Ο πρώτος διωγμός και η επιδημία εξανθηματικού τύφου στη Τρίγλια το 1915

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 16 Ιανουαρίου 2021, 09:23:11 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Ο πρώτος διωγμός και η επιδημία εξανθηματικού τύφου στη Τρίγλια το 1915
Από το βιβλίο του Λάζαρου Βελισσάρη «Πορεία Ζωής».

Όπως λέγεται συνήθως «άμα έρθει ένα κακό, περίμενε και ένα άλλο»! Έτσι ακριβώς έγινε στη Τρίγλια το 1915. Από την μια μεριά ο πρώτος διωγμός και καπάκι, η επιδημία του εξανθηματικού τύφου. Όπως όλες οι επιδημίες, βρήκε κακοταϊσμένους, εξουθενωμένους ανθρώπους, να ζουν στοιβαγμένοι σε άθλιες αποθήκες ή σε υπόγεια και τους θέρισε. Σχεδόν 1000 Τριγλιανοί πεθάνανε, δηλαδή το ¼ του πληθυσμού.
Ας παρακολουθήσουμε πως τα είδε με τα παιδικά του μάτια ο Λάζαρος Βελισσάρης και μας τα διηγήθηκε στο βιβλίο του «Πορεία Ζωής».

Το 1915 στις 7 Ιουλίου ήλθε στο χωριό ένας «Γιούσπασης», Λοχαγός με το στρατό. Αυτός διατάζει ότι έως την επομένη το βράδυ, δεν θα μείνει Χριστιανός στο χωριό. Όταν πήγε να παραπονεθεί ο Πρόεδρος, ο αξιωματικός του απάντησε: «Δεν ντρέπεσαι, τόσα χρόνια ζείτε σ' αυτό το κράτος και τώρα που έχομε πόλεμο εσείς τροφοδοτείτε τα υποβρύχια των Εγκλέζων». Τώρα, πώς εμείς τροφοδοτούσαμε τα υποβρύχια, είναι απορίας άξιον. Διατάζει επίσης ο Γιουσπασής ότι, όσοι φοβούνται για τα πράγματά τους ας τα φέρουν στις εκκλησίες και αυτοί θα τα σφραγίζανε.

Το επόμενο πρωί βρίσκομε ένα κάρο ενός Τούρκου, βάζουμε κάτω ένα στρώμα για να καθίσουμε, δένουμε και πίσω στη σχάρα δύο ντέκια και ένα κοφίνι με κουζινικά. Ανεβαίνουμε στο κάρο η μάνα μου, εγώ, τα αδέλφια μου: Κώστας, Χαρίκλεια, Κατερίνη, Σοφοκλής και η Παρασκευή, η υπηρέτρια που είχαμε, που ήταν από το Ντερέκιοι και την πήραμε μαζί μας. Παίρνει η μάνα μου και το μωρό μας, τον Σταύρο, τριών μηνών τότε, στην αγκαλιά. Ανεβαίνει και ο θείος ο Β. Καλπάκης κοντά στον αραμπαζή και πάμε για την Προύσσα. Ο πατέρας μου έμεινε, με σκοπό να φορτώσει και άλλα πράγματα.

...Στην Προύσσα φτάσαμε στις 8 Ιουλίου, το βράδυ, φιλοξενηθήκαμε σε ένα σπίτι πέντε οικογένειες, και το πρωί, ο πατέρας μου έτρεχε να βρει σπίτι.
Εκείνη την εποχή είχαν εξοριστεί στην Προύσσα έως 40 χωριά, γέμισαν τα ξενοδοχεία, τα χάνια, τα σχολεία, οι αποθήκες κουκουλιών, που είχαν όλα επιταχθεί. Αλλά ο κόσμος ήταν πολύς και, σε κάθε οικογένεια, έδιναν από 1-2 μέτρα μέρος. Φανταστείτε τι συνωστισμός.

Ο πατέρας μου, με τους Νικόλα και Βασίλη Καλπάκη, άνοιξαν αλευράδικο. Κατά το Σεπτέμβριο, ήρθαν και τα αλεύρια για τους Τριγλιανούς, τα είχε στείλει ο Ιωάννης Τσάπαρης, Τριγλιανός
που έμενε στη Ρουμανία, και τα πήρανε οι φτωχοί. Ο ίδιος έστειλε και δεύτερη παρτίδα, αλλά μετά έκλεισαν οι δρόμοι.
Η μάνα μου, με τη γιαγιά μου, συνεχώς μουρμούριζαν για το σπίτι. Επιτέλους βρήκαμε ένα στο συντριβάνι κοντά, με νοίκι δυο μεζίτια το μήνα και πήγαμε. Εκεί καθόταν πολλοί Τριγλιανοί και Προυσσιανοί χριστιανοί.

Η οικογένειά μας μεγάλη, τα έξοδα μεγάλα, κάθε μέρα τα πράγματα ακρίβαιναν και σπανίζαν. Ο πατέρας μου, με άλλους χωριανούς, συμφωνούν με ένα Μπέη να πάνε στο Σόλος (γειτονικό χωριό) για να μαζέψουν ελιές. Ο Μπέης, τους κάλυπτε από το Στρατιωτικό. Πήγαν, περίπου 50.

