Η Ραφήνα στις αρχές της δεκαετίας του 50.

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 25 Οκτωβρίου 2014, 04:27:37 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Η Ραφήνα στις αρχές της δεκαετίας του 50.

Η Ραφήνα του 50! Περισσότερο από μισό αιώνα πριν! Στη Ραφήνα ανεβαίναμε πολύ συχνά μέχρι το 1957-58, που μέναμε στου Ψυρρή, για να βλέπουμε τη γιαγιά και να παίρνουμε καθαρό αέρα. Μετά μετακομίσαμε στην «εξοχή», στο Μπουρνάζι. Ήταν πια δύσκολο, να πηγαίνουμε και στο Πεδίον του Άρεως να πάρουμε το λεωφορείο της Ραφήνας. Χρειαζόμασταν αστική συγκοινωνία και αρκετό ποδαρόδρομο και έτσι δεν ανεβαίναμε πια συχνά.
Ο μπαμπάς μου είχε μια προπολεμική φωτογραφική μηχανή Kodak, με ένα Zeiss φακό 35mm, που άνοιγε με μια φυσούνα (σαν ακορντεόν). Έχουμε λοιπόν αρκετές φωτογραφίες εκείνης της εποχής για να μας θυμίζουν ότι θα είχαμε ξεχάσει αλλιώς. Η μηχανή, ήτανε σε χρήση μέχρι το 80 περίπου. Το μόνο πρόβλημα που παρουσίασε προς το τέλος της ζωής της, ήταν κάτι γραναζάκια, που κολλάγανε που και που και δεν γύριζε καλά το φιλμ. Τώρα ξεκουράζεται, περήφανη για τη σκληρή της δουλειά.
Όσοι ξέρατε τη Ραφήνα εκείνης της εποχής θα ξαναθυμηθείτε μερικές γειτονιές, όσοι όμως δεν την ξέρατε δεν θα την αναγνωρίσετε καθόλου. Η Ραφήνα που μεγάλωσα εγώ, το «χωριό» της γιαγιάς μου, δεν υπάρχει πια. Είχε χαμηλά, ομοιόμορφα σπιτάκια, λουλούδια σε μεγάλους κήπους και χωματόδρομους. Την άνοιξη γέμιζε παπαρούνες και κίτρινες μαργαρίτες πιο ψηλές από το μπόι μου (εκείνης της εποχής) που έπαιζα κρυφτό ανάμεσα τους.
Στη σημερινή τσιμεντούπολη, μόνο τα ονόματα των δρόμων είναι τα ίδια και ίσως 2-3 προσφυγικά σπιτάκια που γλύτωσαν το γκρέμισμα. Αναρωτιέμαι αν πολλοί από τους κατοίκους αυτής της πόλης, ξέρουν ποιοί ήταν οι άνθρωποι που έχουν δώσει τα ονόματα τους στους δρόμους γύρω τους. Ξέρουν άραγε τι θα πει προσφυγικό χωριό;




Η πρώτη φωτογραφία πρέπει να είναι το καλοκαίρι του 1949 στη πλαζ. Από πίσω έχει τη σφραγίδα του «Φωτο Δριμίκη» Γ' Σεπτεμβρίου 32, Αθήναι. Στο λιμάνι δεν υπάρχουν καράβια, υπάρχουν όμως 3-4 γερανοί στο βάθος. Στη δεύτερη γράφω από πίσω: «25η Μαρτίου, Γ' Δημοτικού». Το γιατί όμως να λέω εγώ ποίημα στη Ραφήνα δεν το καταλαβαίνω. Επίσης δεν ξέρω που είναι αυτή η εξέδρα; Να υποθέσω ότι είναι μπροστά στην Παντοβασίλισσα, και πίσω μου είναι ο λόφος του οχυρού;

Ας πάμε τώρα στη γειτονιά της γιαγιάς μου. Έμενε στο σπίτι του γιού της, Θανάση Πιστικίδη, στη γωνία Βασιλέως Παύλου και Σάπαρη. Ήταν από τα τελευταία σπίτια του συνοικισμού.


Η φωτογραφία είναι από τη βεράντα του σπιτιού, προς τη πλατεία (Νότια, κατά μήκος της Βασιλέως Παύλου). Στην ευθεία μπροστά είναι τα θεμέλια του σπιτιού του Γιώργου Χαϊκάλη (το είχαν γκρεμίσει οι Γερμανοί) και μετά το σπίτι του Χανούμη. Δεξιά φαίνονται, το σπίτι του Μιλτιάδη Μπογιατζή και τα δύο ξενοδοχεία στη Πλατεία.




