ΜΠΑΧΑΡΙΚΑ- Μπαχάρογλου, Μυρωδής

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 11 Μαρτίου 2010, 07:41:30 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΜΠΑΧΑΡΙΚΑ- Μπαχάρογλου, Μυρωδής

Το οικογενειακό όνομα (επώνυμο) Μπαχάρογλου ήταν ένα παλιό επώνυμο στην Τρίγλια. Ο καπετάν- Σάββας Μπαχάρογλου ήταν πατέρας του παπά- Σταύρου. Από τον παπά Σταύρο, το επώνυμο Μπαχάρογλου έγινε Παπασταύρης ή Παπασταύρος  και τελικά κατέληξε στο επώνυμο Σταυρίδης που υιοθετήθηκε από τους αδελφούς Δημοσθένη Σταυρίδη και Δημήτριο Σταυρίδη, καθηγητές.
Ο Δημοσθένης Σταυρίδης (διετέλεσε και δάσκαλος στην Τρίγλια την εποχή που ο Χρυσόστομος Σμύρνης  πήγαινε στο σχολείο της πατρίδας) ήταν πατέρας των αδελφών Σταύρου, Γιώργου και Αρίωνα Σταυρίδη, που βοήθησαν με κάθε τρόπο τους Τριγλιανούς που ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα και κυρίως ενδιαφέρθηκαν για την εγκατάσταση και αποκατάστασή τους στη Ραφήνα.  
Μπαχάρογλου είναι το παιδί του μπαχάρη. Υπάρχουν δύο εκδοχές για το πώς προήλθε το επώνυμο Μπαχάρογλου. Η μια εκδοχή  και η πιο ισχυρή είναι ότι ο πατέρας του Μπαχάρογλου  πουλούσε μπαχάρια, ήταν μπαχαροπώλης ή  έφερνε μπαχαρικά στην Τρίγλια (επαγγελματικό επώνυμο). Η άλλη εκδοχή είναι να  προέρχεται από το βαφτιστικό Μπαχάρης (το θηλυκό Μπαχαρή),  όνομα από την ελεύθερη αντίληψη του λαού για την ιδιότητα της ευωδίας, για το αρωματικό (βαφτιστικό επώνυμο).    
Μπαχαρικά είναι γενική ονομασία  προϊόντων που προέρχονται από ορισμένα φυτά και έχουν αρωματική, πικάντικη  και καυστική γεύση. Ονομάζονται καρυκεύματα και μυρωδικά στη μαγειρική και στη ζαχαροπλαστική. Τα μπαχαρικά είναι αποξηραμένα μέρη  ενός φυτού,  φύλλα, σπόρια, άνθη, καρποί, ρίζες, βολβοί, φλοιοί. Το μπαχάρι είναι είδος μπαχαρικού, ο αρωματικός καρπός του φυτού ινδοπέπερι (ινδικό πιπέρι). Μπαχάρια εννοούμε οποιοδήποτε είδος μπαχαρικού. Το μπαχαρικό προέρχεται από τη  τουρκική λέξη  bahar που σημαίνει άρωμα, μυρωδικό άλλα και έαρ, άνοιξη (Γκιούλ-Μπαχάρ= Ρόδο της Άνοιξης). Τα γνωστότερα μπαχαρικά είναι: το πιπέρι (μαύρο και λευκό πιπέρι), η καυτερή και η γλυκιά πιπεριά, η κόκκινη πιπεριά(τσίλι), η ρίγανη, το θυμάρι,  η δάφνη, το κύμινο, το σκόρδο, η κάππαρη, το κάρυ, το γαρύφαλλο, το σουσάμι, ο βασιλικός, ο άνηθος, ο δυόσμος, αποξηραμένο σέλινο,  το δεντρολίβανο, o μάραθος, ο γλυκάνισος, η κανέλα και το κανελόξυλο, το μαχλέπι, το μοσχοκάρυδο, η καρύδα, το κάρδαμο,  η πιπερόριζα (τζίνζτερ), η μαστίχα, η βανίλια, σπόροι λεβάντας, το σαφράνι (κρόκος) κ.α.   Πολλά από αυτά και άλλα πολλά έρχονταν στην Πόλη από την Αίγυπτο, την Αραβική Χερσόνησο και την Ινδία. Στην Πόλη υπήρχε το Μisir Carsisi (αιγυπτιακό παζάρι των μπαχαρικών). Οι Τριγλιανές μαγείρευαν καταπληκτικά και έφτιαχναν γλυκά με πολλά μπαχαρικά.

Υπάρχει επίσης Τριγλιανό επώνυμο Μυρωδής. Κατά μια εκδοχή, το επώνυμο  προήλθε από το επάγγελμα, δηλαδή  πουλούσε μυρωδικά, μπαχάρια. Μυρωδικό είναι η γενική ονομασία προϊόντων φυτικής προέλευσης με αρωματική οσμή ή πικάντικη γεύση που χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως αρτύματα (μπαχαρικά). Γνωστή είναι η φράση «μαγειρεύει με πολλά μυρωδικά». Κατά άλλη εκδοχή, το επώνυμο Μυρωδής(το θηλυκό Μύρω) προέρχεται από βαφτιστικό όνομα της ελεύθερης αντίληψης του λαού, για την ιδιότητα του αρώματος, για την μυρωδιά και την ευωδία.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.

Πηγές: 1.«Γεωγραφία της Μ.Ασίας» Παντ. Κοντογιάννης, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1921.
2. « Ελληνικό Λεξικό», Τεγόπουλος- Φυτράκης, Ελευθεροτυπία 1993.
3. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1998.
4."Τρίγλια Βιθυνίας", Θανάση Πιστικίδη, Ραφήνα- Οκτώβρης 1983.
5. «Τα Νεοελληνικά κύρια ονόματα, ιστορικώς και γλωσσικώς ερμηνευόμενα», Αθανάσιου Χ. Μπουτούρα, Εν Αθήναις 1912
( Ανατύπωση «Επικαιρότητα»).
6.Μενέλαου Δημητριάδου, «Λεξικόν Ελληνο-Τουρκικόν, Τουρκο-Ελληνικόν», Εκδόσεις Κακουλίδη 2001.
7.« Λεξικό των ξένων λέξεων στην Ελληνική γλώσσα», Ηλία Ι. Κωνσταντίνου, Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1992.
8. Εγκυκλοπαίδεια «Νέα Δομή»
9. Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία».