής οικοδομάς δημοσίας τε καί ιδιωτικάς ; άλλ' η ταπεινή περιγραφή μου £σται άναμφιβόλως κατωτέρα τής πραγματικότητος. Νά περιγράφω τούς ευθαλείς καί αειθαλείς παραδείσους δι' ών διαποικίλλεται; άλλ' ο ασθενής μου κάλαμος δεν δύναται νά παραστήση άξίως καί παραστήσας νά έκτιμήση αυτούς δεόντως. Ν' αναφέρω τουλάχιστον τά πάμπολλα θαυμάσια, άτινα έγκρυπτει η μεγαλοπρεπής αύτη η πάλαι του Βύζαντος κόρη ; άλλ' εινε τοσαύτα καί τηλικαύτα, ώστε περιγραφή αυτών καί φαντασίας ζωηράς καί τόπου καί χρόνου μακρού δέονται. Τήν πόλιν ταύτην έξυμνησε μέν πάλαι ποτέ ευδαιμόνισαν τους κατοίκους τό θεοπρόπον τής Πυθίας στόμα.

    Ολβιοι οι κείνην ιερήν πόλιν οικήσαυσιν
    Ακτήν Θρηϊκίην ένυγρον παρά τε στόμα ΙΙόντου.


έξυμνησε δέ καί Μανασσής άνακράξας

    Ω γή Βυζαντίς, πόλις τρισολβία
    Οφθαλμέ τής γής, κόσμε τής Οικουμένες,
    Τηλαυγές άστρον, του κάτω κόσμου λύχνε.


έπήνεσε δέ δι' άδοκίμων στίχων καί Θεόδωρος Πρόδρομος

    Πόλις βελτίστη πόλεων, χώρα χωρών καλλίστη
    Τό μήκος περιμηκιοτε τό πλάτος ευρύτατη,
    Πόλις εξαίρετος Θεοΰ του Παντοκρατορούντος.


Προκαθημένη τών δύο τής Οικουμένης τμημάτων τής Εύρώπης καί 'Ασίας έχει θέσιν άξιολογωτάτην «ευφυώς προς κράσιν ωρών έχουσαν» καί άφθονίαν καρπών κατοικεΐται δ' υπ' άνθρώπων πάσης φυλής, γλώσσης καί θρησκεύματος. Έντός αυτής η κίνησις εΐνε μεγάλη. 'Εκεί τράπεζαι προ καφενείων, άλλού μουσική καί άσματα, άλλαχού φωναί Εβραίων, έκεϊ ήχος ευάρεστος κροτούντων έν ταίς τραπέζαις τών τραπεζιτών χρημάτων, παρέκει οινοπωλεία καί εΰθυμίαι, έκεϊ άσμα άηδόνων καί κραυγαί παιδίων, παρέκει κραυγαί ¬ αχθοφόρων, κρότος τροχιοδρόμων, κρότος αμαξών, όνων βροντώδεις ογκηθμοί καί .. . καί ... . 'Εν αΰτή εύρίσκονται έκατομυριοϋχοι πολλοί, άλλά καί μηδενέχοντες ούκ ολίγοι, έπαϊται δέ πλεϊστοι· άλλοίμονον εις τον διαβάτην τής γέφυρας τού Καρά-κιοί· στρατός ολόκληρος επαιτών ένθεν κάκείθεν της γέφυρας, ώς όπλα τάς χείρας προβαλλόμενοι, ζητοΰσιν ο,τι φυσική συμπάθεια απαιτεί καί θείος νόμος διακελεύεται. Βεβαίως πολλοί μεταξύ τούτων εινε μάλλον αποστροφής άξιοι και αποπομπής, άλλα καί πολλοί οίκτου καί συμπάθειας, ο μέν στερούμενος ,χειρός, ο δέ στερούμενος ποδών, ο δέ οφθαλμών, ο δ' έτέρου τίνος μέλους, άλλος δέ καί οφθαλμών καί χειρών στερούμενος πειράται νά συγκινήση την χαρδίαν τών διαβατών άσμάτιά τινα έλεεινά δηλωτικά τής οίκτράς αύτοϋ καταστάσεως δι' οίκτράς καί παραπονητικής φωνής άδων.

Έν' ώ πλήρης θαυμασμού έθεώρουν το μαγευτικόν τής τε Κωνσταντινουπόλεως καί τών εν τώ λιμένι θέαμα, ήσθάνθην τό ατμόπλοιου κινούμενον πλήθος πολύ συνωθεΐτο περί την κλίμακα καί τοσοϋτον, ώστε πολλοί μικρού δεΐν κατέπεσον είς την θάλασσαν. Τέλος άπομακρυνθέντος τού πλήθους τό άτμόπλοιον ήρξατο νά διασχίζη δίκην δελφίνος την θάλασσαν. Η πόλις τού Κωνσταντίνου μεγαλοπρεπής καί ύπερήφανος έφευγε μεθ' άπασών τών καλλονών αυτής όπισθεν ήμών, μετ' όλίγον μόλις διεκρίνομεν αύτήν, εΐτα δέ παντελώς ήφανίσθη. Τότε βλέπων τήν ταχύτητα μεθ' ής τό άτμόπλοιον διέσχιζε τήν ΰγράν κέλευθον, έπεδόθην εις σκέψεις άναλσγίζόμενος τά θαυμάσια, άπερ κατώρθωσε τό τών ανθρώπων πολυμήχανονπνεύμα. Τί, διελογιζόμην, άρά γε ήθελεν είπή ό Οράτιος έκεϊνος, άν έβλεπε τό άτμόπλοιον τούτο άφόβως καί ταχέως διασχίζον τά ΰδατα τού άτρυγέτου Πόντου; Τί ήθελεν είπη εκείνος, όστις έχαρακτήρισε τό άνθρώπινον γένος ώς αΰθαδες, διότι έπεχείρει δι' εύθραυστων πλοίων νά διασχίζή τά ύδατα τού ώκεανοΰ καί τών θαλασσών, άς κατ' αυτόν προς χωρισμόν τών ήπείρων ο Θεός προώρισεν ; Διαλογιζόμενος ταΰτα έστρεψα περί έμαυτόν τά βλέμματά μου είδον ότι ευρισκόμεθα εις τό πέλαγος· πέριξ ημών πλήρης έπεκράτει γαλήνη· ένόμιζον ότι έκοιμάτο τό τής θαλάσσης άκοίμητον ρεύμα· δελφίνες καθ' ομάδας έξερχόμενοι τής έπιφανείας τής θαλάσσης καί καταδυόμενοι πάλιν εις αυτήν συνέπαιζον, ώς φαίνεται, γνωστά μόνον αύτοις παίγνια· ύπήρχον ένιαχοΰ καί άλλα μεγάλα τής θαλάσσης ζώα άνω τής έπιφανείας τού υδατος έξερχόμενα, αλλά ταΰτα σμικράν ή οΰδεμίαν άληθώς μοί έπροξένουν έντΰπωσιν, διότι όλην μου τήν προσοχήν έξήντλησαν αί άγέλαι έκεϊναι τών παιζόντων δελφίνων, ών εις μέν κατά τήν μυθολογίαν έσωσε τό περίφημου έκεΐνο τών Μουσών τέκος, τον θείον μουσουργόν Άρίονα, άλλος δέ τις κατά τινα έτερον αστείου μύθον κατεπόντισε αυθάδη πίθηκον άναιδώς ψευσάμενον καί περί τοϋ Πειραιώς ώς περί ανθρώπου και δή φίλου αυτού είπόντα. Μετ' ολίγον δεν έφαίνοντο πλέον· τότε έστρεψα τά βλέμματα προς τά έντός τοϋ άτμοπλοίο μεγίστη υπήρχε και έν αΰτώ κίνησις και ευθυμία. 'Άλλοι μέν των έπιβατών έτρωγον, άλλοι έπινον μελιηδέα οίνον, άλλοι έψαλλον, άλλοι έτραγώδουν ύπό τόν ήχον λυγιφθόγγων μουσικών οργάνων, άλλοι έκ μέσης καρδίας έκάγχαζον, άλλοι περιεπάτουν σκυθρωποί, άλλοι πολυφρόντιδες καθ' έαυτους έποίουν διαφόρους λογαριασμούς μετροϋντες έπί τών δακτύλων, μία δέ τις γυνή ταλαίπωρος στερηθεϊσα κατ' έκείνας τάς ήμέράς τον σύζυγόν της άφθονα έχεε και άπαρηγόρητα δάκρυα. Έν ώ βλέπων ταϋτα συνεπάθουν έν τή καρδία τή άθλια ταύτη γυναικί διανοούμενος καί άκων τήν ματαιότητα τών άνθρωπείων, ΐδού έπιφαίνεταί τις Μωαμεθανός, δστις προσεγγίσας ήρώτησε περί τής πατρίδος μου. Εις τήν έρώτησίν του άπήντησα ευχαρίστως διότι έφαίνετο, άπό γε τοϋ σχήματος, σεβαστός και άξιος συναναστροφής κατά τόν πλοϋν άνήρ. Η άπάντησίς μου ένεποίησέν αύτώ μεγάλην εύχαρίστησιν, διότι κατ' ευτυχή συγκυρίαν ήτο πατριώτης· ώς γνωστόν δέ οί πατριώται έν ξένη συναντώμενοι αγαπώνται και σχετίζονται μάλλον έν ταϊς πατρίσιν αυτών. Ένώ συνδιελεγόμεθα περί τών τής πατρίδος ΐδού έτερος νέος Μωαμεθανός συμπάθειας άξιος έμφανίζεται πρό ¬ ημών. Ο δυστυχής κατ' έκεΐνον τόν χρόνον είχε φθάσας εις τά πρόθυρα τής μωρίας· άλλοτε μέν άπεύθυνεν έαυτώ άκαταλήπτους έρωτήσεις, προς ας πάλιν ο αυτός άκαταλήπτως άπήντα· άλλοτ' έγέλα χάσκων και προσβλέπων τους έπιβάτας μηδενός γελοίου υπάρχοντος, έτρεχεν άνω κάτω· συνελάμβανε τους ιστούς τού άτμοπλοίου μέ τήν πρόθεσϊν νά έκτοπίση αυτούς· άλλοτε άνοίγων πάση δυνάμει το στόμα και κλείων τους όφθαλμούς έστρέφετο προς τόν ουρανόν. Έξέφρασα τότε τήν θλΐψίν μου τώ καλώ κάγαθώ πατριώτη, οστις γινώσκων αυτόν εΐπεν δτι ο ούτω μωρός φαινόμενος είχε πληθύν ¬άπειρον γνώσεων περί τά γράμματα ψυχή καί σώματι έκ παιδός άφοσιωθείς· ίσως λοιπόν τά πολλά γράμματα εις μανίαν αυτόν περιέστρεψαν.