Η Βασιλέως Παύλου, προς τα πάνω, Βόρια. Αριστερά (στη διασταύρωση με τη Σάπαρη) είναι τα σπίτια της κ. Ανθούλας (υπάρχει ακόμα) και του Δημήτρη Ιμπριλή. Δεξιά είναι το σπίτι του Θείου και πιο πάνω η βίλα του Μπότση.
Η αριστερή φωτογραφία γράφει από πίσω «Ιούλιος Σ. Δερμίκης, Φωτογράφος, Ραφίνα, Αττικής». Ποιος δεν θυμάται τον κ. Ιούλιο, που με τη μηχανή στον ώμο, όργωνε με ένα ποδήλατο τη Ραφήνα για να αποθανατίσει ότι σημαντικό  μπορεί να συνέβαινε στο χωριό, π.χ. εμάς, τα πιτσιρίκια που πηγαίναμε για μπάνιο! Το κυνήγι του μεροκάματου ήταν πάντα σκληρή υπόθεση. Η ενδιαφέρουσα ζωή του κ. Ιούλιου περιγράφεται στο άρθρο της Ολυμπίας Παξινού στο «τ' Ανάβλεμμα», 4ο τεύχος, 2004.
Στη γωνία αριστερά υπήρχε και μια βρύση (μπροστά στης κ. Μαρίκας του Αμερικάνου). Από κει, όλη η γειτονιά κουβάλαγε νερό με τις στάμνες στα σπίτια τους. Κάτω από τη σκιά του ευκαλύπτου, ώσπου να γεμίσουν οι στάμνες και οι τενεκέδες, γινότανε και μια «ανταλλαγή» τοπικών ειδήσεων.
 



Ο συνοικισμός τέλειωνε στα σπίτια που ήταν επί της Β. Παύλου. Μετά ήταν μια «χορτολιβαδική» έκταση, έως τον Άγιο Νικόλα και το Μπλε Λιμανάκι. Φυσούσε πολύ εκεί, δεν τους άρεσε να έχουν τα σπίτια τους και την άφησαν για βοσκοτόπια, έλα όμως που αργότερα φύτρωσαν «Βίλες» (βλέπε: Θανάσης Πιστικίδης: « Ραφήνα: Ριζώματα, Βιώματα, Παθήματα, σελίδα 68).
Αμέσως μετά τον πόλεμο, υπήρχαν ήδη 2-3 σπίτια στη Φ. Καβουνίδου, του Αιγύπτιου (στη αριστερή φωτογραφία) το σπίτι που αργότερα αγόρασαν για τη θεία μου Τούλα Πιστικίδου όταν παντρεύτηκε και του Στέφανου Πέρρη (στη δεξιά φωτογραφία). Ο Άγιος Νικόλας φαίνεται στο βάθος της πρώτης φωτογραφίας. Στις φωτογραφίες αυτές, του 1948, είμαι με τη μαμά μου (Γεωργία Πιστικίδου-Μυτιληναίου) και τη γιαγιά μου (Αναστασία Κολυβίδου-Πιστικίδου).




Αργότερα, κολλητά στου θείου, κτίστηκε το πέτρινο σπίτι της Ευανθίας Μπογιατζή, που φαίνεται (στην αριστερή φωτογραφία) πίσω από την οικογένεια Μυτιληναίου και τη μικρή Αναστασία Μιχαήλ-Σαριδάκη. Στη δεξιά φωτογραφία φαίνεται το σπίτι του συνοικισμού, με το χαρακτηριστικό πλεκτό κουρτινάκι και ο παππούς μου, Βασίλης Κολυβίδης (αδελφός της γιαγιάς), γνωστός σαν ο «παππούς με τα μουστάκια πάνω», για να ξεχωρίζει από τον Βασίλη Πιστικίδη, τον «παππού με τα μουστάκια κάτω».


Η βουκολική αυτή εικόνα, είναι τραβηγμένη στη «χορτολιβαδική έκταση» δηλαδή στον άδειο χώρο του οικοδομικού τετραγώνου μεταξύ της Β. Παύλου και Φ. Καβουνίδη. Εκεί με μεγαλοπρέπεια, έβοσκαν οι κατσίκες που είχε η Κλειώ! Στο βάθος φαίνονται τα ξενοδοχεία της πλατείας. Στα αριστερά αυτής της φωτογραφίας, στη γωνία Φ. Καβουνίδου και Σ. Πέρρη ήταν ένα Γερμανικό καταφύγιο που μας άρεσε πολύ να παίζουμε. Ήταν κάτι σαν τη παιδική χαρά της εποχής! Μέσα δεν μπορούσαμε να μπούμε, ήταν μπαζωμένο. Μόνο 4-5 σκαλάκια είχαν μείνει ακάλυπτα που μπορούσαμε να κατεβαίνουμε και να κρυβόμαστε. Τα ψηλά χόρτα μας κρύβανε μια χαρά. Γύρω-γύρω είχε ανοίγματα, σαν αυτά που υπάρχουν στην Αγία Μαρίνα, από τη πλευρά της θάλασσας. Με ράμπες ανέβαινες στη κορυφή σε μια επίπεδη τσιμεντένια επιφάνεια, περίπου 15-20 τ.μ. Οι ράμπες ήταν αρκετά απότομες, οπότε χρειαζόσουνα αρκετή φόρα για να ανέβεις, αλλά έκανες πολύ ωραία τσουλήθρα για να κατέβεις. Βλέπετε τότε δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί οι παιδικές χαρές και παίζαμε με ότι είχαμε διαθέσιμο!