Εν τω μεταξύ οι Τούρκοι επέτρεψαν να πάμε να πάρουμε τα ρούχα μας από τις εκκλησίες, όπου τα είχαμε αφήσει πριν φύγουμε. Ο μπαμπάς βρισκόταν τότε στο Σόλος. Έτσι μας παίρνει, μάνα μου εμένα και τον Κώτσο μας για να πάμε στην Τρίγλια να πάρουμε τα ρούχα μας.
Κατά το βράδυ φτάσαμε με το τρένο, στα Μουντανιά και μείναμε στον συγγενή μας Γκαρίπη. Εγώ εκείνο το βράδυ αρρώστησα. Το πρωί, η μάνα μου παίρνει τον Κώτσο μας για να πάει στην Τρίγλια. Μόλις φτάνουν στο μερά της Τρίγλιας, ένας αγροφύλακας τους απαγορεύει να προχωρήσουν. Άλλες γυναίκες πάνε από τα κτήματα. Προσπαθεί και η μάνα μου, αλλά ο αδελφός μου φοβάται και κλαίει και έτσι αναγκάζεται να γυρίσει πίσω. Και την άλλη μέρα πήγαν, αλλά βρήκαν τα σεντούκια, τα μπορά όλα κλεμμένα και πήρε κάτι άχρηστα πράγματα που είχαν μείνει. Μετά από τόση ταλαιπωρία, ήρθαμε στην Προύσσα άπρακτοι και απογοητευμένοι. Το βράδυ που ήρθαμε από την Τρίγλια αρρώστησε η μάνα μου και φωνάξαμε τον Δημήτριο τον ιατρό.

Εδώ θέλω να διηγηθώ πολύ λίγα από όσα οφείλουμε σ αυτόν τον ήρωα των Τριγλιανών: ήταν υιός του Παππαβασίλη, ένας λεβέντης δυο μέτρα, κουνιάδος του Αμουτζα. Σπούδασε ιατρός στην Αθήνα, αλλά ακόμη δεν είχε πάρει την άδεια να κάνει τον ιατρό. Οι Τριγλιανοί όμως τον προτιμούσαν, γιατί ως ιατρός και ως άνθρωπος ήταν άφθαστος. Όταν ενέσκηψε ο εξανθηματικός τύφος, όλοι αυτόν φώναζαν. Όσοι είχαν τον πλήρωναν, αλλά αυτός δεν έκανε διάκριση. Μέρα νύχτα: «Ιατρέ» εδώ, «Ιατρέ» εκεί, έτρεχε παντού να συμβουλεύει και να δώσει θάρρος έως ότου έπεσε και αυτός στις επάλξεις του καθήκοντος του επαγγέλματος του: πέθανε 25 χρονών από τύφο. Κατόπιν πέσαμε όλοι οι Τριγλιανοί στον Τζασβάνη Καλεμπερή: αυτός τότε ήταν Μπίνπασης (συνταγματάρχης) επιστρατευμένος, όμως έμενε στην Προύσσα, υπηρετούσε στα Σπιτάλια (νοσοκομεία). Αλλά για τους Τριγλιανούς πάντα έβρισκε ώρα να εξυπηρετήσει. Τον έφαγε και αυτόν ο καταραμένος τύφος.

Οι Τριγλιανοί από τα μέσα Νοεμβρίου του 1915 ως το Φεβρουάριο του 1916 πέθαιναν, κάθε μέρα, ανά δέκα-δέκα πέντε. Έτσι, κατά τους υπολογισμούς που έκαναν, στο μαγαζί μας και τους άκουγα, ο Βασιλάκης Γκικάδης που ήταν ένας ληξίαρχος της Τρίγλιας, ομοίως ο Γιωργάκης ο Τακάς και άλλοι φίλοι και όμοιοι, ο τύφος έφαγε συνολικά περίπου 1.000 Τριγλιανούς.
Μια μέρα ο υιός του Δημητράκη Μπακιρτζή, του νοικοκύρη μας, ο Παύλος, μας λέει ότι πάει στο νοσοκομείο και μας παρακαλάει να προσέχουμε τον πατέρα του. Σε λίγες μέρες πέθαναν πατέρας και υιός.
Αρρώστησε μετά και η γιαγιά μου. Χρειαστήκαμε να φέρουμε ένα δέμα στρώματα που είχαμε αφήσει στα Μουντανιά που θα χρησιμοποιούσαμε για να την αλλάζουμε. Στέλνουν λοιπόν εμένα, τον λεβέντη, να πάω να τα πάρω. Ανεβαίνω στο τρένο χωρίς εισιτήριο και προσπαθώ να κρυφτώ, αλλά με πιάνει ο Σερκέζος (Κυρκάσιος, Τούρκος) υπάλληλος των σιδηροδρόμων, και με μαλώνει λέγοντας μου να κατεβώ στην άλλη στάση. Εγώ δεν κατέβηκα και αυτός έκανε πως δεν με έβλεπε.
Στα Μουντανιά πήγα στο σπίτι της εξαδέλφης του μπαμπά μου Κλειώς και την άλλη μέρα βρίσκω το θείο μου Βασ. Καλπάκη. Αυτός με παίρνει και, με το δέμα, πάμε στο σταθμό, με βγάζει εισιτήριο και φορτωτική για το δέμα. Έτσι φεύγω για την Προύσσα. Κατεβαίνω στον πρώτο σταθμό, πάω στο σταθμάρχη, δείχνω τη φορτωτική, αυτός μου λέει ότι το δέμα πρέπει να κατεβεί στο σταθμό του Αραμπάγιαται. Εγώ στενοχωριέμαι και φεύγω για το σπίτι. Αλλά, μέχρι να γυρίσω από τα Μουντανιά, η γιαγιά μου είχε πεθάνει. Ήταν η μέρα του Αγίου Νικολάου του 1915. Πήγαμε μετά εγώ, ο αδελφός μου και η μάνα μου να πάρουμε το δέμα από το σταθμό.