Χαίροντες λοιπόν καί θλιβόμενοι διεπλέομεν τό βραχύ άπό τής Τριγλίας ήμας χωρίζον πέλαγος, διακρίνοντες μακράν παραλίαν ΐκανώς ώραίαν καί θελκτικήν. Συνηντήσαμεν έπαυλιν έν τινι τόπω Κ α τ σ ι κ ό – π ε τ ρ α καλουμένω, ήτις κεϊται μεταξύ λόφων γεγυμνωμένων μέν δένδρων, παρεχόντων όμως καί θέαν τινά εΰάρεστον διά τής λαμπράς καί βαθείας χλόης, ήτις αυτούς πανταχόθεν σχεδόν καλύπτει. Μετ' δλίγον έφθάσαμεν είς τό Ποσείδειον (Μπόζμπουρούν) λεγόμενον άκρωτήριον όπόθεν έφάνη μακράν η Τριγλία. Έν τούτοις πριν ή φθάσωμεν είς αυτήν συνηντήσαμεν έτερον χωρίον Α ρ μ ο υ τ σ ή καλούμενον διά τά αυτόθι πολλά παραγόμενα άπια, άτινα καί μεθ' όλας τάς υπέρ αύτών άγαθάς συστάσεις, στερούνται τής αξίας τών περιφήμων άπίων 'Αργυρουπόλεως· τούτο μόνον ' όσον άφορα εις τό χωρίον τούτο λέγω, ότι κεΐται έπί λαμπράς καταφύτου θέσεως, έχει δένδρα πυκνά καί ΰπερυψηλα, καί έξωτερικώς έν γένει εΰάρεστον παρίστησι θέαν. Μετά ήμίσειαν άκριβώς ώραν ήγκυροβολήσαμεν προ τής Τριγλίας μετά πλοΰν περίπου πεντάωρον· δυο λέμβοι προσεγγίσαντες άπεβίβασαν ήμάς είς τήν ξηράν. Ο κατά πρώτον είς Τριγλίαν πορευόμενος έκπλήττεται βλέπων περί τήν παραλίαν συνηθροισμένους όλους σχεδόν τούς κατοίκους μετά γυναικών καί παίδων πολύ δέ μεγάλως έξεπλάγην έγώ ίδών έκτάκτως πολύ πλήθος λαού, όπερ τήν ήμέραν έκείνην ήν άπειρον, διότι άνεμένετο η Αυτού Σεβασμιότης ο Άγιος Προύσης κ. Ναθαναήλ πρώτην τότε φοράν μέλλων νά έπισκεφθή τήν Τοιγλίαν. Έξελθών τού λέμβου μετά πολλής τής προθυμίας υποδεκτός έγενόμην ύπό τού φίλου, ύφ' ου προσεκλήθην καί είς ού τήν οίκίαν κατέλυσα.

Η Τριγλία, κωμόπολις ύπαγομένη τή Νομαρχία Προύσης, ούδέν θέλγητρον παρουσιάζει έκ τής θαλάσσης όρωμένη, μάλιστα δέ καί δέν φαίνεται άπασα, άλλ' δλίγαι μόνον αύτής οίκίαι. 'Όταν όμως άνέλθη τις εις περίοπτον τι αύτής μέρος Κ ο ρ α κ ο φ ω λ ι ά  λεγόμενον, τότε εμφανίζεται ενώπιον αύτοϋ Τριγλία ομοία ταϊς δεσποσύναις έκείναις τών κατοίκων της Ματζούκας, αίτινες ύπό παμπάλαια ένδύματα πολλάκις κρύπτουσιν έξαισίαν καλλονήν. Αί μέν οίκίαι αύτής ούδεμίαν σχεδόν παρουσιάζουοιν ευάρεστου θέαν, ώς τά πολλά ήρειπωμέναι και παμπάλαιαι ούσαι- άλλ' η έν μέσω χαριέντων και θελ,κτικών λόφων θέσις αυτής, το λαμπρόν αυτής κλίμα, τά διαυγή και γλυκέα υδατα καί πολλαί άλλαι φυσικαί καλλοναί καθιστώσιν αυτήν τερπνότατον τοϋ θέρους έξοχικόν ένδιαίτημα. Αί σχολαί έξ όλων τών οικημάτων παρουσιάζουσι κατά τοΰτο ίξαίρεσίν τινα, έν θέσει λαμπρά και καλώς έκτισμέναι ούσαι. Και αί άλλαι δέ δημόσιαι οίκοδομαί ούδεμίαν έχουσιν άρχιτεκτονικήν σημασίαν πλήν τών έκκλησιών, αρχαίων τε καί νεωτέρων, καλώς ώκοδομημένων, ών έν μια μέν σώζεται καί κίων τις έχων αρχαιολογικήν ούκ οίδ' δσην σημασίαν, έν αλλη δέ τινι είκών ψηφωτή τής Θεοτόκου μεγάλης ίσως αξίας- έλησμόνησα όμως ν' αναφέρω καί τό οικοδόμημα του bon-marche, όπερ οΰ μόνον κατά το έξωτερικόν οΰδαμώς έστιν άξον τι λόγου οικοδόμημα, άλλά καί το εσωτερικόν οϋδέν άλλο περιέχει ή κουρείον- και όμως λέγεται ότι έγένετο κατά μίμησιν τοϋ έν Κωνστανΐινουπόλει bon- marche! 'Η κωμόπολης περί τάς 800 περιλαμβάνονσα οικίας διαιρείται διά τίνος ήρεμα καί ήσύχως ρέοντος ρύακος εις δύο μέρη* τά περί τάς οχθας τοϋ ρύακος τούτου κείιαενα οικήματα ύπόκεινται εις τάς κατά τάς βροχάς ένίοτε συμβαινούσας ούκ εύκαταφρονήτους τοϋ ρύακος πλημμύρας. Κυριώτερα προϊόντα αύτής εΐνε έλαίαι, έλαιον, προς ού τήν κατασκευήν εύρίσκονται έν τή κωμοπόλει καί έλαιοτριβεία, καί άλλα προς χρήσιν ιδίως τών κατοίκων παράγονται όπωρικά καί γεννήματα. Δέν πρέπει δέ νά παραλίπω καί όπερ άναφορικώς πρός τό όνομα τής κωμοπόλεως έμαθον. Λέγεται δηλονότι ότι έκλήθη Τ ρ ι γ λ ί α έκ τίνος εΐδους ¬ ιχθύων ένταΰθα άλιευομένων καί Τρίλλια ονομαζόμενων.

ΓΙερί τών κατοίκων προκειμένου καθόλου μέν έχομεν νά είπωμεν πολλά λίαν εύάρεστα. Εΐνε πάντες έργατικώτατοι, φιλόξενοι, φιλόμουσοι διατηροΰντες σχολεία εις ίκανώς άνθοΰσαν κατάστασιν. Οί πλεϊστοι έχουσιν είσέτι ζώσαν καί ένεργόν τήν εις Χριστόν πίστιν, παρ' ολίγοις δέ σχετικώς διεισέδυσεν ιός τοϋ Εύρωπαϊκοϋ πιθηκισμοϋ. 'Άν καί έν συνόλω ούτως εύάρεστος τής Ελληνικής ταύτης κωμοπάλεως κατάστασις, έν τούτοις όλίγοι τινές ύπό τοϋ πλούτου πεφυσιωμένοι, διαταράττουσιν ένίοτε τά τής κοινότητος, έπιδεικνΰοντες μέν πως φιλομουσίαν καί φενακϊζοντες τούς άπλουστέρους, άλλ' η φιλομουσια αύτη ελατήριον έχει ούχί την ¬ ανατροφήν και παίδευσιν των τέκνων της πατρίδος, άλλα πάθη προσωπικά, άτινα ζητοΰσι νά κορέσωσιν έφοροι γινόμενοι και πρόκριτοι της πόλεως τότε δ' ύπ' αυτών ώς τά πολλά διενεργουμένη παρατηρεϊται διχόνοια μεγάλη καί κομματισμοί πολλοί, ών έρμαιον γίνονται καί τά σχολεία. Η φιλοδοξία καί τό φιλέκδικον άπερ έπικρατοϋσι παρά τοις κομματάρχαις τούτοις, ύποβοηθούμενα υπό τού πλούτου, καταπνίγουσι καί τάς εύαρίθμους φωνάς των πεπαιδευμένων καί των όρθώς καί συνετώς φρονούντων κατοίκων τής Τριγλίας, οίτίνες δυστυχώς είνε ολίγοι. Ίσως ταύτα θεωρηθώσιν υπό τινων καί μάλιστα παρασίτων των ολίγων τούτων πλουσίων, υπερβολικά καί άπίθανα· άλλ' εις τούτους άπαντών λέγω δτι καί εύχομαι έξ ¬ όλης καρδίας ν' άπατώμαι, αλλά δυστυχώς η πραγματικότης είνε ότι οί ολίγοι ούτοι ενίοτε ταράττουσι την κοινότητα καί βλάπτουσι διά τής διαγωγής των τά σχολεία. Διατί νά γίνωνται τά σχολεία έρμαιον τών κομματικών παθών καί τών προσωπικών συμπαθειών ; διατί νά παρασύρηται ένίοτε ολόκληρος κοινότης εις τά σχέδια τών άλληλομαχούντων τούτων ανθρώπων ; διατί νά μη φροντίζωσιν οί πάντες όμοϋ έν αδελφική άγάπη καί όμονοία νά καταρτίσωσι τήν τε έφορίαν και τό προσωπικόν τών σχολείων εξ ατόμων έξιδιασμένης πείρας, ίκανότητος, ήθικής ; Ή σχολή, τό θειον τούτο καθίδρυμα, έν ώ) πρόκειται νά έκπαιδεύηται καί νά διαπλάσση η τρυφερά καί αθώα νεότης, πρέπει αείποτε νά στέκη ύπεράνω τών κομματικών παθών, καί ένώπιον ταύτης οφείλει καί θρασύτέρος τών κομματαρχών νά τρέμη, διότι εινε ιερά. Έκ τής τρυφεράς εκείνης νεολαίας, περί ής επιμελούνται μέν οί έφοροι καταβάλλουσι δ' άτρύτους πόνους οί διδάσκαλοι, έκ τής τρυφεράς έκείνης νεολαίας έξαρτάται τό μέλλον τής πατρίδος· έκ τής τρυφεράς έκείνης νεολαίας εκάστη πατρίς άναμένει τέκνα συνετά καί τίμια ώς κόσμον αυτής καί έγκαλλώπισμα. Καί όμως πόσον ολίγον λαμβάνονται ύπ' οψει ταύτα ύπό τών ολίγων τούτων έν Τριγλία ίσχυόντων, ώς καί πολλαχοϋ άλλαχοϋ. Πολλάκις ιδιωτικά συμφέροντα, προσωπική συμπάθεια καί άλλα τοιαύτα χειροτονοΰσιν τόν τε έφορον καί τον διδάσκαλον, άδιάφορον άν ο μέλλων νά έφορεύη ή νά δίόάσκη είνε ¬ άξιος μή. 'Η άγάπη καί ομόνοια πρέπει νά βασιλεύη πανταχού έν ταΐς καρδίαις πάντων περί κοινωτικών καί σχολικών προκειμένου πραγμάτων, πάθη δέ προσωπικά, συμπάθειαι καί τά τοιαΰτα όφείλουσι νά κατευνάζωνται καί νά σιγώσιν. Η πόλις σύσσωμος ώς έξ ενός στόματος πρέπει νά έκλέγη ώς ίθύντορας τών κοινωτικών τούς άξίους, εναρέτους καί ρέκτας έκ των πολιτών της, οίτινες ώς έπί το πολύ άποσύρονται μακράν έν κομματισμοίς, ούτοι δέ νά έκλέγωσι διδασκάλους πολυμαθέστερους και τιμιωτέρους, βέβαιοι δτι ούτοι μόνον έκπληροϋσι καρποφορώς τό καθήκον των και εΐνε ανεύθυνοι ένώπιον του παντεπόπτου και δικαιοκρίτου Θεοΰ. Η εμπειρία και μάθησις άφ' ενός καί άριστος ήθικός χαρακτήρ άφ' ετέρου πρέπει νά εΐνε τά δύο αναγκαιότατα έφόδια έκείνων, οίς η πατρίς μέλλει νά έμπιστευθή τάς αθώας και άπαλάς ψυχάς των μικρών και τρυφερών πολιτών της. Διότι τής παιδεύσεως ο σκοπός εΐνε διπλούς, ν' άναπτυχθή ¬ αφ' ένός τό πνεύμα διά πολλών καί ποικίλων ωφελίμων γνώσεων, νά διαμορφωθή δέ κατά Χριστόν καί η καρδία, ού άνευ τό πρώτον αποβαίνει άκαρπον, καί άν καρποφορή, καρποφορεί καρπούς δυσσεβείας καί άνηθικότητος. 'Αλλά πώς δύναται διδάσκαλος άλλους νά διδάσκη καί άλλων τήν καρδίαν ήθικώς νά διαμορφώση αύτός αστοιχείωτος ών καί πολλοίς ελκεσι βρύων; Μη δέ νομίση τις δτι ταΰτα λέγων μέμφομαι έμμέσως τους αξιότιμους διδασκάλους τών έν Τριγλία σχολών· άπαγε! άπ' έναντίας έκτιμώ αυτούς καί θεωρώ κατά πάντα άξιους τοϋ ΰψηλοϋ τής διδασκαλίας έργου καί μάλιστα τον ελλόγιμον σχολάρχην κ. Ξενοφώντα Δημητριάδην κόσμημα όντως τής Σχολής έκείνης· άλλά νομίζω δτι ταΰτα τά είρημένα εινε άναγκαιον νά λαμβάνωνται ύπ' δψει ου μόνον έν τη προσλήψει διδασκάλων, άλλά καί έν τή διατηρήσει τών ήδη διά τε τής διδασκαλίας καί τοϋ ήθους εΰδοκιμησάντων. Οΰδαμοϋ πρέπει οί άπαξ άναδειχθέντες ότρηροί τοϋ καθήκοντος θεράποντες ν' άναγκάζωνται ένεκα λόγων συμπάθειας πρός έτέρους διδασκάλους, δι' υποβιβασμών τοϋ μισθοϋ καί δι' άλλων άναξιοπρεπών μέσων νά έγκαταλίπωσι τόν άμπελώνα, έν τοσοΰτον οτραλέως είργάσθησαν· όπου οί διδάσκαλοι άλλάζονται «σάν τά υποκάμισα» έκεί οϋδεμία προκύπτει ωφέλεια διά νά ύπάρχη τοιαύτη απαιτείται σειρά τις έργασίας υπό τών αυτών ευδοκίμως γινομένης· τολμώ δέ νά διϊσχυρισθώ δτι άδόκιμος διδάσκαλος δύναται έν συνεχεία διδάσκων ν' άπενέγκη πλείονας καρπούς ή εύδόκιμοι μέν κατ' έτος δ' έκτόπως άλλασσόμενοι· καί τούτων μέν άλις. Έπανέλθωμεν δ' εις τήν περιγραφήν τών άξιοθεάτων τής κωμοπόλεως μερών.

Αί όδοί τής κωμοπόλεως εΐνε πολλαχού στεναί κα! ακανόνιστοι· μία μόνον παρά τάς δχθας τοϋ ρύακος εϊνε πλατεία καί κανονική, είς; ήν καί περιπατοΰσιν οι πολίται. 'Αξιόλογος περίπατος γίνεται ώσαύτως κατά τό εσπέρας καί είς τους λαμπρούς καί πολυδένδρους κήπους, οίτινες κείνται μικρόν έξω τής κωμοπόλεως· πορευόμενοι εϊς τούς κήπους τούτους καθ' έδόν συνηντώμεν τούς κατοίκους έπί όνων ώς τά πολλά έπιστρέφοντας είς τήν κωμόπολιν των έλαιώνων καί των αμπέλων των, όπου μέχρις έσπέρας είργάζοντο· συνηντώμεν ¬ αμάξας φορτηγάς μετ' ήχηρού τριγμού μετακομιζούσας διά βουβάλων καί βοών παντοειδή πράγματα- είδομεν δ' άπαξ καί τοϋτο το θαυμαστόν φαινόμενον, κύνα δηλ. κρατούντα τον χαλινόν όνου καί ούδενί κα! έπί θυσία αυτής τής ζωής του άλλω έπιτρέποντα τήν χαλιναγωγίαν. Πολλάκις εΐσήλθομεν όμού μετ' άλλων περιπατοΰντες είς τον παρά τή όδώ κήπον τού φίλου μου, όπου πλείστων έγευσάμεθα όπωρικών. 'Η μεγάλη αγάπη την οποίαν αισθάνεται ο φίλος μου προς τά δένδρα καί τά φυτά, οί μεγάλοι κόποι τούς οποίους έκάστοτε προς ευτρεπισμδν τού κήπου καταβάλλει, κατέστησαν τούτον άληθή παράδεισον, έν ώ καί ύδωρ γλυκύτατον ρέει καί διαυγέστατον, έξ ού έπιον διά τινος ομηρικής έποχής κυπέλλου, καί σύκα γλυκερά, κα! βότρυς πολυστάφυλοι, καί μήλα, καί δαμάσκηνα, καί κυδώνια, καί άπια καί πλεΐστ' άλλα τερψίθυμα όπωρικά· υπέρ τον κήπον τούτον καί τούς άλ.λους τούς παρακειμένους ύψούνται λόφοι κατάφυτοι έξ έλαιών κατακάρπων καί αμπέλων στεναζουσών ύπό τον φόρτον τών σταφυλών, καί λόχμαι καί νάπαι καί φάραγγες.

Εκ τών δλίγων τών άχρι τοΰδε περί τών μερών τής κωμοπόλεως εϊρημένων κατανοείται, ότι είς λόγον διασκεδάσεων, διεσκέδασα πολλάς άθώας καί τερπνάς διασκεδάσεις· έλλησμόνησα δέ νά σημειώσω ότι παρέστην καί είς τάς έξετάσεις τών τής κωμοπόλεως εκπαιδευτηρίων, ών τό άποτέλεσμα ύπήρξεν έν γένει ευάρεστον. Τί περιμένεις, αδελφέ, παρά διδασκάλων βασανιζομένων διά ξένας αμαρτίας ; Ο διδάσκαλος, ¬ όσον έμπειρος καί άν ή, δέν δύναται έντός ένός έτους νά μεταβάλη τούς μαθητάς είς λογίους, καί μαλιστα όταν ΰπάρχη παρά τοίς μαθηταίς άμέλεια καί στρεβλοτητος διδασκαλίας παμφανέστατα ίχνη, ώς κληρονόμημα τών συχνάκις άλλασσομένων προκατόχων του. Ο διδάσκαλος όμοιάζει τότε πρός οικοδόμον, όστις ευρίσκει μέν τινα έν τινι οικία οίκοδομουμένη θεμέλια, άλλ' έν αυτοίς τούς λίθους τάς πλίνθους τήν άσβεστον άτάκτως έρριμένα- τότε αναγκάζεται προς οικοδομήν άλλων στερεών θεμελίων νά κατασκάψη πρώτον παντελώς τά άτακτα έκείνα θεμέλια, και είτα έκ νέου άλλα αυτός νά οίκοδομήση· άλλ' οίκοθεν έννοεΓται ότι απαιτείται χρόνος, ώς προς τόν διδάσκαλον δε καί χρόνος μακρός καί διδασκαλία συνεχής.

Δύο μοναί αρκούντως έπίσημοι κεϊνται παρά την Τριγλίαν, ών η μεν λέγεται «Μονή των Πατέρων τοϋ Μιδικίου»,η δέ είνε έκτισμένη έπ' δνόματι τοϋ 'Αγίου Ίωάννου του Προδρόμου. Περί των μονών τούτων ολίγα είπών θ' αποπερατώσω τον περί Τριγλίας λόγον.
Μονή των Πατέρων του Μιδικίου.

