Η ΤΡΙΓΛΙΑ ΚΑΙ Η ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗ

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 03 Σεπτεμβρίου 2012, 09:38:55 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός



ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΗΣ ΤΡΙΓΛΙΑΣ
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΚΚΙΝΙΔΗ

Χάρτης που απεικονίζει την ΤΡΙΓΛΙΑ και την ευρύτερη γύρω περιοχή.

Περιλαμβάνει:
1)  Την Τρίγλια και όλα τα παράλια του δεξιά εισερχόμενου στον Κόλπο της Κίου
2)  Την περιοχή Προύσα- Κίος,
3)  Προύσα- λίμνη Απολλωνιάδας- Μιχαλίτσι-Ρύνδακος ποταμός που χύνεται στην Προποντίδα (Σαξ-Καβέ) 
4)  Όσα χωριά περιλαμβάνονται μέσα σ' αυτή την περιοχή, όπως τα Πιστικοχώρια.

Τον καταπληκτικό αυτό χάρτη φιλοτέχνησε ο αείμνηστος πατριώτης μας από τις Σέρρες Γιάννης Κοκκινίδης.
Δημοσιεύθηκε στα «Τριγλιανά Νέα», Φυλ.8, 15/12/1976.
Τον χάρτη ανατύπωσε τότε για την εφημερίδα ο Αναστάσιος Χατζήπαππου.

Στάθης Δημητρακός



Και ας ξεκινήσουμε την περιήγησή μας στην Προποντίδα, την Τρίγλια και τις γύρω περιοχές από την Τρίγλια.
Ο Κιανός Κόλπος, η Σιγή, το Αρβανιτοχώρι, οι Ελιγμοι, η Κίος, η Καλόλιμνος.

Το αφιέρωμα θα πραγματοποιηθεί σε συνέχειες με διαφορετικά κάθε φορά χωριά και διαφορετικές τοποθεσίες.


H ΣΙΓΗ

Η Σιγή ήταν η πιο κοντινή παραλιακά κωμόπολη στην Τρίγλια. Ο κόλπος της Κίου στα Τουρκικά λέγεται «ινδίρ λιμάν» δηλαδή λιμάνι των σύκων, από τις άφθονες συκιές που υπάρχουν στα παραλιακά χωριά του κόλπου.
Η Σιγή πήρε το όνομα του από την παραφθορά της λέξης Συκή, από το Συκή έγινε Συγκή, μετά Συγή και τελικά Σιγή. Η Σιγή ήταν ανθηρά και όμορφη παραλιακή κωμόπολη, ελληνικότατη με 4.000 κατοίκους περίπου, ανάμεσα στην Τρίγλια και τα Μουδανιά. H αγροτική περιοχή της Σιγής ήταν μικρή κα πετρώδης. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την ελαιοκαλλιέργεια και την σηροτροφία, όμως είχε πολλούς ψαράδες και εμπόρους. Είχε εμπόρους εγκατεστημένους στην Κωνσταντινούπολη.

Η Σιγή μολονότι είχε μικρή παραγωγή, είχε ανθηρά οικονομία. Ανέδειξε άριστους επιστήμονες, γιατρούς καθηγητές και ιεράρχες. Σιγηνοί ήταν ο Πατριάρχης του Οικουμενικού Θρόνου Κωνσταντίνος Αράμπογλου, ο τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου Δωρόθεος Μαμμέλης, που σφαγιάστηκε από τους Τούρκους, ο επίσκοπος Ναζαρέτ Θεοφάνης Παπαδόπουλος και άλλοι διακεκριμένοι αρχιερείς. Δασκάλους και καθηγητές πολύ σημαντικούς με ευρωπαϊκές σπουδές , όπως ο Κωνσταντίνος Καλλίας,  ο Χρ. Αυγουστόπουλος κ.α. Στη Σιγή γεννήθηκε ο  ποιητής και γιατρός Απόστολος Μαμμέλης (Σιγή 1876- Αθήνα 1835).  Έχει παλιό Βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών (Αρχαγγέλων) που θεωρείτο η πλουσιότερη εκκλησία όλης της Βιθυνίας. Σήμερα το χωριό ονομάζεται Kumyaka.

ΤΟ ΑΡΒΑΝΙΤΟΧΩΡΙ
To Αρβανιτοχώρι, παραλιακό χωριό, κτισμένο 3-4 χλμ.δυτικά των Μουδανιών, στην ίδια περίπου απόσταση ανατολικά της  Σιγής, σε μαγευτική τοποθεσία. Η θέα της θάλασσας και οι καταπράσινοι ελαιώνες δίνουν στο χωριό μια πανέμορφη όψη. Σε λοφίσκο υψωνόταν ο ναός της Θεοτοκομήτορος Άννας που χτίστηκε το 1882 Κατεδαφίστηκε κατά την Μικρασιατική Καταστροφή από τους Κεμαλικούς με βόμβες.
Για την ίδρυση του Αρβανιτοχωρίου υπάρχουν δύο παραδόσεις . Ιδρύθηκε στα μέσα περίπου του 18ου αιώνα.  Η μια παράδοση από τον κώδικα της Παλαιάς Εκκλησίας αναφέρει ότι 7 οικογένειες- συγγενείς μεταξύ τους- ξεκίνησαν από την περιοχή των  Βιτωλίων  (Μοναστήρι)  μετανάστευσαν εκεί και έχτισαν το χωριό. Η άλλη παράδοση λέει ότι το χωριό κατοικήθηκε από Ηπειρώτες, τους οποίους εκεί τους ονόμαζαν Αρβανίτες και έτσι το χωριό ονομάστηκε Αρβανιτοχώρι. Στο χωριό μιλούσαν όλοι ελληνικά, κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες. Στην ανάπτυξη του χωριού συντέλεσε η άφιξη(1860)του Φρανσουά Βίτσινο, επιχειρηματία και εμπόρου λαδιού,ο οποίος έχτισε τεράστιο ελαιοτριβείο με άρτια μηχανήματα και ελαιοαποθήκη. Το παραγόμενο λάδι ραφιναριζόταν και τοποθετούνταν μέσα σε σφραγισμένες φιάλες  και στέλνονταν στην Ευρώπη. Την  περιοχή μεταξύ Αρβανιτοχωρίου και Σιγής, που ήταν πετρώδης την μετέτρεψε σε εύφορους αμπελώνες. Απασχολούσε πληθώρα εργατών , όχι μόνο από τους κατοίκους, αλλά και από τα Μουδανιά. Πολλές οικογένειες εγκαταστάθηκαν τότε στο Αρβανιτοχώρι. Το χωριό αποτελούσε τόπο παραθερισμού για τα πλούσιες οικογένειες της Προύσας και των  Μουδανιών . Επίσης ήταν τόπος περιπάτου και βαρκάδας από τα Μουδανιά. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την ελαιοκαλλιέργεια, την αμπελουργία και τη σηροτροφία. Το 1915 αναγκάστηκαν να εκκενώσουν το χωριό και μετακινήθηκαν προς το μεσόγειο χωριό την Πλατύαινο ή Πλατίανο όπου έμειναν μέχρι το 1918. Όταν επανήλθαν στο χωριό, βρήκαν τα σπίτια τους ερειπωμένα. Χρειάστηκαν νέοι αγώνες και θυσίες για να επανέλθει ο παλιός ρυθμός του χωριού. Το 1922, είχε 1100 κατοίκους, οι οποίοι  εγκατέλειψαν οριστικά το χωριό. 


TA ΜΟΥΝΤΑΝΙΑ

Παραλιακή πόλη του Κιανού κόλπου της Προποντίδας, στο βάθος του ομώνυμου όρμου. Απέχει  12 χλμ. από την Τρίγλια. Η πόλη ιδρύθηκε κατά την αρχαιότητα ως αποικία της Κολοφώνας (Ε' αιώνας π.Χ.) των αποίκων αρχηγός ήταν ο Μύρλος  και ονομάστηκε Μύρλεια, έπειτα ονομάστηκε Απάμεια, από το όνομα της συζύγου του Προυσία Α', η οποία λεγόταν Απάμα. Η Απάμεια ανήκε στους βασιλείς της Βιθυνίας μέχρι το 73 π.Χ., οπότε υποτάχθηκε στους Ρωμαίους . Κατά τους χρόνους του Χριστιανισμού, η Απάμεια φάνηκε πρόθυμη να αποδεχθεί τη νέα θρησκεία. Ο Απόστολος Πέτρος μεταβαίνοντας στη Βιθυνία, πέρασε από την Απάμεια.  Κατά τον Μεσαίωνα ονομάστηκε Μontagnae, του ονόματος αυτού παραφθορά είναι το σημερινό Μουντανιά (Μουδανιά). Τα Μουντανιά είναι επίνειο της Προύσας με την οποία συνδέεται σιδηροδρομικώς.   
Το λιμάνι των Μουδανιών (Σκάλα του Μουδανιού) ήταν  λιμάνι με μεγάλη σπουδαιότητα, από το οποίο εξυπηρετούνταν οι πόλεις της Προύσας, του Ερτογρούλ και του Αφιον Καρά Χισάρ, προσέδιδε στην πόλη των Μουδανιών ρόλο οικονομικού κέντρου της περιοχής. Είχε εμπόριο ζωηρότατο. Πριν την Μικρασιατική Καταστροφή  είχε 8.500 κατοίκους .Η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων, ήταν Έλληνες (7.000 Έλληνες). Οι Μουντανιώτες κατέφυγαν πρόσφυγες στην Ελλάδα και ίδρυσαν (1923) τα Νέα Μουδανιά Χαλκιδικής. 



ΤΟ ΝΕΟΧΩΡΙ

Παράλιο χωριό που βρίσκεται μεταξύ Μουδανιών και Ελιγμών. Απέχει  4 χλμ. νοτιοανατολικά  από τα Μουδανιά. Κατοικήθηκε τον 19ο αιώνα (Νέο-χώριον) από 140 περίπου οικογένειες Χριστιανών ορθοδόξων. Oι Τούρκοι το έλεγαν Μπουργκάζ=πύργος. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την μεταξοσκωληκοτροφία, την ελαιοκομία, την αμπελουργία και το ψάρεμα. Το κλίμα του χωριού ήταν υγιεινό. Κατά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού και την αναχώρηση των κατοίκων, ο ιερός ναός και  μεγάλο μέρος του χωριού πυρπολήθηκε.   

Η ΜΥΣΟΠΟΛΙΣ ή ΜΙΣΟΠΟΛΙΣ ή ΜΕΣΑΙΠΟΛΙΣ

Απέχει 7-8 χλμ. από τη θάλασσα  και 7-8 χλμ. από τα Μουδανιά επάνω στον αμαξιτό δρόμο Μουδανιών-Προύσας. Λείψανο παλαιάς ακμής όπως φανερώνει το αρχαϊκό όνομά της.   
 

OI ΕΛΙΓΜΟΙ ή ΕΛΕΓΜΟΙ ή ΛΙΓΟΥΜΟΙ ή ΚΟΥΣΟΥΡΜΛΗ

Παράλια ελληνική κωμόπολη του Κιανού κόλπου χτισμένη περίπου 10 χλμ. Α των Μουδανιών και 14 χιλιόμετρα ΝΔ της Κίου. Πήρε το όνομά της από την εκεί Μονή Ελεγμών  (παραφθορά των Ελεγμών είναι το Ελιγμοί). Τουρκικά το ονόμαζαν Κουρσουμλή από την μολυβδοσκέπαστη στέγη της Μονής. Άλλη εκδοχή για το όνομα αναφέρεται ότι επί Βυζαντινών ονομαζόταν «Ηλίου Βωμοί», από την παραφθορά της οποίας  έγινε το Ελιγμοί. 
Από τους Ελιγμούς κατάγεται ο πατέρας της Καθηγήτριας της Βυζαντινολογίας Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ. Η κωμόπολη κατοικείτο από 2.000 Έλληνες και 300 Τούρκους. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία, την αλιεία και την σηροτροφία. Παρήγαγε φρούτα, ελιές και καρύδια. Είχε δημοτικό σχολείο και νηπειοπαρθεναγωγείο. 

 
ΤΟ ΠΑΛΛΑΔΑΡΙ ή ΠΑΛΑΔΑΡΙ ή ΠΕΛΑΔΑΡΙ

Ελληνική κωμόπολη 3.000 και πλέον κατοίκων, απείχε από την Προύσα 18 χλμ ανατολικά και απείχε λίγα χιλιόμετρα από τον Κιανό κόλπο. Επίνειο του Παλλαδαρίου ήτα οι Ελιγμοί. Στην περιοχή υπήρχε σε υψόμετρο 800μ. το ιστορικό Κάστρο. Πάνω στο Κάστρο βρέθηκαν μνημεία αρχαία και βυζαντινά. Στο Κάστρο βρέθηκε η προτομή της Παλλάδας Αθηνάς, όπου πήρε το ονομα της το Παλλαδάρι. Τα αρχαιολογικά ευρήματα φυλάγονταν στο Παρθεναγωγείο. Έξω από το κάστρο, σε απόσταση 200 μέτρα περίπου βρέθηκε ο τάφος του Αννίβα. Το κλίμα της περιοχής είναι υγιεινότατο.  Οι κάτοικοι ήταν φιλόπονοι, εργατικοί και ασχολούνταν κυρίως με την αμπελουργία, την ελαιοκαλλιέργεια και την σηροτροφία. Έκανε μεγάλη εξαγωγή σταφυλιών, είχε 20 ρακοκάζανα, 4 ελαιοτριβεία, 1 αλευρόμυλο και πολλά καταστήματα (υποδηματοποιεία, βαφεία, ραφεία, μπακάλικα κ.α.).
Το Παλλαδάρι είχε τρεις εκκλησίες: 1) των Ταξιαρχών, 2)της Παναγίας και 3) της Αγίας Τριάδας. Η Αγία Τριάδα ήταν η πιο νέα και ωραία εκκλησία. Χτίστηκε το 1913.  Οι εκκλησίες από το 1914 έως το 1918 σφραγίστηκαν. Στην κωμόπολη υπήρχαν τρία σχολεία: 1) το Αρρεναγωγείο, 2)το Ιβανώφειο Παρθεναγωγείο και 3) το Νηπιαγωγείο.
Είχε επίσης χορωδία μαντολινάτας. Ευεργέτης του Παλλαδαρίου ήταν ο Ιβάνωφ (Γιαννακίδης Κωνσταντίνος). Έφυγε νέος από το χωριό για την Οδησσό και το υιοθέτησε ο Δήμαρχος Ιβάνωφ. Αυτός ασχολήθηκε με το εμπόριο και πλούτισε. Ανακαίνισε την εκκλησία της Παναγίας, έχτισε το Παρθεναγωγείο που έφερε το όνομά του μαζί με ξενώνα και βιβλιοθήκη που έφερε την προτομή του. Ο Ιβάνωφ αγόρασε περί το 1881  από την Τρίγλια το μεγάλο μαρμάρινο άγαλμα της τρίμορφου θεάς Εκάτης και το τοποθέτησε στο Παρθεναγωγείο του Παλλαδαρίου. 
Το Παλλαδάρι είχε γενναίους και ρωμαλέους κατοίκους που έκαναν συστηματική αντίσταση στις λεηλασίες (γιάγμα) των Τούρκων.             
Στις 28/8/1922 το Παλλαδάρι παραδόθηκε στις φλόγες. Οι Παλλαδαρινοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Φουστάνη Αλμωπίας Πέλλης, στην Σωσάνδρα και Περαία (Κότσανα) Ν.Πέλλης, στην Έδεσσα, Δράμα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα μέχρι και την Γαστούνη της Πελλοπονήσου.


Η ΚΙΟΣ

Η Κίος είναι παραλιακή πόλη κτισμένη στο βάθος του Κιανού κόλπου σε θέση γραφική στους πρόποδες του όρους Αργαθώνιου (Τας-Νταγ). Το Τούρκικο όνομά της είναι Γκελμίκ ή Γκελμέκ , που σημαίνει πουκάμισο (χιτώνας), γιατί από την Κίο εξάγονταν τα περίφημα μεταξωτά πουκάμισα που κατασκευάζονταν στην Προύσα ή προέρχεται από την τούρκικη λέξη gemi=πλοίο, γιατί στην πόλη κατά την Οθωμανική περίοδο ναυπηγούσαν πλοία με την ξυλεία του Βιθυνικού Ολύμπου. Η ίδρυσή της ανάγεται στους μυθολογικούς χρόνους. Λέγεται ότι ιδρύθηκε από τον Αργοναύτη Πολύφημο με εντολή του Ηρακλή να βρει τον ωραίο φίλο του Ύλα που είχε βγει κατά την παράδοση στον Κιανό κόλπο, κοντά στην Τρίγλια και τον άρπαξαν οι Νύμφες του ποταμού Κίου. Ο ποταμός Κίος πηγάζει από την Ασκανία Λίμνη γι' αυτό είχε την ονομασία Ασκάνιος. Άλλη εκδοχή αναφέρει πως την Κίο έχτισε ο αργοναύτης Κίος, κατά την επιστροφή του από την Κολχίδα. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν οι Μυσοί κα έπειτα οι Κάρες. Οι Κάρες εξορίστηκαν από τους Μιλήσιους, οι οποίοι αποίκησαν την πόλη με αρχηγό τους τον Κίο (625 π.Χ). Τρίτη εκδοχή του ονόματος τους είναι ότι προήλθε από τον αρχηγό των Μηλίσιων Κίο.
Η Κίος πήρε μέρος στην Ιωνική Επανάσταση. Ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος κυρίευσε την Κίο το 499 π.Χ. και η πόλη  παρέμεινε 40 χρόνια κάτω από την Περσική κυριαρχία..   Αργότερα την απελευθέρωσε ο Κίμων και  συμμετείχε στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, πήρε μέρος στους αγώνες μεταξύ των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το 302 π.Χ. κύριος της πόλης αναφέρεται ο Μιθριδάτης Α΄ και αργότερα εντάχθηκε μαζί με την Μύρλεια στην Αιτωλική Συμπολιτεία. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος  Ε' οργίστηκε γιατί η  Κίος και η Μύρλεια είχαν προσχωρήσει στην Αιτωλική Συμπολιτεία και κήρυξε πόλεμο εναντίων τους (202π.Χ). Ο Φίλιππος Ε' με τη βοήθεια του γαμπρού του Προυσία Α΄ πολιόρκησε, κατέλαβε και κατέστρεψε τις δύο πόλεις. Μετά την ήττα του Φιλίππου Ε΄ στην Μάχη των Κυνών Κεφαλών, ο Προυσίας αναγκάστηκε με ρωμαϊκή εντολή να ξαναχτίσει τις δύο πόλεις. Την Κίο την ονόμασε Προυσιάδα και υπό των Ρωμαίων ονομαζόταν «Προύσα εν θαλάσσει» ή «Προυσιάς ή επιθαλάσσιος»- "Prusa ad mare", δηλαδή Προύσα παραθαλάσσια σε αντιδιαστολή με την Προύσα του Ολύμπου. Στην διάρκεια του Γ' Μιθρυδατικού Πολέμου τάχθηκε με το μέρος των Ρωμαίων. Αναπτύχθηκε σε σημαντικό λιμάνι της αρχαιότητας. Στην πόλη έχουν βρεθεί επιγραφές και νομίσματα. Στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Κίος άκμαζε. Οι Σταυροφόροι το 1080 την χρησιμοποίησαν για απόβαση στην Μικρά Ασία. Καταλήφθηκε ένα διάστημα από τους Σελτζούκους Τούρκους (Σουλεϋμαν Α΄) και υπό Αλεξίου Α΄ Κομνηνού η Κίος ξαναχτίστηκε. Καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1339.Κτίστηκαν εκεί ναυπηγεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα οποία σώζονταν ως τον 19ο αιώνα. Στα χρόνια 1920 -1922 η Κίος ήταν ελεύθερη υπό ελληνική κυριαρχία. Η Κίος μετά από την κατάληψη της Νίκαιας από τους Οθωμανούς (14ος αιώνας) ήταν η έδρα του Μητροπολίτη της Νίκαιας. Είχε 85% Έλληνες , είχε τουρκική συνοικία, αρμενική κοινότητα και μικρή εβραϊκή κοινότητα. Η Κίος φημιζόταν για τα παλικάρια της «νταήδες», όπως ο θρυλικός Καλαθιάς. Είχε Αρρεναγωγείο(Αστική Σχολή Αρρένων) που λειτουργούσε με 7 ή 8 τάξεις ανάλογα με τις περιστάσεις. Η ελληνική κοινότητα είχε νοσοκομείο για τους άπορους. Είχε 6 Έλληνες γιατρούς, 1-2 Τούρκους, 1 Αρμένη, μαίες , ένα οδοντιατρείο και 7-8 φαρμακεία. Το παζάρι γινόταν κάθε Τρίτη, όπου έρχονταν πολλοί από τα γύρω χωριά. Λειτουργούσε Φιλαρμονική αγοριών και μαντολινάτα κοριτσιών. 

 

Η ΚΑΛΟΛΙΜΝΟΣ ή ΚΑΛΩΝΥΜΟΣ
  (Τούρκικα Εμίρ αλή- αδασί, Imrali Ad.)
Mικρό νησί στην Προποντίδα απέναντι από τις εκβολές του Ρύνδακος ποταμού (Σαξ-καβέ- Μπογάζ).   
Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Βέσβικος από τον ομώνυμο Γίγαντα της ελληνικής μυθολογίας. Πήρε το όνομά της Ιμραλί διότι κατακτήθηκε(1308)  από τον Οθωμανό Ναύαρχο Εμίρ Αλί και ιδρύθηκε ναυτική βάση, η οποία απέκοψε τη σύνδεση των Βυζαντινών με την Προύσα.Απέχει από την ξηρά 13 μίλια. Έχει περιφέρεια 18μίλια. Είναι ημιορεινή νήσος.   

Από την Τρίγλια φαινόταν η Καλόλιμνος. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την ελαιοκαλλιέργια, με την αμπελοκαλλιέργεια, την σηροτροφία και το ψάρεμα. Η τριγύρω θάλασσα έχει πολλά ψάρια,  τα οποία ψαρεύονταν και μεταφέρονταν στην Κωνσταντινούπολη και τα Μουδανιά.. Την Βυζαντινή εποχή είχε πολλές μονές. Το 1920 είχε 3.000 κατοίκους Χριστιανούς ορθόδοξους. Εκκλησιαστικώς υπαγόταν στη Μητρόπολη της Νικομήδειας. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή το νησί έμεινε τελείως ακατοίκητο και το 1935 χτίστηκε αγροτική φυλακή. Οι φυλακισμένοι ασχολούνταν με την αλιεία και το ψάρεμα.

Το 1999 μετά τη σύλληψη του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, Κούρδος ηγέτης του ΡΚΚ , η φυλακή έγινε υψίστης ασφαλείας και μεταφέρθηκαν οι παλιοί κρατούμενοι. Στο νησί εκτελέστηκαν το 1961 οι τρεις  πολιτικοί: - Αντάν Μεντερές, Πρωθυπουργός, - Φατίν Ρουστού Ζουρλού, υπουργός Εξωτερικών, - Χασάν Πολατκάν, υπουργός Οικονομικών. Από την ίδια φυλακή απέδρασαν ο Μπίλι Χέις (1975), χασισέμπορος, συγγραφέας του βιβλίου «Το εξπρές του μεσονυχτίου», γνωστού από την ομώνυμη ταινία και ο Γιλμάζ Γκιουνέι (1981) , σκηνοθέτης του κινηματογράφου, πολιτικός κρατούμενος.               

Το αφιέρωμα στην Τρίγλια και τις γύρω περιοχές θα συνεχιστεί σε επόμενα μηνύματα.

ΣΤΑΘΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ     

Στάθης Δημητρακός

Προύσ(σ)α: (τουρκικά Μπρούσα-Bursa):
     Ιστορική και μεγάλη πόλη της Τουρκίας στη ΒΔ Μικρά Ασία, στην περιοχή της αρχαίας Βιθυνίας και σε απόσταση περίπου 30 χιλιομέτρων από την Προποντίδα.       

     Η πόλη κατέχει αρκετή έκταση στους πρόποδες του Βιθυνικού Ολύμπου (τούρκικα Uludag). Εκτεταμένη σε γόνιμο πεδιάδα με άφθονο πράσινο χρώμα σε θελκτική τοποθεσία. Η Προύσα έχει πολλές φυσικές ομορφιές. Θεωρείται πανέμορφη πόλη. Στον Όλυμπο την βυζαντινή εποχή υπήρχαν πολυάριθμα ορθόδοξα μοναστήρια και σκηνώματα μοναχών(όρος των καλογήρων). Ακόμη και τώρα οι Τούρκοι το ονομάζουν ¨Κεσιζ-Ντάγ¨ = Όρος των μοναχών.
          Η ίδρυση της Προύσας αποδίδεται στον Προυσία Α΄(236-180π.Χ) , βασιλιά της Βιθυνίας στον οποίο οφείλει το όνομά της. Η θέση της πόλης καθορίστηκε με υπόδειξη του φιλοξενούμενού του Καρχηδόνιου στρατηγού Αννίβα.  Με διαθήκη του Νιμομήδη Γ΄ όπως όλη η Βιθυνία, περιήλθε το 74 π.Χ στην κατοχή των Ρωμαίων. 
     Επί Τραϊανού(98-117)  ο διοικητής της Βιθυνίας Πλίνιος ο Νεώτερος ανοικοδόμησε λουτρά και ανήγειρε βιβλιοθήκη. Από την Προύσα καταγόταν ο φιλόσοφος Δίων ο Χρυσόστομος, ο οποίος πέτυχε να παραχωρήσει ο Τραϊανός πολλά προνόμια στην πόλη. Τα λουτρά της Προύσας τα χρησιμοποιήθηκαν κατά τα ρωμαϊκά χρόνια,  αλλά κυρίως οι Βυζαντινοί. Οι  θερμές πηγές θειούχοι κα σιδηρούχοι ήταν περίφημες σ' όλη την Ανατολή. Αναμφίβολα χρησιμοποιήθηκαν πριν από τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  Οι  πηγές αυτές προσέλκυαν πολλούς πλούσιους της Κωνσταντινούπολης και μέλη των βασιλικών οικογενειών.   Το 522 η Θεοδώρα, η σύζυγος του Ιουστινιανού πήγε στα λουτρά της Προύσας συνοδευόμενη από 4.000 υπηρέτες και ακολούθους. Οι θερμές πηγές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της πόλης. Τα Ρωμαϊκά και Βυζαντινά κτίσματα των πηγών καταστράφηκαν. 
Κατά το ιστορικό Προκόπιο το μεταξόσπορο τον έφεραν στο Βυζάντιο από την Κίνα, κρυμμένο μες στα κούφια μπαστούνια τους, δύο μοναχοί που τους είχε στείλει επίτηδες ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α'(567-565). Η μεταξουργία αναπτύχθηκε στην Προύσα. Από τα χρόνια εκείνα το μετάξι έδινε μεγάλα εισοδήματα στο Βυζάντιο, γιατί οι ευγενείς της Δύσης, οι επίσκοποι, οι καλόγεροι και γενικά οι άρχοντες και οι πλούσιοι του Βυζαντίου φορούσαν μεταξωτά και έτσι το Βυζάντιο κέρδιζε πολλά από το εμπόριο αυτό. Σε όλη σχεδόν την περιοχή της Προύσας ήταν ανεπτυγμένη η σηροτροφία. Ανέκαθεν ήταν περίφημα τα μεταξουργεία της Προύσας.     
Ονομαστό ήταν της «Προύσας το μετάξι» και τα μεταξωτά της υφάσματα.

Ο Ιουστινιανός την κόσμησε με μεγαλόπρεπα κτίρια. H Ειρήνη η Αθηναία έχτισε την μονή του Αγίου Ευστρατίου και τον περίλαμπρο ναό του Τιμίου Προδρόμου. Η ηρεμία της πόλης έληξε με τις αραβικές εισβολές. Το 950 κατέκτησαν την πόλη οι Άραβες και υπέστη καταστροφές.
To 1097 περιήλθε στην κυριαρχία των Σελτζούκων Τούρκων για να κατακτηθεί το 1184 από τον Ανδρόνικο Κομνηνό. Πολιορκήθηκε από τους Σταυροφόρους (1204) μάταια. Προσαρτήθηκε από τον Θεόδωρο Λάσκαρη στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1326, αφού πριν την πολιορκούσε επί 10 χρόνια ο Οσμάν, τελικά την κυρίευσε ο γιος του Οχράν, λίγο πριν πεθάνει ο πατέρας του. Από τότε, έγινε πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ιερή πόλη, σαν δεύτερη Μέκκα. Κοσμήθηκε με Τούρκικα οικοδομήματα και τζαμιά. Ακόμη και όταν, η έδρα του Τουρκικού κράτους μεταφέρθηκε στην Ανδριανούπολη (1365), οι Σουλτάνοι φρόντιζαν την Προύσα και τα μέλη της οικογένειάς τους θάβονταν εκεί και τιμώνταν με μαυσωλεία.
Στις αρχές του 15ου αιώνα, ερημώθηκε από επιδρομή Μογγόλων, ενώ το 1511-12 λεηλατήθηκε από αντάρτες Τούρκους της Βιθυνίας. Το 1607, κυριεύθηκε από τον επαναστάτη Καντέρογλου.
Στο μέσο περίπου της πόλης υψώνεται η ακρόπολη, η οποία περιβάλλεται από Ρωμαϊκό και Βυζαντινό τείχος.
Η περιοχή της Προύσας μαστίζεται από σεισμούς. Στις αρχές του 20ου αιώνα έχει πάνω από 100.000 κατοίκους, εκ των οποίων 80.000 ήταν Τούρκοι.
     Η Ελληνική κοινότητα της Προύσας είχε 6.000- 7.000 κατοίκους, οι υπόλοιποι ήταν Αρμένιοι και Εβραίοι. Η Προύσα ήταν έδρα του Μητροπολίτη Προύσσης .Η Ελληνική κοινότητα είχε τρεις ενορίες. Οι Έλληνες ήταν η ψυχή της Προύσας.       
     Στην Μητρόπολη της Προύσας υπάγονταν: η Προύσα, τα Μουδανιά, η Τρίγλια, η Σιγή, το Δερμιρδέσι, το Πελλαδάρι, οι Ελιγμοί, η Μεσαίπολη, το Νεοχώριο, το Αρβανιτοχώρι, το Πλατύανον, το Τεπετζίκ, το Καλασάνι και το Σουσουρλούκ. Τα Μουδανιά ήταν το επίνειο.
       O  Ελληνικός Στρατός κατέλαβε την Προύσα στις 26/4/1920 και παρέμεινε εκεί μέχρι 29/8/ 1922. 
  Η σημερινή Προύσα είναι  η 4η μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας με 1.200.000 κατοίκους. Έχει πανεπιστήμιο, το Uludag Universitesi, ένα από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της χώρας.   Πολύ όμορφη πόλη με ανθόκηπους και πολλά μνημεία.   Αξιομνημόνευτα μνημεία είναι το Ουλού Τζαμί (Μεγάλο Τζαμί) και το Γιεσίλ Τζαμί (Πράσινο Τζαμί), το Μαυσωλείο του Σουλτάνου Μωάμεθ Α΄ και το Τζαμί του Μουράτ. Σ' ένα ύψωμα , όπου φαίνεται η πόλη είναι ο τάφος του Οσμάν και του γιού του Οχράν. Στην Προύσα γεννήθηκαν ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος και ο σκηνοθέτης Κάρολος Κουν.

ΣΤΑΘΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Στάθης Δημητρακός

ΤΑ  ΠΙΣΤΙΚΟΧΩΡΙΑ

Πιστικοχώρια ήταν ομάδα χωριών, στα ενδότερα της Τρίγλιας, που βρίσκονταν μεταξύ της παραλίας του εισερχομένου στον Κιανό κόλπο μέχρι τη λίμνη της Απολλωνιάδας. Ο δικός μας, ο Τριγλιανός, Απόστολος Ηρ. Τσίτερ, αναφέρει στο βιβλίο του «Τρίγλια του Κιανού Κόλπου Προποντίδος»-1979, ότι τα Πιστικοχώρια είναι 16 στον αριθμό και δίνει τον αντίστοιχο πίνακα με συμπληρωματικές ονομασίες των ονομάτων τους.
Τα Πιστικοχώρια πριν την Μικρασιατική Καταστροφή   
1.Γιαλί-Τσιφλίκ, 250 οικογένειες         
2.Βελετλέρ ή Βελετλέρι, 120 οικογένειες
3.Ντερέκιοϊ, 50 οικογένειες
4.Τσαμουρτζά ή Τσαμουτζά, 100 οικογένειες
5.Τσεσνεήριον ή Τσεσνεϊρι ή Τσεϊριον, 100 οικογένειες
6.Τσάμπασι ή Τσάμπαζι, 30 οικογένειες
7. Γούλιος ή Καραγάτς, 150 οικογένειες
8.Σιργιάνι ή Σεργιάνι ή Σιργιάννη, 600 οικογένειες
9.Κύδια ή Κήδια ή Κίντια ή ΚαραΚοτζά , 200 οικογένειες
10.Πριμικήριον ή Πριμικήρι, 100 οικογένειες
11.Απλαδάτος ή Απελ(λ)δάτοι ή Πελαδάτοι ή Σουμπασί Αγίλ, 200 οικογένειες
12.Αγία Κυριακή ή Μακαριωτάτοι, 150 οικογένειες
13.Αϊνάτοι ή Αϊνάτι ή Αγινάτοι ή Σα(γ)ινάτοι ή Εσκιτζέ, 150 οικογένειες
14.Τσάταλα ή Κωνσταντινάτι(-οι) ή Τσατάλ Αγίλ , 80 οικογένειες
15.Χωρούδα ή Καρατζόβα, 70 οικογένειες
16.Μπάσκοϊ ή Βουλγαράτοι, 200 οικογένειες
Τα χωριά  απέχουν δυο-τρεις ώρες(Σ.Σ δηλαδή με τα πόδια, 10-15 χλμ.) από την Τρίγλια στο εσωτερικό, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, και είχαν σχηματιστεί με πολύ φοβερό τρόπο: Μετά την επανάσταση του Ορλώφ(1770) επί Αικατερίνης Β' της Μεγάλης της Ρωσίας, η οποία καταπνίγηκε από τους Τούρκους, πολλά γυναικόπαιδα και άνδρες από την Πελοπόννησο πουλήθηκαν στην περιφέρεια της Απολλωνιάδας λίμνης για να φυλάγουν τα πρόβατα ως τσοπάνηδες (Μπιστικοί)  σε Τούρκους μπέηδες και πασάδες. Το ίδιο έγινε και με την εξοντωτική εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο  με  την μεγάλη Επανάσταση του 1821.Ο Απόστολος Τσίτερ συνεχίζει: « Τα χωριά αυτά, τα λεγόμενα Πιστικοχώρια, όπως τα ονομάζουμε, μιλούσαν διάλεκτο, η οποία ήταν εντελώς διαφορετική από της Τρίγλιας και των άλλων παραλιακών χωριών, έμοιαζε πολύ με διαλέκτους της Πελοποννήσου. Η διάλεκτος των χωριών αυτών είχε μεγάλη ομοιότητα με την Μανιάτικη και γενικά με διαλέκτους της Πελοποννήσου. Μόνο δύο-τρία χωριά που βρέθηκαν μέσα σε πυκνούς τούρκικους συνοικισμούς, έχασαν τη γλώσσα τους και έγιναν τουρκόφωνα ενώ παρέμειναν φανατικά προσηλωμένα στην Ελληνική και την Χριστιανική τους πίστη».
Στα «Σύμμεικτα Λαογραφικά Κουβουκλίων Προύσσης»,  Βασ.  Δεληγιάννη, αναφέρονται για τα Πιστικοχώρια, ότι ανάμεσα στα 24 χωριά, που αποτελούσαν το τμήμα της Απολλωνιάδας της εκκλησιαστικής επαρχίας Νικομήδειας στο νομό Προύσσας, ήταν και τα 9 χωριά των Πιστικοχωρίων (από το 8 έως το 16 του πίνακα). Ο συγγραφέας αναφέρει : « Κατά την παράδοση, που επικρατούσε ανάμεσα σε όλους τους πιστικούς, πριν από πολλά χρόνια, λίγες οικογένειες, που μοιράσθηκαν σε εννέα διάφορα μέρη, σε μια γραμμή σε σχήμα ημικυκλίου  στα βόρεια της λίμνης Απολλωνιάδας, για να αποτελέσουν αργότερα τα 9 χωριά των Πιστικοχωρίων, χωρίς ανάμεσά τους να βρίσκεται κανένα τούρκικο χωριό και τους δόθηκαν πρόβατα για βοσκή (και γι' αυτό ονομάστηκαν και «πιστικοί»)απ' τις τότε Σουλτάνες (γυναίκες των Σουλτάνων). Τα ονόματα των Πιστικοχωρίων φαίνεται ότι ονόματα των χωριών από τα οποία προήρχοντο. Το ότι η εγκατάστασή τους έγινε, σαν βοσκοί που ήσαν, σε ακατοίκητα μέρη μαρτυρείται εκ του ότι δεν φαίνεται σε κανένα χωριό, σημάδι δομικής αρχαίας, όπως στην Απολλωνιάδα  με τα σωζόμενα ακόμα τείχη της, στα Κουβούκλια με το κατεστραμμένο κοντά στην εκκλησία φημισμένο βυζαντινό φρούριο «Κουβούκλια», στο Ταχταλή, Κίτα, Λουπάδι, Μιχαλίτσι και άλλα, όπου βλέπει κανείς ερείπια τειχών και φρουρίων. Έπειτα η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των δεν μοιάζουν με κανενός των γύρω χωριών, ενώ αναμεταξύ τους είναι όμοια. Μια γραπτή πληροφορία, ότι βρισκόταν πριν απ' το 1602, ήταν σ' ένα παλιό μηνιαίο της εκκλησίας της Απολλωνιάδας που έλεγε έτσι: «Ήρθαμε με τον Γέροντα μου Άγιο Τιμόθεον εις την Απολλωνιάδα και αύριο αναχωρούμε εις Αγινάτους. Γράφω εγώ ο Παναγιώτης από το Κατηρλή 1602».
Οι Μ.Κλεώνυμος – Χ.Παπαδόπουλος,  «Βιθυνικά ή επίτομος μονογραφία της Βιθυνίας και των πόλεων αυτής-Κωνσταντινούπολη 1867 », αναφέρουν τα ίδια εννιά χωριά . Τα χωριά αυτά ονομάστηκαν έτσι από τους ποιμένες, «πιστικούς» σύμφωνα με την μανιάτικη διάλεκτο που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Απολλωνιάδας από τους Οθωμανούς κατά τον 16ο αιώνα,πριν από το 1602.
Ο Παντ. Μ. Κοντογιάννης, «Γεωγραφία της Μ.Ασίας», Αθήναι 1921 γράφει για την Απολλωνία, τη λίμνη Απολλωνιάδα, και τα γύρω χωριά μια άλλη άποψη: « Η βόρεια όχθη (της Απολλωνιάδας)έχει κόλπους και χερσονήσους, πρό των οποίων υψούται από τη λίμνη ολόκληρος συστάς νησίδων. Η μεγαλυτέρα εξ αυτών είναι η δυτικωτάτη, η Χαλίμπεη-αδασί, επιμήκης, 70μ.υψηλή. Απέναντι της επί της χερσονήσου, κείται το χωρίον Καραγατς ή Γούλιος, κατοικούμενον από αλιείς, Τούρκους και Έλληνας. Βορειότερον κείνται άλλα ελληνικά χωριά. Το Αϊνάτι ή Εσκιτζέ λέγεται ότι είναι αποικία Μανιατών, τους οποίους κάποιος μπέης εγκατέστησε εδώ δια να σχηματίσει εξ αυτών υπό την αρχηγία του ληστρικήν συμμορίαν[....] Άλλα περί την λίμνην ελληνικά χωριά είναι το Μπάσκιοϊ, η Χωρούδα ή Καρατζόβα, το Κωνσταντινίτσι. Τα χωριά ταύτα κατωκοίθησαν εκτός του Αϊνατιού από Έλληνες της Απολλωνίας, όταν πλέον δεν ήτο ανάγκη να έχουν οι κάτοικοι οχυρόν τόπον προς άμυναν, και όταν ηυξήθη τόσον ο πληθυσμός της πόλεως, ώστε δε τον περιελάμβανεν. Τα χωριά έχουν τουρκικά ονόματα, μερικά δε και ελληνικά. Εκ τούτου γίνεται φανερόν ότι πριν κατοικηθούν από Έλληνας κατωκούντο από Τούρκους. Και οι οικονομικώς ισχυρότεροι Έλληνες εξετόπισαν και εδώ τους Τούρκους».   
Η Ελένη Χατζούδη- Τούντα στο βιβλίο της «Η Ηλιοστάλακτη από το Γιαλί-Τσιφλικ της Βιθυνίας»,   μυθιστορηματική βιογραφία (της μητέρας της) γράφει για το Γιαλί-Τσιφλίκ τα εξής: «Το Γιαλί- Τσιφλίκ το χωριό μου κτίστηκε αποκλειστικά από Έλληνες δίπλα ακριβώς την Τρίγλια. Η καταγωγή των κατοίκων του χωριού μου ήταν απ' τ' Άγραφα καθώς και η γιαγιά μου η Κρουσταλλένια, - η μάνα του πατέρα μου- μας έλεγε σαν παραμύθι όταν είμαστε μικρά. Έφυγαν από κει το 1775, κυνηγημένοι από τον Αλή-Πασά.  Οι Αγραφιώτες με την ψυχή στο στόμα έφτασαν στη Στυλίδα. Επιβιβάστηκαν σ' ένα βαπόρι που πήγαινε στη Ρωσία. Ήταν όμως γραφτό το βαπόρι να πάθει μεγάλη βλάβη στην Προποντίδα. Δώδεκα οικογένειες κατέβηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ένας δικός μας πατριώτης με το όνομα Τσαούσης που είχε χαρτοπωλείο, τους παραστάθηκε στην κρίσιμη ώρα. Μίλησε σ' ένα φίλο του Μπέη, δίνοντάς του και κάμποσα μιτζίτια κι αυτός τους παραχώρησε μια μεγάλη έκταση, ακριβώς απέναντι απ' την Κωνσταντινούπολη, το Γιαλί-Τσιφλίκ, που θα πει παράλιο κτήμα. Οι άνθρωποι αντίκρισαν όμορφους κόλπους, μαγευτικά λιμάνια, τρεχούμενα νερά. Εδώ θα ρίζωναν. Ωραίος τόπος γόνιμος, με καλό χώμα και άφθονα νερά!
Τον αχυρώνα του τσιφλικιού τον μετέτρεψαν σε εκκλησία και την αφιέρωσαν στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που υπαγόταν στη Μητρόπολη της Νικομήδειας. Σαν απαρχή τις δύο εικόνες που είχαν φέρει ως ιερή παρακαταθήκη μαζί τους, για το στέριωμα στην καινούργια πατρίδα. Παναγία Μπρουσσιώτισσα και Αϊ Γιάννης τα ονόματά τους. [....]Ο παππάς τους κρατούσε το ιερό Ευαγγέλιο, σαν ανεκτίμητο φυλακτό, που οι δέκα τελευταίες σελίδες του είχαν σλαβική γραφή. Στην τελευταία σελίδα, έγραψε με τρεμάμενο χέρι; «Είμεθα απόγονοι του Κατσαντώνη. Εφτάσαμε εδώ το 1775 απ΄τα Άγραφα, κυνηγημένοι απ' τον Αλή-Πασά».   
Στην εφημερίδα Τριγλιανά Νέα, αριθμ.φύλλου 48, 10/8/1984, ο Γ. Σηντήλας γράφει ενδιαφέροντα στοιχεία για τους Αγραφιώτες που βρήκαν καταφύγιο στην περιοχή Προύσας –Τρίγλιας μετά από διωγμούς που ακολούθησαν τα ιστορικά γεγονότα της περιοχής των Αγράφων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Έγινε σκόρπισμα των Αγραφιωτών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος και εκτός του σημερινού γεωγραφικού χώρου της Ελλάδας, από άλλοτε «εκούσιους» και άλλοτε «ακούσιους» εκπατρισμούς με βίαιες και ομαδικές μεταφορές πληθυσμών ως τα βάθη της Τουρκίας, αφενός για την εξουδετέρωση των επαναστατικών εστιών και αφετέρου για να χρησιμοποιούν τους εκπατριζόμενους ραγιάδες για διάφορες εργασίες και για τσομπάνηδες «πιστικούς» και έτσι δημιουργήθηκαν τα γνωστά Πιστικοχώρια της περιοχής Τρίγλιας.  Αναφέρεται ότι στο Δεμιρδέσιο μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο που έμοιαζε καταπληκτικά με την ομιλουμένη και σήμερα στα ορεινά χωριά των Αγράφων. Σημειώνεται επίσης ότι το χωριό Τσεϊριον, απ' όπου καταγόταν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Βενέδικτος και οποίος πέθανε το 1981, μιλούσε ως τα τελευταία του την Αγραφιώτικη διάλεκτο,  μνημόνευε  με νοσταλγία και σεμνυνόταν για την Αγραφιώτικη καταγωγή των προγόνων του. Σε δημοσιογράφο που έδωσε συνέντευξη το έτος 1971, ο Πατριάρχης Βενέδικτος είπε μεταξύ άλλων και τα εξής χαρακτηριστικά: «...Στα 1770 μετά τα Ορλωφικά, οι δικοί μου έφυγαν στη Μικρά Ασία και κατοίκησαν στο Τσεϊριον, κοντά στη Προύσσα. Εκεί ζούσαν Μανιάτες πρωτύτερα...εμείς όλοι μας μιλούσαμε καθαρά ελληνικά..».
Η Τρίγλια και τα Πιστικοχώρια           
Οι παλιοί Τριγλιανοί έλεγαν ότι όλα τα Πιστικοχώρια είχαν εμπορικές συναλλαγές με την Τρίγλια, η οποία ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής. Στην Τρίγλια κάθε Κυριακή γινόταν παζάρι (λαϊ¬κή αγορά). Έφερναν  με γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα και αραμπάδες Χριστιανοί και Τούρκοι τα προϊόντα τους από τα γύρω χωριά, σιτάρι, αλεύρι, κριθάρι, κρεμμύδια,σκόρδα, αρνιά, κατσικάκια, τυριά (διάφορα είδη),βούτυρο, κότες, αυγά, κάρβουνα, ξύλα, μαλλί από πρόβατα που έπλεκαν οι γυναίκες φανέλες και κάλτσες κ.α. Οι χωριάτες, αφού πουλούσαν τα προϊόντα τους, αγόραζαν σε ποσότητες από τα μπακάλικα της Τρίγλιας σαπούνι, πετρέλαιο(γκάζι), οινόπνευμα(σπίρτο), ζάχαρη, καφέ, ρουχισμό κ.α. Οι ποσότητες ήταν μεγάλες, γιατί στο παζάρι  δεν έρχονταν πάντοτε οι ίδιοι κάθε βδομάδα αλλά έκαναν και 15 μέρες  ακόμα και μήνα για να έρθουν.  Τα προϊόντα που χρειάζονταν ζύγισμα, όλα  ζυγίζονταν από τον κανταρτζή (υπάλληλο της Δημογεροντίας), αυτά που πουλούσαν οι χωριάτες και αυτά που αγόραζαν από το παζάρι της Τρίγλιας.
Ακόμα οι Πιστικοί έρχονταν σε επαφή με διάφορα επαγγέλματα που εξασκούσαν οι Τριγλιανοί και κυκλοφορούσαν παράδες. Mεταλλοτεχνίτες, καζαντζήδες, τσουκαλάδες(μισοκοίληδες) , κουντουράδες, κουγιουμτζήδες, κολλυβίδηδες(σαράφηδες), γιατροί, φαρμακοποιοί (σπετσέρηδες) αμπατζάδες, γραφιάδες, μουτάφηδες, τζιβιτζήδες, μπογιατζήδες, καλλιοντζήδες(πεταλωτές), ψαθάδες, καλπάκηδες, σεπετζήδες, γούναροι, φραγκοράφτες κ.α.
 
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ με τις άλλες πόλεις και χωριά του Χάρτη γύρω από την Τρίγλια).   
ΣΤΑΘΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ     

Στάθης Δημητρακός


ΤΟ ΜΙΧΑΛΙΤΣΙ

Μιχαλίτσι(Μίχαλιτς): Η πόλη το 1894 είχε 7.781 κατοίκους εκ των οποίων οι 6.781 ήταν Έλληνες. Η απέραντη πεδιάδα του Μιχαλιτσίου είναι γεμάτη από μουριές, τριαντάφυλλα, αμπέλια και καρποφόρα δέντρα. Η σηροτροφία ήταν πολύ διαδεδομένη. Η κτηνοτροφία και τα γαλακτοκομικά προϊόντα ονομαστά. Ο δρόμος που συνέδεε την Προύσα με το Μιχαλίτσι προεκτεινόταν μέχρι την Πάνορμο (Μπάντερα).   

Στάθης Δημητρακός

Συνεχίζεται...

Στάθης Δημητρακός

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ « ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ»
   
■  Εντόπιος ελληνικός πληθυσμός επέζησε μετά την Άλωση και στις πόλεις και κωμοπόλεις των μικρασιατικών παράλιων της Προποντίδος,ο οποίος βρισκόταν σε συχνή επικοινωνία με την Κωνσταντινούπολι. Οι ελληνόφωνοι Έλληνες, κάτοικοι των παραλιών αυτών, ήταν σχεδόν όλοι ψαράδες. Ασφαλώς όμως θα καλλιεργούσαν και μικρό γεωργικό κλήρο. Πάντως οι Μουδανιώτες αναφέρονται και ως καλοί αμπελουργοί. Ήδη στην εποχή του Μεχμέτ Β αναφέρονται 167 δουλοπάροικοι χριστιανοί αμπελουργοί να πληρώνουν κάθε χρόνο 15.000 άσπρα[...].

[...].Στην περιοχή πριν από το Μιχαλίτσι, ωραία εμπορική κωμόπολη έβοσκαν τα ποίμνιά τους άγριοι νομάδες Τούρκοι, ασφαλώς Γιουρούκοι. Στο Λοπάδιο (Λουμπάτ), στην παλιά πόλη με τα τείχη που κατέρρεαν, οι χριστιανοί, 60 οικογενειάρχες, είχαν 6 εκκλησίες (από αυτές τρείς επίσημες).

[...]Στο δρόμο προς την Προύσα, στην άκρη της Απολλωνιάδος λίμνης, βρισκόταν κατά τα τέλη του 16ου αι. το μοναστήρι του Αγίου Κωνσταντίνου με 5-6 μοναχούς και στο ομώνυμο νησί κατοικούσε ένας μητροπολίτης. Παραπέρα προς ανατολικά ήταν τα χωριά Κωνσταντινάτοι, Τυρωτά και άγιος Θεόδωρος, με πλινθόκτιστα σπίτια επάνω σε ένα βουναλάκι. Στην Προύσα με την γραφική της θέση και με τη θαυμάσια αγορά με τα φθηνά αντικείμενα μεταξουργίας και χρυσοχοϊκής 1.000 Έλληνες οικογενειάρχες με τον μητροπολίτη τους εκκλησιάζονταν κυρίως σε μια μόνο εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου σπάνια λειτουργούσαν.

[...]Αγραφιώτες εποίκησαν τα χωριά Τσεσνίρ, Τζαμπάζι, Τζάμπα, Τζεινεγίρ, Αχτζέ Πουρνάρ, Γούλιος, Απολλωνιάς, Λοπάδι. Επίσης στην ίδια περιοχή στα χωριά Βουλγαράτοι ή Μπάσκιοι, Χωρούδα, Κωνσταντινάτοι, Καμαριωτάτοι, Αγινάτοι, Πελαδάτοι, Συριγιάννη, Πριμηκήρι είχαν εγκατασταθή ως βοσκοί(πιστικοί) γύρω στα 1600 Πελοποννήσιοι, όπως μαρτυρούσαν τα ήθη και τα έθιμά τους[...].

[...]Η Προύσα ήταν ένας μεγάλος σταθμός προς την πρωτεύουσα (Κωνσταντινούπολη). Εκεί- εκτός από την μεγάλη δική της παραγωγή μεταξιού- έφθαναν και πάμπολλα φορτώματα από τη Συρία και από άλλες χώρες της Ανατολής. Υπολογίζεται ότι 1000 περίπου καμήλες ξεφόρτωναν εκεί κάθε χρόνο από τις παραπάνω περιοχές. Δεν ήταν λοιπόν μόνο κέντρο παραγωγής αλλά και επεξεργασίας μεταξιού. Αποτέλεσμα της ζωηρής αυτής κινήσεως του εμπορίου των μεταξωτών ήταν να διπλασιασθή σχεδόν ο πληθυσμός της Προύσας μεταξύ των δυο απογραφών του 1520-1535 και του 1570-1580, δηλαδή από 34.930 να φθάσει 60.140. Για το βάψιμο των μεταξωτών χρησιμοποιούσαν τους καρπούς του τερεβίνθου, τους οποίους μάζευαν και πουλούσαν οι κάτοικοι της Θράκης και της Μακεδονίας.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, 1974, , τόμος Ι –Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (1453-1669), Τουρκοκρατία- Λατινοκρατία, Α. Βακαλόπουλος- Πύκνωση των ελληνικών πληθυσμών των μικρασιατικών παραλιών της Προποντίδος, ιδίως της περιοχής της Βιθυνίας, σελ.177-178.


■[...]Για το βιλαέτι Χουδαβενδικιάρ (Προύσας) δίνεται από τον Μ.Χαμουδόπουλο ο αριθμός των 800.000 κατοίκων. Στην πρωτεύουσά του, την Προύσα, στην αρχή του 19ου αι. φαίνεται πως δεν επιτρεπόταν η εγκατάσταση Χριστιανών. Αργότερα, όμως, έγιναν σημαντικές εγκαταστάσεις Ελλήνων και γύρω στο τέλος της περιόδου αυτής υπήρχαν στην πόλη, σύμφωνα με την ίδια πηγή, 7.000 Έλληνες σε σύνολο 10.000 κατοίκων. Πρέπει να σημειωθεί όμως, ότι και ο τούρκικος πληθυσμός της Προύσας αυξήθηκε με την μαζική εγκατάσταση προσφύγων από τη Βαλκανική, ιδίως μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1878). Στο επίνειο της Προύσας στα Μουδανιά, φαίνεται ότι οι Έλληνες ήταν κατά τον 19ο αιώνα ισάριθμοι με τους Τούρκους και ότι αργότερα απέκτησαν την πλειοψηφία, με αποτέλεσμα οι ολιγάριθμοι Τούρκοι να μιλούν την ελληνική γλώσσα, όπως και στη Σιγή, όπου την μεγάλη πλειοψηφία αποτελούσαν οι Έλληνες. Επίσης την πλειοψηφία είχε το ελληνικό στοιχείο και στο Μιχαλίτσιο, στην Τρίγλη ή Τρίγλια (Τερλιέ), στην Απολλωνία και, γύρω από την Προύσα, στο Σουσουρλούκιο, στο Νεοχώριο, στους Ελεγμούς, ενώ η Κίος (Γκεμλίκ), η Μεσαίπολη, το Παλλαδάριο, το Δεμιρδέσιο, το Τεπετζίκιο είχαν αμιγή ελληνικό πληθυσμό[...].   
                 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, 1977, τόμος Ι, Νεώτερος Ελληνισμός από 1833 ως 1881, Σωκράτης Σιμεωνίδης, Δυτική Μικρά Ασία, Πληθυσμός- Πόλεις, σελ.424-425.
       

Στάθης Δημητρακός

Πηγές των κειμένων «Η Τρίγλια και η γύρω περιοχή»:
   
1.Απόστολος Ηρ. Τσίτερ, «Τρίγλια του Κιανού Κόλπου Προποντίδος»-Σύλλογος Απανταχού Τριγλιανών Θεσσαλονίκη 1979.
2. « Σύμμεικτα Λαογραφικά Κουβουκλίων Προύσσης»,  Βασ.  Δεληγιάννη.
3. Μ.Κλεώνυμος – Χ.Παπαδόπουλος,  «Βιθυνικά ή επίτομος μονογραφία της Βιθυνίας και των πόλεων αυτής»-Κωνσταντινούπολη 1867.
4. Παντ. Μ. Κοντογιάννης, «Γεωγραφία της Μ.Ασίας»,Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήναι 1921.
5. Παντ. Μ. Κοντογιάννης, «Η ελληνικότης των νομών Προύσης και Σμύρνης», Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων,  εν Αθήναις 1919.
  6. Ελένη Χατζούδη- Τούντα, «Η Ηλιοστάλακτη από το Γιαλί- Τσιφλικ της Βιθυνίας», Μυθιστορηματική Βιογραφία, Επανέκδοση 2007, Σύλλογος Μικρασιατών Πτολεμαΐδας «Η Μικρά Ασία»- Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης. 
7.  Γ. Σηντήλας, εφημερίδα Τριγλιανά Νέα, αριθμ.φύλλου 48, Θεσσαλονίκη 10/8/1984
8.«Αντίλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω», έκδοση του Συνδέσμου Προσφύγων Μουδανίων, Θεσσαλονίκη 1931.
9. Κωνσταντίνος Μαντάς, Λαογραφικά Παλλαδαρίου Προύσας Μ.Ασίας, Έδεσσα 1983.
10. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, 1974, , τόμος Ι –Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (1453-1669), Τουρκοκρατία- Λατινοκρατία
11. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, 1977, τόμος Ι, Νεώτερος Ελληνισμός από 1833 ως 1881.

