Ο Αριστοφάνης Κασούρης και η οικογένειά του

Ξεκίνησε από Μάκης Αποστολάτος, 18 Σεπτεμβρίου 2023, 02:26:14 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Μάκης Αποστολάτος

Ποιος ήταν



Για τον Αριστοφάνη ή Στέφανο ή Στεφανή Κασούρη έχουν γραφτεί πολλά, κυρίως, από τον πολυγραφότατο λαογράφο Σταύρο Μαργαρίτη και έχουν δημοσιευθεί αποσπασματικά στα Τριγλιανά Νέα, σε βιβλία, σε εφημερίδες και στο forum των Απανταχού Τριγλιανών και από τον Μάκη Λαδόπουλο στο «Τριγλιανοί διάλογοι». Οι ιστορίες αυτές αναφέρονται κυρίως σε χαρακτηριστικά λαογραφικά στοιχεία από τη ζωή του, ένα σημαντικό τμήμα της οποίας διετέλεσε δήμαρχος της Τρίγλιας Βιθυνίας.

Ο Κασούρης ήταν έμπορος, είχε μύλο φωτιάς (Λάζαρος Βελισσάρης, «Πορεία Ζωής» σελ 24), είχε μπακάλικο (Στ. Μαργαρίτης, «Ήιη και Έθιμα της παλιάς Τρίγλιας»)  και ένα μοτόρι (καίκι με μηχανή), σύμφωνα με σχετικές αναφορές. Δεν είναι γνωστά, όμως, τα μέλη της οικογένειάς του, από τα υπάρχοντα στοιχεία (Κώδικες Εφοροδημογεροντίας κλπ), αλλά αυτά έγιναν γνωστά από τα Μητρώα Προσφύγων στα Δημοτολόγια των πόλεων Θεσσαλονίκης και Καβάλας, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν το 2022 με αφορμή την επέτειο των 100 ετών από την Μικρασιατική Καταστροφή.

Δεν είναι γνωστή, επίσης, η περίοδος δημαρχίας του Κασούρη, δεδομένου ότι διασώθηκαν μόνον οι τέσσερις Κώδικες της Εφοροδημογεροντίας που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), και όχι αρχεία της Δημαρχίας της Τρίγλιας, αν τηρούνταν, αλλά ο Θανάσης Πιστικίδης γράφει στο βιβλίο του «Τρίγλια Βιθυνίας» (σελ. 66), για το θέμα αυτό: «Ο μπαρμπα – Στεφανής Κασούρης, 35 χρόνια δήμαρχος «μπελεντιές» πριν το διωγμό, παραχωρεί τη θέση του στον επιστήμονα, στον  γιατρό Κων/τινο Κονδυλένιο". Υπολογίζεται ότι τα 35 χρόνια δημαρχίας του Κασούρη προσδιορίζονται στην περίοδο 1880-1914 περίπου. Από τη μελέτη των Κωδίκων αυτών προκύπτει ότι, ο Αριστοφάνης Κασούρης δεν ήταν Δήμαρχος στην περίοδο μετά την επιστροφή των Τριγλιανών από την Προύσα (Α' διωγμός 1914-1918), αλλά συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές.

Ο χαρακτήρας και η δυναμικότητα του Στεφανή Κασούρη αναδεικνύονται σε αδημοσίευτο χειρόγραφο κείμενο του Στ. Μαργαρίτη με τίτλο «Παλιές αναμνήσεις-Πραγματικότης» στο οποίο τον περιγράφει γλαφυρά (όπως το έγραψε): «Όπως σήμερα εδώ στην Ελλάδα έχουμε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, έτσι και στην παλαιά Τρίγλια της Μικράς Ασίας, είχαμε ισόβιο Πρόεδρο, τον Κασούρη όχι πως ήτο εγγράμματος αλλ' ούτε και πλούσιος ήταν άνθρωπος μυαλομένος διότι ότι και αν υπήρχε μέσα στην Τρίγλια, οποιοδήποτε θέμα, σχολεικόν, δικαστικόν, αγρονομικό έπρεπε να πάει ο Κασούρης για να κρίνη να πει τη γνώμη του και να λειθή το πρόβλημα, δηλαδή ο λόγος του ήταν Νόμος. Και έβλεπες τον μακαρίτη τον Κασούρη να κατεβένη από τον επάνω μαχαλά στον κάτω μαχαλά στο ντερέ στο παζάρι γιατί στο γιοφύρι εκεί είχε μπακάλικο συνεταιρικό με τους Τακάδες και το έβλεπες τότε σε ηλικία 75 και 80 χρονών καμαροτός ολόισιος ψηλός σαν κυπαρίσι με τα μεγάλα μουστάκια με τα φαρδιά φορούσε βράκα με το φαρδύ ζουνάρι με φέσι σκούρο και αψηλό και με τις κουτούρες και από κάτω με καμπαράδες (τα υποδήματα της εποχής) που όταν περπατούσε, τα καλτηρίμια (λιθόστρωτα) τρίζανε, βαστούσε και στο χέρι το ζερβί ένα κομπολόι με χοντρές χάντρες από ζεντέφι και από όποιο σοκάκι περνούσε άνδρες και γυναίκες τον κάνανε τεμενά (χαιρετισμός) δηλαδή ήταν άνθρωπος που κατέβαζε και από την κρεμάλα ακόμη άνθρωπο που λέει η παροιμία, διότι ήτο και τουρκιστής καλός γνώριζε απτέστως την τουρκική».