Η μονή αυτή φαίνεται αρχαιότατη. Έν αύτή έμόνασε Νικήτας ομολογητής καί ηγούμενος αύτής (Άπριλ. 3) καί ο όσιος πατήρ Νικηφόρος ο¬ ομολογητής (814 Μαΐου 4). Έξωτερικώς παρουσιάζει καλήν τινα θέαν έπΐ καταφύτου θέσεως έκτισμένη καί ϋπό περικαλλών κήπων περιβαλλομένη, άλλ' έσωτερικώς η κατάστασις αύτής είνε οίκτρά κα! έλεεινή. Ύπάρχουσι μεν έν αυτή πλείστα δωμάτια πολλήν άναμίμνήσκοντα ευμάρειαν, άλλ' έν οΰδενί εύρηται τόγε νυν έχον σώον καί ΰγιες δάπεδον καί άκεραία θύρα, καί αυτοί δέ οί διάδρομοι είς τοσοΰτον άθλίαν εύρηνται κατάστασιν, ώστε μετά πολλής τής προσοχής κάί προφυλάξεως πρέπει νά περιπατή τις έκεϊ· διότι υπάρχει φόβος καί φόβος μέγας μήπως ύπόσαθρόν τι σανίδιον αίφνης κλασθέν κλάση καί τον πόδα τού διαβάτου. 'Εγώ τουλάχιστον παρακληθείς υπό του ήγουμένου μετά πολλής τής δυσκολίας παρεδέχθην νά πορευθώ διά τών διαδρόμων τούτων προς επίσκεψιν τής μονής καί τών δωματίων αύτής, ήν αδράνεια προηγηθέντων καλογήρων καί σπατάλη άπρεπής καί άνόνητος τών εισοδημάτων περιέστησαν είς τήν άθλίαν ταύτην κατάστασιν. 'Αλλά καί ο ναός έν τή μονή είς λυπηράν διατελεϊ κατάστασιν. Τά στασίδια παμπάλαια καί κατεαγότα, τό δάπεδον πολλαχοϋ άνισον καί κεκοιλωμένον, οί κέραμοι παμπάλαιοι καί συντετριμμένοι, οί τοίχοι ετοιμόρροποι, αί θύραι σκωληκόβρωτοι. Προς βελτίωσιν τής καταστάσεως ταύτης τής μονής δεν δύναται ποσώς να συντελέση ο μόνος έν αυτή μονάζων ¬ισόβιος αύτής ήγούμενος πατήρ 'Ιγνάτιος· διότι τά εισοδήματα αύτής νυν μόλις έπαρκοϋντα είς τά έξοδα οΰδέν παρέχουσι περίσσευμα πρός επιδιόρθωσίν τινα τής μονής. Η Μεγάλη όθεν τοϋ Χριστού 'Εκκλησία είθε νά λάβη τήν κατάστασιν τής μονής ταύτης, ήτις προσήρτηται τή Κεντρική Ιερατική Σχολή, ύπό σπουδαίαν έποψιν καί ύποβοηθήση τον ήγούμενον αυτής πρός άνακαίνισιν ένός τουλάχιστον μέρους καί τοϋ ναοϋ, διότι μετ' ολίγον, έάν άφεθή ούτω, θά καταρρεύση άπασα, καί έκεΐ όπου τανϋν εύρηται μονή, ίσως θά εύρίσκωνται μόνον έλεεινά έρείπια.

Μονή τοΰ 'Αγίου Ίωάννου του Προδρόμου. Η μονή αυτή, άπέχουσα μίαν περίπου τής Τριγλίας ώραν, κεϊται επί λαμπράς όντως θέσεως· έφ' ¬ ικανόν διέρχεται τις δι' αμπέλων ίνα φθάση εις αυτήν· έκεϊ δέ πρό τίνος έπιπέδου, πρό τής θύρας τής μονής κειμένου, μαγευτικόν παρίσταται θέαμα· η δ' αχανής θάλασσα, υπέρ ήν όψοΰται ο λόφος, έφ' ού η μονή, ότέ μέν γαληνιαία, ότέ δέ καί βροντώδώς προσκρούουσα έπί τών κάτωθι βράχων αποτελεί τινα ήχώ φοβέραν μέν ένίοτε, ήδυθροον δ' άλλοτε. Καί η μονή αυτή έσωτερικώς τε και έξωτερικώς εις έλεεινήν εύρηται κατάστασιν δέν έχει μέν τήν περιφέρειαν τής άλλης, άλλ' έχει κτήματα περίπου διπλάσια. Δύο τρία μόνον δωμάτια εύρηνται όλα έν αύτή, ο.δέ ιερός ναός καί ένταΰθα εις άθλίαν εΰρίσκεται κατάστασιν. Τί δέ νομίζεις, φίλε άναγνώστα, δτι εύρον έν αύτω, ότε άπήλθον εις προσκύνησιν ; "Ο,τι δέν δύναται ούδαμοΰ ούδέποτε ούδαμώς νά φαντασθή ευσεβής Χριστιανική συνείδησις. "Αχυρα έν ταύτη τή γωνία, κριθήν εις τήν άλλην, πίθους πλήρεις σίτου άλλαχοϋ. Ούτω δ' ο οίκος τοΰ Κυρίου δέν έτράπη μέν είς οίκον έμπορίου, έγένετο όμως άποθήκη κριθαρίου! Τί πρέπει νά είπη τις άρά γε βλέπων τοιαύτην βεβήλωσιν τοΰ ίεροΰ ; Έποίησα παρατηρήσεις τινάς εις τόν μόνον έν αυτή μονάζοντα ιερομόναχον κ. Φίλιππον, έκ Κεφαλληνίας όρμώμενον, όστις χώραν έκ χώρας άμειβομενος κατεσκήνωσεν έπί τέλους έν τή μονή ταύτη· μοί άπηντησε δέ δικαιολογών τήν αδικαιολόγητον πράξίν του, ότι η ύπαρξις τοιούτων πραγμάτων έν τω νοώ συμβαίνει μόνον κατ' έξαιρετικάς τινας περιστάσεις εξ ανάγκης, άλλ' άλλοι θετικώτατα διίσχυρίζονται ότι συμβαίνει πάντοτε, καί ότι ταΰτα ήραν πάσαν τών Χριστιανών πρός τήν μονήν εύλάβειαν. Παρέστησα τότε αύτώ τήν μεγάλην ευθύνην, ής ήτο υπεύθυνος, καί παντοιοτρόπως προσεπάθησα νά καταδείζω αύτω τό άτοπον τής τοιαύτης εξ ανάγκης δήθεν γινομένης βεβηλώσεως τοΰ ίεροΰ ναοΰ· ένώ έλεγον ταΰτα έστρεψα τήν κεφαλήν καί τά βλέμματα πρός τόν θόλον· οποία ύπήρξεν η έκπλ,ηξίς μου ότε είδον αύτόν έξ ήμίσεως σχεδόν ήμικεκαυμένον ! έρωτήσας έμαθον δτι έκάη, ώς καί μονή, έκ τίνος ρωμαντικοΰ έπεισοδίου δύο έν αυτώ διαιτωμένων κηφηνωδών και οίνοφλύγων καλογήρων. Καί τούτους μέν έλεήσαι καί οϊκτειρήσαι ο Κύριος- αλλά καί ο ηγούμενος δέν έφρόντισεν, άπό τοσούτου χρόνου έν τή μονή διατρίβων και τά εισοδήματα αυτής κατ' έτος μονώτατος καρπούμενος, δι' ολίγων χρημάτων να έπιδιορθώση τόν καέντα έκεϊνον θόλον; "Οτε έζέφρασα αύτω τήν απορίαν μου ταύτην, πλήθος παραπόνων έζεχΰθη ένώπιόν μου, ότι τά είσοδήματα δεν άνταποκρίνονται εις τά απολύτως αναγκαία. Επειδή όμως πλεϊστα έχει κτήματα η μονή, έπρεπεν ού μόνον ν' άνταποκριθή εις τά έξοδα αυτής τά σχετικώς έλάχιστα, άλλα και λαμπράν νά καταστήση, και εις άλλα φιλανθρωπικά κέντρα ένίοτε νά συνεισφέρη ο κατά καιρόν τά τής μονής διαχειριζόμενος μοναχός· ούτος ο άληθής προορισμός τών τόν μοναχικόν εϋσεβεί φρονήματι άσπαζομένων βίον, η άφοσίωσις δηλ. πρός ευεργεσίαν τοΰ πλησίον, και οΰχί ματαία πλήρωσις του βαλαντίου. Άν τά κτήματα τής μονής, πλεϊστα όντα, δέν άποφέρουσιν όσας έπρεπε προσόδους, τοϋτο προέρχεται έκ τής άδρανείας τοΰ διαχειριστοΰ και έκ μηδενός άλλου. Η Μ. τοΰ Χριστού Εκκλησία είθε νά λάβη καί ταΰτα ύπ' όψιν καί νά παραχωρήση τοιαύτας μονάς εις μοναχούς ρέκτας καί ωφελίμους τω γένει καί τή 'Εκκλησία· σπουδαΐον τότε χρηματικόν ποσόν δύναται νά διαθέση διά τής βελτιώσεως τών κατά την μονήν ταύτην υπέρ τής ιερατικής Σχολής, ή καί τό μοναστήριον τοΰτο είνε προσηρτημένον. Εΐνε ανάγκη άπαραίτητος τά κακώς κείμενα νά διωρθώνται, να τιμωρήται πανταχοϋ η άδράνεια, νά περιστέλληται η κακία.