Στάθης Δημητρακός.

Παναγιώτης Στρούβελης

Παίρνω το θάρρος να προσθέσω ένα απόσπασμα από μία περιγραφή ιστορίας, από το βιβλίο "ENA TAΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΟΧΘΗ, ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΥΣΑΣ" του κου  Γιώργου Κοτζαερίδη, σχετικά με το Πριμικήρι ένα από τα Πιστικοχώρια και το πως οι κάτοικοι του βρέθηκαν στην Τρίγλια.
Πηγή: http://politistiko-ergasthri-nostos.blogspot.gr/2012/11/ena-ta-7.html

ΠαράθεσηΤο σχολείο μας είχε κτιστεί το 1900, είχε όμως πολύ λίγους μαθητές οι οποίοι προτιμούσαν να βοηθούν τους γονείς τους στις γεωργικές εργασίες.

Οι σχέσεις μας με τους γείτονες Τούρκους ήταν πολύ καλές. Ήταν ήσυχοι και φιλόξενοι άνθρωποι. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν κυνηγοί και πήγαιναν να κυνηγήσουν στην περιοχή Τσαλί Μπαίρ, όπου υπήρχαν πολλά αγριογούρουνα. Σκότωναν τα αγριογούρουνα και μετά τα προσέφεραν στους Έλληνες, διότι ως γνωστόν η θρησκεία τους απαγορεύει να καταναλώνουν χοιρινό κρέας.

Φαντάζεστε τα τσιμπούσια που γίνονταν στο χωριό; Βέβαια οι χωριανοί για να τους ευχαριστήσουν τους έδιναν κάποια άλλα προϊόντα ή τους βοηθούσαν σε κάποιες δουλειές τους.

Οι γονείς μας ήταν και αυτοί κυνηγοί, αλλά περισσότερο ασχολούνταν με το ψάρεμα. Πήγαιναν στο ποτάμι Ενεφέ Ντερεσί, όπου υπήρχαν πολλά ψάρια, τα έπιαναν, τα πάστωναν σε βαρέλια που είχαν φτιάξει ειδικοί τεχνίτες και τα πουλούσαν στη Βουλγαρία.

Δυστυχώς το 1914 οι Τσέτες πέρασαν και από το χωριό μας και το λεηλάτησαν. Οι δικοί μας για να σωθούν από τη μανία των Τούρκων, κατέφυγαν στην Τρίγλια και σε άλλα μεγάλα ελληνικά χωριά.

Το 1922 πήραμε το δρόμο της επιστροφής και μετά από πολλές κακουχίες καταλήξαμε στο νομό Σερρών
Χαίρομαι ιδιαίτερα, που επιτέλους υπάρχει διαδικτυακά, ένας χώρος να φιλοξενήσει και ενώσει ταυτόχρονα, τα δύο χωριά των Τριγλιανών, αλλά και όσους Τριγλιανούς δεν βρίσκονται σε αυτά.  Ευελπιστώ στην ευαισθητοποίηση σας, ώστε να καταγράψουμε σημερινές ενημερώσεις, αλλά και την ιστορία του μερά μας.

Ίωνας

Εδώ και επτά χρόνια αναζητώ την γεωγραφική τοποθεσία του χωριού του παππού μου. Παρά τις επίμονες αναζητήσεις μου στο παρελθόν δεν κατάφερα να βρω το Primikir παρόλο που με βάση τα Πιστικοχώρια κατάφερα να βρω αναφορές που περιλάμβαναν ένα τέτοιο όνομα. Είναι πρώτη φορά που σε ένα (έστω και χειρόγραφο) χάρτη βρίσκω γεωγραφικό προσδιορισμό του Πριμηκύριου (ή τέλος πάντων όπως γράφεται). Παρά το γεγονός ότι στην Καβάλα καταγράφεται Όσιος εκ Πριμηκυρίου είχα αρχίσει να πιστεύω ότι το χωριό αυτό αποτελεί μια φανταστική τοποθεσία παρά τις πολλαπλές αναφορές και από πρόσωπα μακράς συγγένειας. Όσο κι αν αναζήτησα χάρτες, τοποθεσίες και αναφορές για το χωριό του παππού μου τα στοιχεία που βρήκα είναι μηδαμινά. Πρώτη φορά αντικρύζω την τοποθεσία σε κάποιου είδους χάρτη και είμαι χαρούμενος γι αυτό παρόλο που δεν μπορώ να αντιστοιχίσω ένα σχετικά ακριβές σημείο στο google maps. Ευχαριστώ θερμά τον συντάκτη του θέματος που ανήρτησε τον χάρτη.    :)

Αντώνης Λαζαρής



Χρόνο-χάρτης της Μικράς Ασίας την εποχή του Μικρασιατικού Πολέμου.

Ιανουάριος του 1921.

Οι Άγγλοι κατέχουν τη ζώνη των Στενών.
Ο ελληνικός στρατός προελαύνει απομακρυνόμενος ολοένα και περισσότερο από τα παράλια τςη Μικράς Ασίας.

Ο χάρτης προέρχεται από το εκπαιδευτικό υλικό
"Ιστορία Α' και Γ' Λυκείου"
Περιπλάνηση στο Χώρο-Χρόνο
μέσα από διαδραστικούς χάρτες και χρονο-χάρτες.


Έξι μήνες μετά.
Ιούνιος του 1921


Οι Άγγλοι κατέχουν τη ζώνη των Στενών.
Ο ελληνικός στρατός έχει υπό την κυριαρχία του το μεγαλύτερο κομμάτι της Μικράς Ασίας.
Ο στρατός φθάνει μέχρι το Σαγγάριο, όπου και θα παραμείνει για ένα περίπου χρόνο.
Εσκή Σεχίρ (Δορύλαιο) - Αφιόν Καραχισάρ.

Το εκπαιδευτικό λογισμικό CENTENNIA μας δίνει το παρακάτω στιγμιότυπο που αποτυπώνει τι συνέβαινε τον Ιούνιο του 1921.
Σίγουρα δεν είναι απόλυτα ακριβείς οι χρονο-χάρτες που μας δίνουν τα εκπαιδευτικά λογισμικά.
Είναι, όμως, ένα εργαλείο για τη διδασκαλία της ιστορίας.
Τα σύνορα του κόσμου που αλλάζουν κάθε μήνα.
Για τους μαθητές μπορεί και να μοιάζει με παιχνίδι.
Για όσους τα έζησαν ήταν ένα ταξίδι από τον Παράδεισο στην Κόλαση.
Μέσα σε ένα χρόνο ανατράπηκαν όλα.
Η μεγαλύτερη τραγωδία του σύγχρονου ελληνισμού.



Κυττάζοντας, όμως, το χάρτη του Ιουνίου του 1921 αναρωτιέται κανείς αν θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι ο ελληνικός στρατός θα μπορούσε να κρατήσει ένα τόσο μεγάλο μέτωπο μέχρι τέλους.

Ένα χρόνο μετά όλα είχαν ανατραπεί.
Ένας κόσμος έσβηνε άδικα πληρώνοντας το τίμημα μιας μεγάλης ιδέας. 

Τα εκπαιδευτικά λογισμικά αποτελούν απλά και μόνο ένα εργαλείο στην προσέγγιση και την κατανόηση των ιστορικών γεγονότων που συνέβησαν στη Μικρά Ασία από το 1919 έως το 1922.
Έχουν πολλές ελλείψεις, αλλά έχουν και κάποια πλεονεκτήματα.
Η πραγματικότητα είναι πολύ δύσκολο να κατανοηθεί σε όλη της την έκταση.

Ένα ταξίδι στο χώρο και το χρόνο.
Τα χρόνια περνούν, αλλά όσα συνέβησαν τα χρόνια εκείνα στη γη της Μικρασίας δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχαστούν.




Ευγενία Μυτιληναίου