Όποιον πιάνανε οι Τσανταρμάδες (χωροφύλακες) και τον πηγένανε στο καρακόλι (αστυνομία) για να τον τιμαρέψουν οι Τούρκοι, αυτός θα πήγενε να τον γλυτόση και τον έβλεπες συνάμενος κουνάμενος ανέβενε τις σκάλες του κονακιού (αστυνομία) παρουσιαζότανε στον Μουντούρη (αστυνόμος) έκανε ένα μεγάλο τεμενά (χαιρετισμό) και με βαθειά υπόκλειση έπερνε μετά την καρέκλα έστριβε τη βράκα του και μετά κάθηζε κοντά στον Μουντούρη και τα λέγανε σαν διο καλοί φίλοι και σε πέντε 5 λεπτά ο κατηγορούμενος έβγενε απ' την πίσω πόρτα του κονακιού σαν βρεγμένη γάτα. Ο Κασούρης είχε ταλέντο όχι μόνο μέσα στην Τρίγλια αλλά και έξω από την Τρίγλια. Οι πασάδες της Προύσας τον γνωρίζανε, ακόμα και με τον Σουλτάνο της πόλης είχε σχέσεις».

Στο αφιέρωμα του Γιώργου Κασούρη, γιο του Δημήτριου και εγγονό του Αριστοφάνη-Στέφανου, για τον παππού του (ΤΝ 15/26.4.1978), γράφει «(λείπει τμήμα του κειμένου) ... ότι υπήρξε για πολλά χρόνια Δήμαρχος Τρίγλιας και ήταν πολύ αγαπητός στους Έλληνες και τους Τούρκους. Το πραγματικό του όνομα ήτο Αριστοφάνης και οι Τούρκοι που γνώριζαν την καλωσύνη του του έλεγαν συχνά: «Αριστομάνη τσόρμπατζη εισ' Αλλάχ Ολού-Χατζή». Σας γράφω δυό αληθινά γεγονότα που συνέβησαν την εποχή που ήταν Δήμαρχος Τρίγλιας.
Α) Ο Στεφανής Κασούρης εκτός από Δήμαρχος υπήρξε δαιμόνιο επιχειρηματικό πνεύμα. Στο Γυαλί-Τσιφλίκι είχε μύλο που άλεθε σιτάρι και κάθε μέρα πήγαινε εκεί από την Τρίγλια με το άλογο. Κάποτε επιστρέφοντας στο σπίτι του είδε ένα Τούρκο κακοντυμένο και νηστικό. Σταμάτησε, τον ... (λείπει τμήμα του κειμένου). Ο Στεφανής σώθηκε και δεν ταξίδεψε άλλη φορά νύχτα.
Β) Η φήμη του Στεφανή Κασούρη σαν καλού Δημάρχου και ανθρώπου ήταν γνωστή στα Μουδανιά κι την Προύσα όπου ανήκε διοικητικώς η Τρίγλια. Κάποτε ένας αντίπαλός του (ας μου επιτραπεί να μη αναφέρω τ' όνομά του) τον νίκησε στις Δημοτικές εκλογές και ανεδείχθη Δήμαρχος Τρίγλιας. Αυτό όμως δυσαρέστησε τους Τούρκους οι οποίοι υπεστήριζαν τον Στεφανή. Ο νέος Δήμαρχος επεσκέφθη πολλές φορές τα Μουδανιά και υπέβαλε διάφορα θέματα που αφορούσαν την Τρίγλια ζητώντας την έγκρισή τους και την βοήθεια των Τούρκων αρμοδίων. Δεν κατόρθωσε όμως τίποτα με τις επισκέψεις του αυτές γιατί οι Τούρκοι για το κάθε θέμα του απαντούσαν «ντοσουνετζέις» (θα το σκεφθούμε). Έτσι μη μπορώντας να κάνη ο νέος Δήμαρχος, και ακούγοντας πάντοτε «ντοσουνετζέις» ... αναγκάστηκε να υποβάλη την παραίτησή του οπότε ανέλαβε και πάλι Δήμαρχος Τρίγλιας ο Στεφανής Κασούρης πράγμα που έδωσε χαρά στους Τούρκους, και από τότε όλα πήγαιναν καλά.
Ο Στεφανής είχε το πλεονέκτημα να πιστεύη σ' αυτά που έλεγε και έπειθε τον κάθε συνομιλητή του. Η όλη του εμφάνιση έδειχνε άνθρωπο που προξενεί τον σεβασμό και την μεγαλοπρέπεια. Το επώνυμο ... σούρια», έτσι ονόμαζαν οι Τριγλιανοί τα κρύσταλλα που κρέμονται από τα κεραμμύδια όταν το νερό παγώσει.
Σας γράφω και ένα χιούμορ που συνέβη, και το οποίο διαβάζοντάς το οι Τριγλιανοί θα γελούν για πολλά χρόνια. Γνωρίζετε ότι η Τριγλιανή διάλεκτος είναι πολύ καλή και ευχάριστη για όσους την γνωρίζουν.
Οι αδελφές Ευθυμία και Ζωή Συρκιόγλου ήδη χήρες Δημητρίου Κασούρη και Κωνσταντίνου Τσακίρη, είναι πολύ αγαπημένες και επισκέπτονται συχνά η μια την άλλη. Έτσι λοιπόν μετά την επίσκεψη της πρώτης στην δεύτερη την αποχαιρετά και ενώ κατεβαίνει την ξύλινη σκάλα του σπιτιού αισθάνεται ζαλάδα και απευθυνόμενη στην αδελφή της της λέει: «Ζωή σουσουμίζομαι» και η Ζωή απαντά: «Με το ουσούλι ... Πρόσεξε μη καϊντίσεις και φύγεις λοκάνι ...».
Σας στέλνω τους χαιρετισμούς μου και σας ευχαριστώ.
Γεώργιος Κασούρης
Υπάλληλος Αγροτ. Τραπέζης, Καβάλα».


Από τις πολλές αναφορές του Σταύρου Μαργαρίτη στον Κασούρη σταχυολογούμε μερικές ακόμη χαρακτηριστικές που περιγράφουν στιγμιότυπα από τη ζωή, την εμπειρία του και το σεβασμό που απολάμβανε από τους συμπατριώτες του, αλλά και από τους Οθωμανούς αξιωματούχους και μη.

Στο κείμενο «Ο Κασούρης στο καφενείο του Σούρα» ο Στ. Μαργαρίτης γράφει «..... στο καφενείο του Σούρα κατέβαινε από τον επάνω μαχαλά ο Κασούρης για να γιαδεί το μοτόρι του  (καΐκι με μηχανή) και έπαιρνε μια καρέκλα και καθόταν απ' έξω στο πεζούλι για να ντο χτυπά ο θαλασσινός αγέρας και φώναζε στο Σούρα «μπρεσί Σούρα ΄κούεις με, κάνε ένα καβέ, ξέρεις πως ντο νε πίνω να μη στο ξαναλέω» «ξέρω – ξέρω» φώναζε ο Σούρας και ύστερις ντο νέλεγε και πήγε κοντά του «τι ήρτες και στάθηκες μπροστά μου σαν το νταντούλι, άκουσε εδώ πέρα πουσε κρίνω φέρε και τα καπνά σου για να κάνω τσιγάρο γιατί ξέασα ντη νταμπακέρα στο σπίτι».
Πήγαινε ντο καφέ και τη ταμπακιέρα ο Σούρας και κάθιζε κοντά του και εκρίνανε και οι δυο. Λέει μετά ο Κασούρης «άκουε δωπέρα Σούρα που σε κρίνω, αύριο θα πάμε με το μοτόρι στην Πόλη. Θέλεις να σε κάνουμε κανένα χουζμέτι (δουλειά) για το μααζί;» Έλεγε μετά ο Σούρας. «Α  νταή (θείο) Κασούρη θάρτω και γω μαϊτσα». Έλεγε μετά ο Κασούρης «κακό χρόνο να 'χεις στην Πόλη μπρε συ μπερμπάντη, ξόανο δε κάθεσαι στο τουκιάνι σου (μαγαζί) που να 'χεις τ' ανάθεμα λολάγιο άμα θάρτης στη πόλη θα χαθείς βρε χαμένο ρούχο, θα σε κάνουσι αράνες – τουφάνι οι γιανκισιτσίδες (κλέφτες) και σένα και τις παράδες σου. Αλλά ποιανού γιος είσαι; της Σούρας, η ζερντελιά (βερικοκιά) θα κάνει, ζέρντελα (βερίκοκα). Εσύ δεν είσαι για τέτοια ταξίδια  άμα μας έβρει κανένας άτσαλος καιρός τι θα κάνεις βρε συ βορκιό (χοντρός), δεν θα σταματάς από το ξερατό (εμετό) γι' αυτό κάτσε στον καβενέ σου και άμα θέλεις τίποτις γράψε ένα πούσουλα (γράμμα) και δώσετο σ' ένα γκεμιτζή (ναύτη) για να στα φέρουσι ούλα.» «Ότι θέλεις» έλεγε μετά ο Σούρας. «Καλά καλά αφού δεν με θέλεις και εγώ δεν έρχουμαι». Έλεγε μετά ο Κασούρης «όχι μπρε για το καλό σε λέω μπα και σε σηκώνω εγώ στη ράχη μου το μοτόρι θα σε πάει, το μοτόρι θα σε φέρει».

Στο κείμενο «Ημέρες και Έργα του Κασούρη» (ΤΝ 13/15.12.1977) γράφει «Κάποτε ο Στεφανής Κασούρης, που φορούσε βράκες, ανέβαινε από τον κάτω μαχαλά για το σπίτι του και αντάμωσε τον Αναστάση Μουτανιώτη μεθυσμένο. Μόλις τον βλέπει ο Κασούρης του φωνάζει:
-Αναστάση χόρεβαση;
Και απαντά ο Μουτανιώτης στον Κασούρη:
-Χόρεβαση στην βράκα σου.
Κάποτε ένας Τούρκος, όχι Τριγλιανός, έσπασε έναν σταυρό από τα μνήματα. Πηγαίνει αμέσως ο Κασούρης στο χοκιμάτι (αστυνομία). Το χοκιμάτι αδιαφόρησε, οπότε δεν χάνει καιρό, και πηγαίνει στην Προύσα στον βαλή (νομάρχη) και λέγει τα συμβάντα.
Αμέσως ο βαλής διατάζει και τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν αυστηρά.
Κάποτε πάλι ένας Τριγλιανός μάλωσε με έναν Τούρκο και τον πάνε στο χοκιμάτι και από εκεί στο καρακόλι (διοικητήριο) της Προύσας. Αμέσως ο Κασούρης, που ήξερε τα τουρκικά και περνούσε ο λόγος του, πήγε στον Διοικητή και είπε ότι είναι καλός άνθρωπος και όπως τα είπε ο Τούρκος δεν είναι αλήθεια και τον άφησαν αμέσως και γύρισε στην Τρίγλια.
Ο Στεφανής Κασούρης ήταν δυναμικός και πολύ δραστήριος. Τα έβαζε πάντοτε με τους Τούρκους και ήταν πολύ γνωστός και στον βαλή και στον Καϊμακάμη.


Στο κείμενο «Ήθη και έθιμα στην παλιά Τρίγλια» ο ίδιος γράφει «.... ο Κασούρης ήτο μια ευφυΐα από τις σπάνιες μορφές της Τρίγλιας και αυτό το βεβαιώνουν όλοι οι Τριγλιανοί εγγράμματοι και αγράμματοι και άκουγες μέσα στα καφενεία όταν συζητούσαν για οποιοδήποτε θέμα άκουγες ενδιάμεσα να λένε «αμ' αυτό το είπε και ο Κασούρης», δηλαδή ο λόγος του είχε βαρύτητα.
Γι' αυτό οι Τριγλιανοί τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν και τον σεβόντανε. Άλλωστε ήτο και θερμός πατριώτης. Που να πεις για την Τρίγλια κακό; Κάποτε πήγε στα Παλιά Μουδανιά και οι Μουδανιώτες ήθελαν να τον πειράξουν και αστεία του είπαν «άντε βρε και εσείς οι Τριγλιανοί είσαστε άνθρωποι, βρε παλιό κουβέτσες».
Θύμωσε ο Κασούρης και τους αρχίνησε  «βρε 'σεις παλιό βραχιόλες, δε βλέπετε το κολοξυστρεμό σας, παρώρια Μουντανιώτικα, τα γράμματα και οι τέχνες είναι στην Τρίγλια βρε παλιό χαμένα ρούχα.
Κάποτε στην Τρίγλια είχε γίνει ένας γάμος. Εκεί είχαν ένα έθιμο όταν θα έφευγε το γαμοστόλι από το σπίτι της νύφης, τα παλικάρια της γειτονιάς βάζανε σχοινί για να μην περάσει ο γαμπρός και η νύφη, αν δεν «τάξει» ο γαμπρός χρήματα. Ο γαμπρός όπως φαίνεται  ήταν τσιγκούνης και δεν πρόσφερε τίποτα, μετά αρχίνησε ο καβγάς. Πιαστήκανε τώρα τα παλικάρια της νύφης με τα παλικάρια του γαμπρού, σπάσανε κεφάλια, χέρια. Η δουλειά ήτο μεγάλη δηλαδή θα πήγαινε στα δικαστήρια, τώρα τι θα γίνει; Αναγκάστηκαν οι πατεράδες να πάνε στον Κασούρη. Λέει μετά ο Κασούρης στους μπαμπάδες τους «πείτε αυτουνούς ούλους νάρτουν δωπέρα να τους κρίνω». Πήγαν όλοι παρουσιάστηκαν μπροστά του ξυλοδαρμένοι και μη και τους λέει ο  Κασούρης «έχετε βρε λολάγια, λισκάρια καλά σιδερωμένα»; «Έχουμε» απαντούν.
«Ακούετε εδώ πέρα που σας κρίνω, ποιος ξέρει το χτήμα το Μεχαλάκο»;
Όλοι με μια φωνή, φώναξαν «το ξέρουμε». «Τώρα αφού το ξέρετε θα πάρετε όλοι  πουρνό- πουρνό τα λισκάρια  και θα έρθετε από το σπίτι να πάρετε το μερκέπι (γαϊδούρι) να βάλετε απάνου τα λυσκάρια σας να μην κουραστείτε, θα πάρετε από το σπίτι και μια μεγάλη καλίτσα (στάμνα) να τη γεμίσετε νερό γιατί είστε πολλοί νομάτοι, πόσοι νωμάτοι  είστε βρε....»;
Απαντούν «Οκτώ» « Ακούετε δωπέρα που σας κρίνω, θα πάρετε το μερκέπι ( γαϊδούρι) με τα τακίμια σας (εργαλεία) ύστερις θα πάτε στο φούρνο του Προύσαλη και να του πείτε να σας δώσει οκτώ ψωμιά μπαγιάτικα βερεσιά για μένα και ύστερις θα έρθετε  από το αργαστήρι (μπακάλικο) να σας δώσω και κατίκι (φαγητό)». «Ακούτε δωπέρα το χτηνό όξω που θα πάτε στο λιοτόπι να το παλουκώσετε καλά να μην λυθεί και πάει σε κανένα χτήμα και κάνει ζουμιά  γιατί ύστερις θα σας δέρνω και εγώ».


Στο κείμενο «Τα κωμικοτραγικά της παλιάς Τρίγλιας» γράφει «... Κάποτε – κάποτε περνούσε και ο Κασούρης γιατί πήγαινε στο γιαλό. Έκανε μια βόλτα διότι στο γιαλό είχε ένα κόκκινο μοτόρι (καΐκι με μηχανή) το οποίο το χρειαζόταν γιατί πήγαινε ταξίδια στην Πόλη και έφερνε εμπορεύματα για το αργαστήρι (μπακάλικο), και όταν γύριζε από το γιαλό έβλεπε την κομπανία αυτή στον πλάτανο και τους έλεγε: «άντε βρε χαμένα ρούχα μεσημέρι είναι, δεν θα πάτε στο γιατάκι σας (κρεβάτι) να ησυχάσετε;».
Σιγά- σιγά, ένας - ένας  έφευγε, άλλος στο σπίτι του πήγαινε, άλλος στο μαγαζί του κοιμότανε, έμεναν μόνο  μερικοί από τις λέρες του χωριού».