Έν ώ εν πολλαϊς άθώαις διασκεδάσεσι διηρχόμην έν Τριγλία τον τής άναπαύσεως χρόνον, έν ώ καθ' έκάστην σχεδόν νέοις περιπάτοις επιχειρών νέας άνεκάλυπτον ευαρέστους καί λαμπράς τοποθεσίας, έν ώ κα¬θ' έκάστην νέας άνεκάλυπτον πηγάς καί έκ νέων γλυκερών καί διαυγών έπινον ύδάτων, έν ώ καθ' έκάστην ύπό την σκιάν πλατυσκίων δένδρων καθήμενος καί άλλοτε μεν πρός τήν φύσιν βλέπων καί ρεμβάζων, άλλοτε δε συνδιαλεγόμενος καί γελών, νέας άπεκομιζόμην εύαρέστους έντυπώσεις, έφθασε γράμμα τιμαλφές έξ Άπολλωνιάδος, δι' ού φίλος με προσεκάλει παρ' έαυτώ. Κατ' άρχάς μέν ένεκα τής ληστείας, ήτις δυστυχώς καταμαστίζει πολλά τών περιχώρων Προύσης, έφάνην λίαν βραδύς είς τήν άπόφασιν- άλλ' δτε έπληροφορήθην καλώς δτι οΰδείς έν τή όδώ ύπήρχε φόβος, τότε μακράν άφείς πάντα φόβον άπεφάσισα νά μεταβώ καί είς Άπολλωνιάδα.

Ήτο πρωία τοΰ Αύγουστου, δτε μετά τοΰ έν Τριγλίσ φίλου μου καί δύο άλλων άνεχωρήσαμεν- μόλις άνήλθομεν έπί τινων λόφων, δι' ών ¬ άγει οδός είς Άπολλωνιάδα, καί έξαίσιον θέαμα έθάμβωσε τους δφθαλμούς ημών, 'Ο ήλιος ήδη άνατείλας κατεφώτισε διά τών φαεινών αύτού άκτίνων τάς κορυφάς τών λόφων, οίτινες κατάφυτοι έξ έλαιών καί πολυβοτρύων αμπέλων λαμπράν παρεΐχον καί περικαλλή θέαν. Η άηδών έψαλλε τό ουράνιον αυτής άσμα- ο δέ κύκνος περί τον διά τών λόφων ρέοντα ρύακα, καί αί χελιδόνες έπί τών δένδρων άνεμίγνυον τήν γλυκύφθογγον αυτών μελωδίαν προς το καλλικέλαδον τών άλλων παντοειδών πτηνών άσμα. Τό θέαυα έκαλλύνετο έπί μάλλον και μάλλον όιότι καθ' οδόν συνηνπώμεν περικαλλείς τοποθεσίας, χωρία γραφικωτάτας κατέχοντα θέσεις, καί τά μέν ύπό Μωαμεθανών, τά όέ θφ' Ελλήνων οίκούμενα- άλλ' ούχ ήττον έξαίσιον θέαμα παρέστη πρό τών όφθαλμών ημών, ότε είδομεν μακρόθεν τήν Άπολλωνιάδα καί παρ' αυτή πεδία λειμώνας λοφίσκους. Καί η μέν Απολλωνίας έφαίνετο λαμπρά καί μεγαλοπρεπής έπί τής λίμνης Άπολλωνιάτιδος, αΰτη δ' ήρεμος καί γαληνιαία ώμοίαζε πρός κάτοπτρον έντός τοΰ οποίου, ώς τινες κηλίδες, έφαίνοντο διάφορα πλοιάρια. Καί πρό τών ποδών δ' ημών έξετυλίσσετο τών αγροτικών σκηνών η θέλκτικωτάτη καί τών αγροτικών θεαμάτων τό τελειότατον ποίμνιον άνά τήν πεδιάδα, δι' ής διερχόμεθα, διεσκεδασμένον, άνευ πολλού θορύβου άπήλαυε τών δωρων τής φυσεως, έν ώ ο κεκμηκώς ποιμήν έξηπλωμένος υπό τήν σκιάν βαθύσκιου δένδρου, έλαβεν άνά χειρας αμέριμνος τήν φλογέραν καί έπλήρου τον άέρα γλυκυφθόγγου μελωδίας, μεθ' ής ενίοτε άνεμίγνυον την φωνήν αυτών τά βελάζοντα πρόβατα. 'Η πεδιάς αϋτη έκτείνεται όπισθεν τής Άπολλωνιάδος, εΰρίσκονται δ' έπ αυτής και πολλοί αμπελώνες άνήκοντες τοϊς κατοίκοις τής πόλεως, περί ης ρητέα τά ολίγα ταΰτα.