Μετά τις γιορτές αρρώστησε το μωρό μας, ο Σταύρος, κατόπιν, με τη σειρά, η Κατίνα, η Χαρίκλεια, εγώ, ο Σοφοκλής, ο Κώτσος, έπειτα αρρωσταίνει η μάνα μας, πολύ βαριά, και στο τέλος, ο πατέρας μου. Δεν είχαμε κανένα να μας εξυπηρετήσει, η ασθένεια ήταν πολύ κολλητική, γι' αυτό όλοι την απέφευγαν. Τέλος βρήκαμε την Κατερίνη Δημητρακού που δέχτηκε να μας εξυπηρετήσει για δυο μετζίτια το μήνα. Ήταν πολλά τα λεφτά, αλλά η ανάγκη μεγάλη και αυτή η γυναίκα δέχτηκε διότι έπρεπε να ζήσει τα παιδιά της. Για να γλυτώσουμε από αυτή την αρρώστια ξοδέψαμε τα λεπτά μας όλα, διότι τα πράγματα ακρίβαιναν με τον πόλεμο. Πουλήσαμε ό,τι είχαμε: χρυσαφικά, φλουριά, μενταγιόν, δαχτυλίδια, ασημικά και ό,τι άλλο μπορούσε να πουληθεί, γιατί η αρρώστια ήταν πολυέξοδη. Την παραμονή των Χριστουγέννων μας ειδοποιούν ότι πέθανε ο θείος της μητέρας μου ο Καπετάν Νικόλας Συρκιόγλου. Πήγε ο πατέρας μου, βρήκε μερικά λεφτά που είχε αφήσει ο θείος, αντάλλαξε τη δική του ταυτότητα και πήρε αυτή του θείου που ήταν μεγάλος για το στρατό. Ο πατέρας, με τα λεφτά που βρήκε, τον έθαψε.

Άφησε και τα γένια του και περνούσε για Νικόλαος Συρκιόγλου. Άρχισε να εργάζεται, πήγε στα χωριά, έφερε αλεύρι που είχε γίνει σπάνιο είδος και το πουλούσε. Βρήκε και κουκιά, τα έκανε αλεύρι, έγινε και αυτό ανάρπαστο.
Ο ίδιος αρρώστησε όμως από τον τύφο και καναδυό μήνες έγινε ανίκανος για εργασία. Κατά τη Σαρακοστή εργάστηκε στο χαλβατζίδικο του χαλβατζή Ομήρου. Μετά έκανε μεροκάματα όπου έβρισκε. Ο χαλβατζής Όμηρος μας πρότεινε να εκμεταλλευτούμε τα δύο κτήματα που είχε, με συκαμιές, για να πιάσουμε να βγάλουμε κουκούλια, μια και είχαμε το σπίτι του Δημ. Μπακιρτζή στη διάθεσή μας. Ο Όμηρος, χρόνια, μας έστελνε χαλβάδες όταν ήμασταν στην Τρίγλια, γι' αυτό τα κτήματα, μας τα παραχώρησε δωρεάν. Πράγματι πιάσαμε σκουλήκια και βγάλαμε κουκούλια. Αυτή τη δουλειά την κάναμε εμείς τα δυο παιδιά, ενώ ταυτόχρονα πηγαίναμε σχολείο.
Όταν ήρθε η άνοιξη, αφήσαμε το σχολείο και τρέξαμε να θρέψουμε τα σκουλήκια, να βγάλουμε κουκούλια, κουβαλούσαμε τα φύλλα με τις βέργες. Τα δεμάτια που δέναμε ήταν βαρύτερα από μας, πάντα μας έσερναν από δω και από κει, και όταν έβρεχε διπλασιάζονταν το βάρος. Μόνο η αγάπη που είχαμε στους δικούς μας και η ανάγκη μας ατσάλωναν τη θέλησή μας. Τα βγάλαμε πέρα. Πουλήσαμε τα κουκούλια και πήραμε χρήματα. Αλλά μείναμε και οι δυο στάσιμοι εκείνη τη χρονιά.