Στο κείμενο «Η σηροτροφία στην παλιά Τρίγλια» γράφει «... μετά όμως έβγαινε ο Κασούρης άμα κοιτάζανε τον Κασούρη  γινόντουσαν λαγοί και άκουγε τον Κασούρη να λέει: «βρε κακό χρόνο να 'χετε μπερμπάντες, τι τον πειράζετε βρε ' σεις τον άνθρωπο, ρεζίλια του χωριού, φτού που να 'χεται ανάθεμα, κακό χρόνο να έχετε κοπρίτες».

Στο κείμενο «Η συγκοινωνία παλιά Τρίγλια-Κωνσταντινούπολη» γράφει «....Εκτός από το ατμόπλοιο ο κόσμος ταξίδευε και με ιστιοφόρα. Επίσης ήτο και του Κασούρη το μοτόρι (καΐκι με μηχανή), βαμμένο κόκκινο».

Στο κείμενο «Το Αδελφάτο-Κυψέλη» ο Μαργαρίτης γράφει «.... σε μια εκλογική περίοδο που ο Κασούρης δεν πήρε τους ανάλογους ψήφους για να βγει δήμαρχος και ήτο καταστεναχωρημένος. Άσε βέβαια είτε έβγαινε είτε όχι, αυτός έκανε κουμάντο μέσα και έξω από την κωμόπολη διότι αφενός μεν που ήτο γνωστός σε όλο το βιλαέτι, παντού τα Δικαστήρια και οι Αστυνομίες (τα κοχιμάτια) αυτόν γνώριζαν και εκτός βέβαια που είχε αυτό το ταλέντο ήτο και Τουρκιστής καθώς γνώριζε απταίστως την Τουρκική. Όπως γράφω πιο πάνω έφυγε στεναχωρημένος, στον δρόμο που πήγαινε για το σπίτι του στον επάνω Μαχαλά, κάποιος τον ρώτησε τι γίνεται μπάρμπα- Στεφανή  κάτω στην αγορά και αυτός απάντησε με μία λέξη «χορεβάσι στου μελαχρινού μεριά».
Αυτή η λέξη μετά πήρε γενικό χαρακτήρα άκουγες μετά μέσα στα καφενεία, στους δρόμους, στην αγορά, παντού το χορεβάσι δηλαδή ο κόσμος το πήρε για κομπολόι διότι και κάτι που έβγαινε από το στόμα του Κασούρη ήτο να πούμε σαν κάτι το ιερό και πολλές φορές άκουγες που συζητούσαν οι Τριγλιανοί αναμεταξύ τους και έλεγαν τέλος πάντων για ένα θέμα αμ' αυτό το είπε ο Κασούρης δηλαδή ο λόγος του ήτο νόμος. Δεν υπήρχε διαφορετική λύση αυτό που έλεγε ο Κασούρης έπρεπε να γίνει, άκουγες να λέει ο ένας και ο άλλος»
.

Στο κείμενο «Πως περνούσαν τον καιρό τους τα εσνάφια της παλιάς Τρίγλιας» γράφει «....Στο κέντρο του παζαριού (αγοράς) υπήρχε ένας μεγάλος, πελώριος πλάτανος και στον ίσκιο του από κάτω ήταν μία βρύση με δύο μπουρμάδες. Αυτή η βρύση ήταν κολλημένη ακριβώς στο ντουβάρι που ήταν το παντοπωλείο του Αρμόδιου Στέργιου. Τρέχαν και οι δυο μπουρμάδες συνέχεια ακατάπαυστα μέρα – νύχτα με νερό μπόλικο και κρύο μπούζι.
Εκεί από κάτω από τον πλάτανο το μεσημέρι μαζευόντουσαν όλα τα εσνάφια και παίζανε τάβλι, σκάκι και χαρτιά. Όλα τα εσνάφια ήθελε να πάρουν τις καρέκλες από τα μαγαζιά τους για να κάτσουν κάτω από τον πλάτανο που είχε παχύ ίσκιο. Ερχότανε ο Αρμόδιος Στεργίου, οι Καμπάκηδες, οι Καλεμκέρηδες, οι Τακάδες, ο μπακάλης ο Κοιλάς. Επίσης ο Διομήδης  ο μπακάλης, ο καφετζής Μαθιάς, ο καφετζής  ο Χάσικος, ο Σεβταλής ο κουντουράς, ο Στεφανής Κασούρης και πολλοί άλλοι.
Τους Τριγλιανούς στα κεβεζελήκια (αστεία) δεν τους έφτανε κανείς.
Από τον Τουρκομαχαλά ερχότανε ένας πνευματικά ανάπηρος Τούρκος που τον λέγανε Σαλή, διότι αυτός ο άνθρωπος εύρισκε καταφύγιο στο παζάρι που ήταν χριστιανοί και διότι οι δικοί μας δεν τον άφηναν έτσι, τον τάιζαν, έπειτα του δίναν και κάνα ρούχο, κάνα ζευγάρι παπούτσια.
Στο παζάρι, εσνάφια από Τούρκους δεν υπήρχαν εκτός από ένα γεμενετζή που έφτιαχνε γεμενιά. Ο Σαλής καθότανε και αυτός κοντά στα εσνάφια, όπως ξέρετε βέβαια υπάρχουν και τα πειραχτήρια, αλλά μόλις έκανε κανένας να τον πειράξει αμέσως σηκωνότανε απάνω ο Κασούρης έβαλε τη φωνή και τους έβαζε στη θέση τους: «κάτσετε καλά γιατί θα σας πάρει ρέμπελη κακό χρόνο να ΄χετε ζέχρες, εσέκαφαλήδες (γαϊδουροκέφαλοι)». Ο Κασούρης δεν αστειευότανε, ο λόγος του ήταν νόμος, κοντά είχε την μπαστούνα και αν δεν πέρναγε για της πειθούς σαβουρντούσε την μπαστούνα όπου πάρει»
.