Η Απολλωνιάς, κλιθεΐσα οϋτως ή εκ τίνος γυναικός 'Απολλωνίας ώς θέλουσι τινες, εκ τίνος ίσως παρ' αυτή περιφήμου ναοΰ τοϋ 'Απόλλωνος, είνε πόλις τής Έλάσσονος 'Ασίας έν Μυσία, κείμενη κατά τό ΒΑ τής λίμνης Άπολλωνιάτιδος. Περί τών οικιών αυτής καί τών οδών καί ένταϋθα ούδέν εγομεν απολύτως νά σημειώσωμεν εΰάρεστον. Αί οίκίαι, εις 1000 περίπου συμποσούμεναι, είνε τό πλεϊστον παλαιαί καί ξύλιναι, αί οδοί στενόταται, οΰδέν δ' ούδέ δημόσιον οικοδόμημα διακρίνεται έν τή πόλει ως καλλιτέχνημα. Η περιοχή τής πόλεως είνε σμικρά καί δυσανάλογος πρός τόν αριθμόν τών κατοίκων, ακριβώς δ' ένεκα τής συμπυκνώσεις τών οικιών μακρόθεν παρουσιάζει μεγαλοπρεπή τινα θέαν. Καλόν θά ήτο άν, οί κάτοικοι οί θέλοντες νά οίκοδομώσιν άπό τοϋδε οικίας ώκοδόμουν αύτάς έπί τίνος λόφου απέναντι κειμένου καί όλίγιστον άπέχοντος, οπού λαμπρόν ήθελον καί εΰάρεστον προξενή έντύπωσιν. Η Απολλωνιάς κατά τον χειμώνα μεταβάλλεται εις νήσον ένεκα τής υπερβολικής αύξήσεως τών ϋδάτων τής λίμνης· τότε όέ μεταβαίνουσιν εις αυτήν δια ξύλινης γέφυρας. Είνε δέ αρχαία πόλις έχουσα λείψανα άξια λόγου ισχυρών καί στερεών τειχών, έξ ών εικάζεται ότι η πόλις έχρησίμευσεν άλλοθ' ώς κέντρον ίκανού πολιτισμού καί ώς ισχυρόν φρούριον. Στερούμενο; και της έλαχίστης περί τά αρχαιολογικά έμπειρίας δέν δύναμαι νά είπω πολλά και όρθά περί των τειχών τούτων. Ταϋτα μόνον σημειώ, ότι σώζεται έν καλή πως καταστάσει πύλη τιε, έφ' ής φαίνεται ότι ύπήρχεν οίκημά τι τεθολωμένον, αγνοώ δ' όμως προς τίνα χρήσιν. Έπί τίνος παραθύρου τοϋ οικήματος τούτου σώζεται γεγλυμμένος μικρός σταυρός, έξ ού πολλοί καί μάλιστα οι παλαιότεροι τών κατοίκων διατείνονται ότι ύπήρχεν άλλοτ' αυτόθι ναός. Υπάρχει δε καί τις έπιγραφή έπί τίνος καλώς διατελούντος λειψάνου τοϋ τείχους, έφ' ου σώζονται καί τινα άνάγλυφα. Τής επιγραφής μή σωζομένης πλήρους, δεν ήδυνήθην να έζαγάγω έξ αύτή; τελείαν τινά έννοιαν'· άλλ' έπειόή άρχεται διά τών ΚΑΙΣΑΡ ΤΡΑΙΑΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, δηλοϊ ίσως οτι έκτίσθησαν επ' αύτοϋ τά τείχη ή τουλάχιστον άνεκαινίσθησαν. Πολλά δύναται έξιχνιάζων νά μάθη τώ δντι έν τή πόλει ταύτη ο περί τάς άρχαιολογικάς έρεύνας ένασχολούμενος. Πολλά πήλινα άγγεία καί άγαλμάτια άνευρίσκονται έν τή νϋν κατασκευαζομένη άμαξιτή όδώ, καί τοι αί πρός έπιπέδωσιν τής οδού άνασκαφαί εινε έπιπόλαιοι· εύρέθησαν δέ καί δύο κενά μνήματα καί πολλοί μεγάλοι καλώς λελαξευμένοι τετραγωνικοί λίθοι έξήχθησαν. Εκ τούτων δέ καταφαίνεται ότι πόλις έξετείνετο άλλοτε καί έκτος τοϋ περιβόλου τής νϋν σωζομένης, καί ότι, άν ένηργοΰντο ύπό τών άρχαιολόγων άνασκαφαί έπί τών τόπων έκείνων, πολλά τινα άρχαιολογικά ευρήματα ήθελον άναμφιβόλως εύρεθή. Πολλήν άρχαιολογικήν σημασίαν έπίσης έχει και τι νησίδιον έν τή λίμνη, Μ α ν α κ ο ύ δ α ύπό τών κατοίκων λεγόμενον. Άπαν περιβάλλεται ύπό τοίχου έκ κανονικωτάτων λίθων άριστα συνηρμοσμένων, όστις ένιαχοΰ είνε διπλούς έκτεινόμενος έν είδει προκυμαίας καί καταλήγει εις ήμικύκλιον. 'Έν τινι μέρει αύτοϋ φαίνονται έπί τών λίθων κατεσκευασμένοι διά λαξεύσεως κρίκοι λίθινοι, είς ούς, ώς φαίνεται, προσεδένοντο πλοία καί λέμβοι. Περί του νησιδίου τούτου φέρεται ιστορικόν τι γεγονός παρεμφερές πρός το έν Πόντω περί νεάνιδος υπερασπιζομένης τό φρούριον Κορδύλης (Άλτζά καλέ) λεγόμενον, καθ' ό το φρούριον παρεδόθη καί κατεστράφη δι' άπάτης ύπό τίνος εις έπίτοκον γυναίκα μετασχηματισθέντος άρνησιχρίστου. (ΐδε Περικλ, Τριινταφυλ, Φ«Υ· Προλ. οελ. 29).

Ότε έπεσκέφθην τό πρώτον τό νησίδιον, ιδού τί είκασα περί αύτοϋ. Επειδή εινε λίαν μικρόν καί οΰ πολλοϊς κατοικήσιμον, ύποτίθημι δτι ύπήοχεν άλλοτ' έπ' αυτοΰ μεγιστάνος τίνος πλουσίου οικία μεγάλοπρεπής καί λαμπρά. 'Επειδή δ' όμως σώζονται καί τινα λείψανα, στήλαι καί τά τοιαϋτα προδίδοντα ύπαρξιν ναού, ίσως υπήρχε καί ναός τις προς θρησκευτικήν χρήσιν τοϋ μεγιστάνος· άλλ' ο μετ' έμού έπισκεφθείς τοΰτο ιατρός τής Άπολλωνιάδος, άποκρούων τήν εικασίαν μου ταύτην, διετείνετο καί καλά ότι έπί τοϋ νησιδίου ύπήρχον πολλοί άλλοτ' οίκίαι καί άκμαΤος πολιτισμός, έπ' ούδεμιας βάσεως στηριζόμενος· άλλα διά τό «χατήρί του» κατεχώρισα καί τήν γνώμην ταΰτην ένταϋθα. Έκτος του νησιδίου τούτου ΰπάρχουσι καί άλλαι έν τή λίμνη, ήτις έχει ικανήν έκτασιν τριγωνικού σχήματος καί παράγει πολλούς ιχθύς καί νοστιμωτάτας καραβίδας, άς εϊδομεν τας γυναίκας, έν τή λίμνη μέχρι τοϋ τραχήλου βεβυθισμένας, νά άλιεύωσι. Τό ύδωρ αυτής χρησιμεύει τοϊς κατοίκοις πρός όλας αυτών τάς άνάγκας, ενεκα δέ τών άναθυμιάσεων τό κλίμα τής Άπολλωνιάδος δέν εΐνε τοσοϋτον εύάρεστον καί ταϋτα μέν περί τούτων.

