Οι Κύπριοι στο Μικρασιατικό πόλεμο και η ιστορία του θείου Μιχάλη

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 16 Σεπτεμβρίου 2014, 07:11:09 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Η συμμετοχή των Κυπρίων στο Μικρασιατικό πόλεμο και η ιστορία του θείου μου Μιχάλη από τη Κύπρο.

Αυτή την εποχή είναι η επέτειος της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ας θυμηθούμε λοιπόν και αυτούς που πολέμησαν εθελοντικά για μια ιδέα. Γιατί άλλο είναι να πολεμήσεις γιατί είσαι φαντάρος και άλλο να πας, ανήλικο παιδί εθελοντής.


Στη Κωνσταντινούπολη, στο διωγμό, η θεία Φωτεινή, η μεγάλη αδελφή του πατέρα μου, γνώρισε ένα Κύπριο στρατιώτη, παντρεύτηκε και μείνανε στη Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1935. Μετά πήγαν στην Κύπρο.
(http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=765.0).
Πρόσφατα μας επισκέφτηκε μια ξαδέλφη μου από τη Κύπρο και τη ρώτησα να μου πει πως βρέθηκε ο θείος Μιχάλης να πολεμά στη Τουρκία. Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον να ακούσετε την ιστορία του. Βασικά, δεν θα είναι και πολύ διαφορετική από εκείνες των χιλιάδων Κυπρίων που έχουν έρθει εθελοντές να πολεμήσουν στους διάφορους απελευθερωτικούς αγώνες της Ελλάδας και συνήθως ή ξεχνάμε να το αναφέρουμε ή (χειρότερα) το αγνοούμε.

Το 1821 και το 1897 νέα παλληκάρια, ακόμα και ανήλικα παιδιά, με κίνδυνο της ζωής τους αλλά και των οικογενειών τους (για αντίποινα), έφευγαν κρυφά από τους Τούρκους ή τους Εγγλέζους για να πάνε στο Μοριά ή την Κρήτη να πολεμήσουν. Στον Πρώτο και το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο έπρεπε να καταταχτούν στον Αγγλικό στρατό και να πολεμήσουν όπου θα τους έστελναν. Αν θέλανε όμως να πολεμήσουν οπωσδήποτε στην Ελλάδα, έπρεπε και πάλι να φύγουν κρυφά.
Ο θείος, Μιχάλης Χατζηγεωργίου, ήταν από το Ποταμό, του Κάμπου-Ξερού, ένα χωριό στο κόλπο της Μόρφου της (κατεχόμενης τώρα) Κύπρου. Εύρισκε τη ζωή στο χωριό του πολύ βαρετή, το εφηβικό αίμα του έβραζε, ήθελε περιπέτειες, ήθελε πολύ να πολεμήσει και αυτός για την Ελλάδα. Ήταν όμως ανήλικος και επίσημα δεν μπορούσε να καταταγεί στον στρατό. Έφυγε λοιπόν κρυφά από το χωριό του και έφτασε στην Αμμόχωστο, όπου με ένα καράβι πέρασε λαθραία στην Ελλάδα. Με διάφορες περιπέτειες βρέθηκε στη Κωνσταντινούπολη και κατάφερε να καταταγεί στο στρατό. Σε κάποια μάχη μάλιστα, πληγώθηκε από χειροβομβίδα στο μέτωπο. Σε όλη του τη ζωή, έφερνε ένα βαθούλωμα πάνω από το φρύδι, για να του θυμίζει τα θαρραλέα και ηρωικά νιάτα του. Μέχρι τα βαθειά του γεράματα, διηγιόταν συγκλονισμένος, την ιστορία της διάσωσής του, αντί για παραμύθι, στα παιδιά του και τα εγγόνια του. Είχε πολύ χιόνι και όπως γυρίζανε στο στρατόπεδο και ήταν πληγωμένος έπεσε από το άλογο. Το άλογο έμεινε κοντά του και προσπαθούσε να τον ζεστάνει. Τελικά τον σκέπασε με χιόνι, πήγε στο στρατόπεδο και έφερε κάποιους στρατιώτες που τον προλάβανε ζωντανό και τελικά τον σώσανε.
Όπως έλεγε, κάποτε στην Τουρκία έσωσε από θάνατο τη (μετέπειτα) πεθερά του και την γυναίκα του (δεν ξέρουμε από τι και που). Πάντως αυτή φαίνεται ήταν η αιτία της γνωριμίας. Παντρεύτηκαν στην Κωνσταντινούπολη και έκαναν δύο κορίτσια, την Καλλιόπη και την Ευγενία.

Όπως διαβάζουμε στη Wikipedia
(http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AC)
«Από την επομένη της υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάννης η Τουρκία άρχισε να περιορίζει τα δικαιώματα που παρείχε στους Έλληνες η συνθήκη, καταπατώντας με απροκάλυπτο τρόπο διάφορα άρθρα της και ασκώντας με παντοιοτρόπως ποικίλες πιέσεις στους μειονοτικούς και το ίδιο το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Μερικά μόνον από τα μέτρα που έλαβε το τουρκικό κράτος κατά των Ελλήνων μειονοτικών ήταν οι κατά καιρούς αυθαίρετες απελάσεις ομογενών και δη σημαινόντων προσώπων, απαγόρευση εξασκήσεως πολλών επαγγελμάτων από Έλληνες, κατασχέσεις περιουσιών, παρεμβολή διαφόρων προσκομμάτων στην ομαλή οργάνωση και λειτουργία των εκπαιδευτηρίων. Τέλος, το εξοντωτικότερο μέτρο κατά της ομογένειας υπήρξε η περιβόητη «φορολογία περιουσίας» (varlιk vergisi) – 'βαρλίκι' για τους ντόπιους Κωνσταντινουπολίτες. Αποτέλεσμα αυτού του νόμου υπήρξε η δήμευση πολλών περιουσιών ή η πώλησή τους σε Τούρκους έναντι ποσών ευτελεστάτων. Βάσει αυτού του νόμου η ελληνική ομογένεια, αν και αποτελούσε λιγότερο από το 0,5% του συνολικού πληθυσμού της Τουρκίας, εκλήθη να πληρώσει το 20% του συνολικού ποσού του φόρου».
Οι περιορισμοί αυτοί έκαναν τη επιβίωση τους δύσκολη και τελικά το 1935 έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη και πήγαν με πλοίο στη Κύπρο, αφού σταμάτησαν για λίγο στο Πειραιά για να δούνε τους συγγενείς τους. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στο χωριό του αλλά πολύ γρήγορα πήγαν στη Λευκωσία όπου ζουν μέχρι σήμερα.


1935, Πειραιάς, πηγαίνοντας για Κύπρο.
Φωτεινή Μυτιληναίου- Χατζηγεωργίου, Μιχάλης Χατζηγεωργίου και οι μικρές Καλλιόπη και Ευγενία (πέθανε 17 χρονών).

Πρόσφατα διάβαζα ένα πολύ ενδιαφέρον ιστορικό μυθιστόρημα «Το δακτυλίδι» του Γ. Παπαδόπουλου - Κυπραίου (http://www.dioptra.gr/Vivlio/314/772/To-daxtulidi/# ). Μαζί με την ιστορία μιας Κυπριακής οικογένειας, μαθαίνεις και την ιστορία του νησιού τα τελευταία 100 χρόνια.
Αντιγράφω ένα κομμάτι από τη σελίδα 148 που αναφέρεται στο Μικρασιατικό πόλεμο.
«Περισσότεροι από 5000 Κύπριοι εθελοντές παρουσιάστηκαν στο ελληνικό Προξενείο, ζητώντας να τους διευκολύνει να μεταβούν στη Μικρασία για να ενισχύσουν το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, καθώς η κυβέρνηση της Κύπρου απαγόρευε την αναχώρηση τους. Τελικά αυτό δεν έγινε δυνατόν, κι έτσι στην εκστρατεία συμμετείχαν μόνο Κύπριοι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, απόφοιτοι της σχολής Ευελπίδων, καθώς και παλαιοί Κύπριοι στρατιωτικοί, όπως ο βετεράνος των Βαλκανικών πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου Ιωάννης Τσαγγαρίδης, ο οποίος έφτασε μέχρι το Σαγγάριο, διοικητής αποσπάσματος. Στην πολύνεκρη μάχη του Σαγγάριου τραυματίστηκε και ο επίσης βετεράνος των Βαλκανικών πολέμων Χαράλαμπος Θεοδοσίου, αξιωματικός του Ιππικού.
Και μετά ήρθε η καταστροφή..... Αλλά οι Άγγλοι εμπόδιζαν την αποβίβαση στην Κύπρο προσφύγων από τα Τούρκικα παράλια, που κατέφθαναν στις ακτές της με μικρά πλοιάρια και ιστιοφόρα και τη φρίκη στα μάτια. Χαρακτηριστικές είναι οι εκκλήσεις που απέστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος ο Γ΄ τον Δεκέμβριο του 1922 στον Δήμαρχο του Λονδίνου, στον Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρυ και στη Βουλή των Κοινοτήτων, ζητώντας την επέμβαση τους για να επιτραπεί η αποβίβαση και περίθαλψη των Μικρασιατών προσφύγων.
Τελικά, μετά από πιέσεις του Λονδίνου, ο Βρετανός διοικητής αποφάσισε να δεχθεί μόνο δεκάμισι χιλιάδες πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων Βρετανούς, Αρμενίους, Κυπρίους και άλλους Έλληνες της Μικράς Ασίας, αλλά και αυτούς με δυσμενέστατους όρους.
Παρά τη βαρύτατη φορολογία που ήδη κατέβαλλαν οι Έλληνες της Κύπρου, οι αποικιοκράτες αρνήθηκαν να αναλάβουν έστω και στο ελάχιστο το κόστος εγκατάστασης, σίτισης και περίθαλψης των ξεριζωμένων από τις εστίες των προσφύγων. Αντίθετα επέβαλαν την καταβολή σαράντα λιρών για καθέναν από τους πρόσφυγες που θα αποβιβαζόταν στο νησί – ποσό τεράστιο, αν συνυπολογίσει κανείς και όλα όσα απαιτούνταν ακόμη για την επιβίωση των δυστυχισμένων εκείνων ανθρώπων.
Με τη βοήθεια της Εκκλησίας, οι Κύπριοι οργάνωσαν παντού επιτροπές επιφορτισμένες με την πραγματοποίηση εράνων για τη συγκέντρωση χρημάτων και ειδών διατροφής και ένδυσης για την ενίσχυση των Μικρασιατών. Η Κύπρος έγινε κιβωτός σωτηρίας για τους πρόσφυγες.