Στο κείμενο «Παλιές αναμνήσεις» (TN 48/10.8.1985) γράφει «...Στην παλιά μας πατρίδα το όνομα του Στεφανή Κασούρη έπαιρνε κι έδινε μέσα στους καφενέδες, στα σπίτια και γενικά παντού όπου σύχναζαν Τριγλιανοί.
Για οποιαδήποτε υπόθεση συζητούσαν, στο τέλος λέγανε «αμ το είπε και ο Κασούρης». Αν δηλαδή το έκρινε σωστό και ο Κασούρης, ήταν το πράγμα ορθό και λογικό.
Πράγματι είχε δίκιο ο κόσμος. Αν δεν είχε αυτά τα προσόντα και τα προτερήματα ο Στεφανής ο Κασούρης δεν θα ήταν και ισόβιος πρόεδρος της Παλιάς Τρίγλιας. Έβγαζε δικούς του νόμους, τους υπέβαλε στο δημοτικό συμβούλιο όπου όλοι οι σύμβουλοι τους έγκριναν.
Έτσι ψήφισαν ένα νόμο για το ψωμί. Η Τρίγλια είχε κάμποσους φούρνους κι ο νόμος αυτός έλεγε ότι αν κάποιος από δαύτους έβγαζε ψωμί λειψό ξύκικο όπως το λέγανε  έπρεπε τα ψωμιά να κατασχεθούν και να τα διανέμουν στις φτωχές οικογένειες. Δεν κάνανε χατίρι σε κανέναν φούρναρη, πλούσιο ή φτωχό»
.

Στο κείμενο «Τα Τριγλιανά γρόσια» (ΤΝ 5/28.6.1976) γράφει «... Στην Κυψέλη, λοιπόν, συζητούνταν όλα τα προβλήματα του χωριού και επαίρνονταν πολλές φορές οι μεγάλες αποφάσεις. Έτσι κάποια μέρα, που η δυσκολία συναλλαγής του χρήματος ήταν μεγάλη, λόγω ελλείψεως μικρών χαρτονομισμάτων (ψιλά),  ο μοναδικός Κασούρης κάλεσε τους θαμώνες της Κυψέλης κοντά του και τους είπε: Ακούτε βρε λολάγια, πρέπει να βγάλουμε γρόσια δικά μας, Τριγλιανά.
Και πριν ακόμη προλάβουν να αντιδράσουν οι έκπληκτοι ακροατές του, έδωσε εντολή να πάρουν απ' το μπακάλικο του, που είχε συνεταιρικό με τους Τακάδες και που βρισκόταν απέναντι απ' το παλιό σχολείο, χονδρό χαρτί και αφού μπούνε στο μοτόρι του (καράβι με μηχανή), να πάνε στην Πόλη (Κωνσταντινούπολη).
Εκεί σ' ένα τυπογραφείο βγάλανε τα Τριγλιανά γρόσια που ήταν σε σχήμα γραμματοσήμου και η μία έκδοση είχε την φωτογραφία της εκκλησίας της Παντοβασίλισσας και η άλλη το σχολείο, που κτίσθηκε με πρωτοβουλία του αειμνήστου Χρυσοστόμου Σμύρνης.
Τα Τριγλιανά αυτά γρόσια, μοίρασε ο Κασούρης σ' όλους τους Τριγλιανούς και έτσι μέσα στην Τρίγλια και μέχρι τα Μουδανιά η συναλλαγή μικρών χρηματικών ποσών γινόταν μ' αυτά. Όταν όμως το ποσόν αυτών π.χ. σ' ένα μπακάλη έφθανε μια ορισμένη τιμή, τότε γινόταν ή εξαργύρωση τους με πραγματικά τούρκικα γρόσια.
Έτσι, λοιπόν, χάρη στην εξυπνάδα και καπατσοσύνη του Κασούρη, λύθηκε και ακόμη ένα πρόβλημα των Τριγλιανών»
.

Ένα σημαντικό στοιχείο για την προσφορά του Κασούρη στην Τρίγλια και τους συμπατριώτες του είναι το περιστατικό με την αποστολή της επιστολής της Δημαρχίας προς τον Φίλιππο Καβουνίδη για να στείλει τα βαπόρια του στην Τρίγλια και να σώσει τους Τριγλιανούς από τους Οθωμανούς τον Αύγουστο 1922. Επέστρεφε το μοτόρι του Κασούρη από την Κωνσταντινούπολη μεταφέροντας και πετρέλαιο για τον Αρμόδιο Στεργίου. Ο Κασούρης διέταξε το πλήρωμα να επιστρέψει στην Πόλη αμέσως και να παραδώσει την επιστολή στον Φιλ. Καβουνίδη. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό και έτσι σώθηκαν οι Τριγλιανοί και άλλοι από τα γύρω χωριά από τις ορδές των Οθωμανών.