Οί δέ κάτοικοι ζώσιν έκ τής ναυτιλίας καί έκ τών ιχθύων, ους έκ τής λίμνης άφθόνως άλιεάοντες πωλοΰσιν εις Βουλγαρίαν καί Θράκην άλίζοντες. Δέν έλλείπουσιν όμως καί άλλα βιοποριστικά έργα, ικανά δ' έν τή πόλει εύρηνται και έργαστήρια καί παντοπωλεία, πρός δέ καί δύο άτμόμυλοι. Περί τών κατοίκων, οίτινες σημειωτέον ότι ζώσιν έτι «πατριαρχικώς », δίκαιον θεωρώ νά γράψω ταϋτα. Καί τοι καί ένταϋθα υπάρχουσι περιθαλπόμενα σπέρματά τινα διχονοίας, καί πολλάκις τις αύθάδως καί αύθαιρέτως πειράται νά διατάξη τά τής κοινότητος, άλλ' έν τούτοις άκούεται ώς έπί τό πλεϊστον καί μεθ' δλας τάς ύπό τών θρασυτέρων άνταλλασσομένας ενίοτε ύβρεις φωνή τών όρθώς σκεπτομένων, καί τά κολαβρίζοντα παιδάρια άπέναντι τών πολιών καί συνετών γερόντων έπί τέλους σιγώσι καί κρύπτονται. Καθώς σπάνιον βιβλίον άνευ σφάλματος καί άνορθογραφίας, εΐπέ τις τών νεωτέρων ποιητών, ούτω καί πόλις σπανία άνευ κακοηθείας. Ευτύχημα λοιπόν εΐνε νά άκουηται η φωνή τών όρθώς φρονούντων καί τά σωτήρια παραινοΰντων, άδιάφορον δ' άν άλλοι δίκην κυνών ύλακτουντων πλατεί τώ στόυατι και αΰθάδει τή γνώμη ωρύονται. "Οσον δ' άφορά εις τά λοιπά, οΐ κάτοικοι τής Άπολλωνιάδος χαρακτηρίζονται έπί δυο μεγάλαις άρεταΐς, αΐτινες εύχομαι ίνα διατελώσιν άείποτε τό θέμεθλον τής έν τώ κόσμω τούτω ζωής πάντων τών άνθρώπων· έχουσι δηλονότι πίστιν άκραιφνή εις τον Θεόν καί ευσέβειαν περί τά θεία, άγάπην τοϋ πλησίον καί φιλοξενίαν μεγάλην. Δεν ΰπάρχουσι μέν παρ' αϋτοϊς πολυτελή καί πολυποίκιλα ένδύματα, ούδ' Ευρωπαϊκής λεπτολόγου διανοίας ασεβή καλλωπισμού επινοήματα, άνδρες δε καί γυναίκες έξακολουθοϋσιν ετι φοροϋντες σ α λ β ά ρ ι α, άλλ' έν τούτοις υπό τά άπλά εκείνα ένδύματα και τά ταπεινά σ α λ β ά ρ ι α κρύπτεται ψυχή πιστή τώ Θεώ καί άναθή, μή μολυνθεϊσα ετι ΰπό τής νοσηράς άτμοτφαίρας τού κακώς νοούμενου πολιτισμού. Η δ' ανθρώπινη άζία δέν μετρείται έκ τών λαμπρών καί καλλιτεχνικών ενδυμάτων, άτινα καλύπτουσι τήν γαστέρα τών κοιλιόδουλων, άλλ' έκ τής εύαρέστου καταστάσεως τής ψυχής καί τής ήθικότητος του βίου, ήτις όντως διαλάμπει φαεινότατα έν τοΐς άπλοίς έτι καί άθώοις τών τής Άπολλωνίάδος πολιτών ήθεσι. Πρός ταίς άρεταΐς ταύταις έχουσι καί απεριόριστον φιλομουσίαν, αί δέ σχολαι αυτών εις εύάρεστον σχετικώς εύρηνται κατάστασιν. 'Ενταύθα του λόγου γενόμενος αρμόδιον θεωρώ νά σημειώσω, ότι εύρυθμος τής κοινότητας ταύτης κατάστασις καί τών σχολείων πρόοδος όφείλεται κατά μέγα μέρος εις τον αρχιερατικόν έπίτοοπον τοϋ Άγίου Νικομήδειας αίδεσιμώτατον κ. παπά Χριστόδουλον, οστις ούδενός φείδεται πόνου όπως καταστήση αξιόζηλον τήν τής πατρίδας αύτοΰ πνευματικήν κατάστασιν.

Περί τών τόπων δέ, εις ούς χάριν διασκεδάσεως μετέβημεν, όλίγα είπών, καταστρέψω καί τόν περί Άπολλωνιαδος λόγον. Οί κυριώτεροι τών τόπων τούτων εινε α) τό Άκσίμπουναρ, ένθα εύρηνται κήποι λαμπροί καί αμπελώνες τών κατοίκων τής Άπολλωνιάδος· κείται δ' έναντι ταύτης, πέραν τής λίμνης, έχει δέ καί ύδωρ- διαυγέστατου καί γλυκΰτατον. β') η νήσος , τοΰ Αγίου Κωνσταντίνου, έφ' ής εΰρηται μονή, ής τά μέν κελλία εινε ήρειπωμένα, σώζεται δ' ο ναός άλλ' είς ελεεινήν κατάστασιν είνε δέ κατάφυτος νήσος έξ έλαιών, άλλ' είνε λίαν παρημελημένη· εϋρίσκονται δ' έπ' αυτής ολίγοι τινές έργάται, ών παροιμιώδης εκεί κατέστη αδράνεια καί ¬οκνηρία. γ') νήσος Μανακοΰδα, περί ής εΐπομεν ικανά ανωτέρω, καί ήτις εινε τόγε νΰν εχον πλήρης άκανθών καί τριβόλων, δ'.) Τό νεκροταφεΐον, κείμενον επί τίνος λόφου, έφ' ου ευρίσκονται καί τινες ϋπερύψηλοι κυπάρισσοι· ο λόφος ούτος διαπνέεται πάντοτε ΰπό δροσερού άέρος, έπ' αυτού δέ τις Ιστάμενος βλέπει άφ' ενός μέν τήν άλλοτε ηρεμούσαν άλλοτε δέ κυματιζομένην έπιφάνειαν τής λίμνης, άφ' έτέρου δέ τάς έν αυτή κατάφυτους νήσους, τά απειροπληθή πλοιάρια, τους πέραν κειμένους πολυδένδρους κήπους, τά υπέρ τούτους εντός λοφίσκων χλοερών κείμενα χωρία, άλση, δρυμώνας, καί πολλά άλλα τοιαϋτα.

Μετά πολλάς διασκεδάσεις, άς έν τοΐς τόποις τούτοις διεσκεδάσαμεν, έπεστρέψαμεν όμοΰ μετά τών φίλων είς Τριγλίαν, όπου διαμείνας έπί τινας ημέρας, μετέβην καί εις τόπον τινά όνομαζεμενον «χωνεμένον», διότι τό έν αύτώ ύπαρχον ΰδωρ ουντελεστικώτατον λέγεται εις χώνευσιν. Άλλ' έπρεπε νά έπανέλθω πλέον έκει, όπού μέ έκάλει το καθήκον μου· άνεχώρηαα λοιπόν έκ Τριγλίας έχων ύπ' όψει τό δημώδες έκεϊνο δίατιχον.

    Χόρευε κυρά Μαρού
    Άλλ' έχε κ' έννοια του σπητιού.


Εν Κωνστ/πόλει.
Ι.Ω.

Ευγενία Μυτιληναίου

Πολύ καλά έκανες και έβαλες όλο το κείμενο.

Για τον λόγο αυτό είχα δώσει το link.

Προσθέτω και για τα τρία τεύχη:
Τεύχος 40: http://digital.lib.auth.gr/record/139828
Τεύχος 41: http://digital.lib.auth.gr/record/139829
Τεύχος 42: http://digital.lib.auth.gr/record/139830
Τεύχος 43: http://digital.lib.auth.gr/record/139831




Μάκης Αποστολάτος

Για λόγους δεοντολογίας, συμπληρώνω ότι, όπως διαπίστωσα εκ των υστέρων, ο Βασίλης Σακελλαρίδης είχε αναρτήσει την 24/6/2016 σχετική ενημέρωση, με παράθεση των τεσσάρων τευχών του περιοδικού ΑΣΤΗΡ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ που βρήκε στη βιβλιοθήκη του ΑΠΘ.
https://www.triglianoi.gr/index.php?topic=1454.msg2232#msg2232