Λεπτομέρειες για τις τραγικές μέρες από την 22 Αυγούστου 1922 και μετά περιγράφονται στο βιβλίο «Τρίγλια Βιθυνίας 1983» του Θανάση Πιστικίδη (σελ 73) «Στις 22 Αυγούστου καταρρέει πλέον το Μέτωπο του Εσκί-Σεχήρ και τίποτε δεν κρύβεται πια. Η ώρα μηδέν πλησιάζει. Στις 26 ή 27 Αυγούστου τ' απόγευμα αναστατωμένος ο κόσμος ζητά να μάθει νέα του πολέμου, νέα της κατάρρευσης, η ανησυχία για τη ζωή του, για την τύχη του, είναι φανερή. Το μήνυμα ότι το μέτωπο έσπασε και οι Τούρκοι του Κεμάλ καίνε, σφάζουν και πλησιάζουν, έχει σπείρει την αγωνία και τον τρόμο στους Τριγλιανούς. Στο καφενείο της Κυψέλης ο Δήμαρχος και μερικοί δημογέροντες και πρόκριτοι συζητούν με τους Τούρκους για το θέμα της αλληλοπροστασίας, όταν μπαίνει στο καφενείο ο Τριγλιανός στρατιώτης Ιορδάνης Μπαρμπής, κατασκονισμένος από την ταλαιπωρία κι αναγγέλλει ότι και στην Προύσα και στην Κίο και στα Μουδανιά ο στρατός συγκεντρώνεται για να κτυπηθεί και να υποχωρήσει. Τους συνιστά να φροντίσουν, όσο μπορούν, να κάνουν ότι είναι δυνατό για να φύγει ο κόσμος. Αυτός είχε έρθει να πάρει την μητέρα του, αυτή μόνο είχε, να φέρει μήνυμα και να φύγει αμέσως. Μέσα στο καφενείο βρίσκεται και ο παλιός γερο-Δήμαρχος, ο Στεφανής ο Κασούρης, ακούει και παρακολουθεί τα πάντα. Μόλις λοιπόν μίλησε ο στρατιώτης και έφυγε, σηκώνεται ο γερο-Δήμαρχος και λέει:
-Άκουσε δω Δήμαρχε, τι κάθεσαι και συζητάς μ΄ αυτούς, τι θα μπορέσουν να σου προσφέρουν αυτοί οι 30 Τούρκοι; Αν αυτοί κινδυνεύσουν από τους δικούς μας, εμείς είμαστε σε θέση να τους κρύψουμε και στον κόρφο μας ακόμη, αυτοί τι μπορούν να κάνουν για μας, που είμαστε χιλιάδες; Πήγαινε στη Δημαρχία και γράψε και στείλε ένα γράμμα στην Πόλη στον Καβουνίδη να στείλει τα βαπόρια του να μας πάρει να σωθούμε, γιατί αλλιώς σωσμός δεν υπάρχει.
Τα λόγια του γερο-Δημάρχου ήσαν σοφά, ήσαν προφητικά, ήσαν η πραγματική σωτηρία.
  Ναι, ναι Δήμαρχε, αυτό να κάνεις, φώναξαν όλοι στο καφενείο.
Και ο Δήμαρχος σηκώθηκε, πήρε μαζί του τον γραμματέα της Δημαρχίας, τον δάσκαλο Γιώργο Νικολόπουλο, πήγαν στη Δημαρχία και έγραψαν το γράμμα. Κατεβαίνουν και στο λιμάνι να βρουν μοτόρι για να το στείλουν, αλλά που να βρεθεί μοτόρι. Η αγωνία κορυφώνεται δεν μπορεί πια να την κρύψει κανένας. Και Να! Το μοτόρι φάνηκε στ΄ Αρμουτζή στον πέρα κάβο, είναι φορτωμένο εμπορεύματα του Αρμόδιου Στεργίου. Φθάνει στη μικρή σιδερένια σκάλα (μόλο), ο καπετάνιος πετά τον κάβο (παλαμάρι) να του τον δέσουν, αλλά εκείνοι τον ξαναπετούν πίσω.
  Πάρε το γράμμα αυτό και φύγε αμέσως για την Πόλη, να το πας στον Καβουνίδη, να στείλει τα βαπόρια να σωθούμε του λένε.
  Να ξεφορτώσω, να πάρω πετρέλαιο και να φύγω.
  Μη ξεφορτώνεις, φύγε όπως είσαι, του φωνάζουν και να κάψεις το πετρέλαιο του Στεργίου που κουβαλάς (στο φορτίο ήταν και μερικά βαρέλια πετρέλαιο). «Φύγε» του φωνάζει και ο Στεργίου. Το μοτόρι ξαναβάζει πλώρη για την Πόλη και πηγαίνει το μήνυμα της σωτηρίας στον Καβουνίδη»
.

Λεπτομέρειες για τις τραγικές στιγμές της επιβίβασης των Τριγλιανών στα καράβια που διέθεσε ο εφοπλιστής Φιλ. Καβουνίδης σε συνδυασμό με τη ζημιά στην αποβάθρα που είχε κατασκευαστεί, με πρωτοβουλία του Χρυσοστόμου, Μητροπολίτη Σμύρνης τότε, διαβάζουμε στο κείμενο «Αναμνήσεις: Περιπέτειες της Ρωμιοσύνης» του Αριστείδη Ασθενίδη (ΤΝ 77/ Ιούνιος 1992), που περιγράφει, εκτός των άλλων, και τα γεγονότα λίγο πριν από την αναχώρηση των Τριγλιανών, προσδιορίζοντας την περίοδο της αποκοπής της μισής περίπου αποβάθρας στη άνοιξη του 1922: "... Ένα μοτόρι το πρώτο και καμάρι του χωριού ξεκίνησε από το χωριό. Όλος ο κόσμος ήταν στο γιαλό. Το μοτόρι ήταν  του Κασούρη ενός αρχοντάνθρωπου με την βράκα και γιλέκο σταυρωτό. Την άλλη μέρα ήρθε και το πρώτο καράβι του Φίλιππα Καβουνίδη".
Για το ίδιο περιστατικό, ο Λάζαρος Βελισσάρης γράφει στο «Πορεία Ζωής», σελ 66, «Στις 17 Αυγούστου του 1922 (σ.σ. η ημερομηνία ίσως δεν είναι σωστή) η επιτροπή του χωριού πάει πάλι στα Μουντανιά, αλλά δεν βρίσκει καμία Αρχή. Έρχεται πίσω και σε μία γρήγορη σύσκεψη μπροστά στου Λούτζογλου, ο Κοντηλένιος (πρόεδρος) υπαγορεύει και ο Νικόπουλος γράφει μία επιστολή και παρακαλάει τον Φιλ. Καβουνίδη να κάνει τα αδύνατα δυνατά και να στείλει βαπόρια να γλυτώσει τους Τριγλιανούς διότι ο κίνδυνος ήταν πια άμεσος.
Το γράμμα αυτό το πήγε του Κασούρη το μοτόρι στον Φίλιππα στην Πόλη, αυτός έστειλε το «Χελιδόνι» το οποίο η ώρα τρεις έφθασε και πολλοί μπήκαν μέσα. Η ώρα 5, έφθασε το «Κόρντον», ένα εγγλέζικο καράβι που μετέφερε άλευρα στην Αλεξάνδρεια. Παρακάλεσε ο Φίλιππας και πέρασε και αυτό από το χωριό και πήρε πολλούς. Μαζί με αυτούς φύγαμε και εμείς.
Δεν μπορώ να περιγράφω την αλλοφροσύνη του κόσμου. Όλοι τρέχανε από δω και από κει, κουβαλούσαν νοικοκυριά κοντά στη θάλασσα και προσπαθούσαν να τα βάλουν στις βάρκες για το βαπόρι. Πολλοί έβαζαν παραπάνω και αναποδογύριζαν οι βάρκες».


Η οικογένεια του Αριστοφάνη Κασούρη

Όπως αναφέρθηκε, τα μέλη της οικογένειας του Αριστοφάνη Κασούρη καθώς και οι οικογένειες των τέκνων του μετά το 1922 δεν αναφέρονται σ' αυτά τα κείμενα αλλά τα στοιχεία προέκυψαν από την έρευνα και μελέτη των γενεαλογικών δέντρων των Τριγλιανών, η οποία εκπονείται από τους Βασίλη Σακελλαρίδη, Ευγενία Μυτιληναίου και Μάκη Αποστολάτο, με τη συνδρομή του Στάθη Δημητρακού για τους Τριγλιανούς που εγκαταστάθηκαν στη Ραφήνα. Οι σελίδες του Μητρώου Προσφύγων του Δήμου Θεσσαλονικέων (1923), που περιλάμβαναν Τριγλιανές οικογένειες, φωτογραφήθηκαν από τον Βασίλη Σακελλαρίδη και οι αντίστοιχες των πολλών τόμων του Δημοτολογίου Καβάλας από τον ίδιο, με τη βοήθεια της Θεοδοσίας Μυρωδή.

Συγκεκριμένα, από την έρευνα στα Μητρώα Προσφύγων του Δήμου Θεσσαλονικέων, που φυλάσσονται στο Ιστορικό Αρχείου του Δήμου, προκύπτει ότι εγγράφηκε την 10/10/1923 και με αυξ. αριθμό 2972, η οικογένεια του Αριστοφάνη Κασούρη και συγκεκριμένα 1) ο Αριστοφάνης Κασούρης του Γεωργίου και της Αναστασίας, με έτος γέννησης 1855, έγγαμος, με επάγγελμα έμπορος και 2) η σύζυγός του Μαριγώ, το γένος Κελάδη, 1863, χωρίς να δηλώσουν τέκνα. Στα Μητρώα αυτά δεν φαίνεται η εγγραφή των οικογενειών των τέκνων του Αριστοφάνη Κασούρη.

Από το Δημοτολόγιο του Δήμου Καβάλας, για τους πρόσφυγες που εγγράφηκαν κατά την απογραφή του 1929 και φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ Καβάλας), προκύπτει ότι εγγράφηκε 1) την 9/10/1929 με αυξ. αριθμό 10214, ο Χριστόφορος Κασούρης του Αριστοφάνη και της Μαρίας, με έτος γέννησης 1897, από Τρίγλια, έγγαμος και η σύζυγός του Ηλέκτρα του Ιωάννου και της Μάλαμας, 1907, από Γάνο Θράκης και 2) την 12/5/1931 (δεν διαβάζεται ο αριθμός) ο Στέφανος Κασούρης του Χριστόφορου και της Ηλέκτρας, 1931, άγαμος, με αρ. ληξιαρχικής πράξης γέννησης 183/1931. Η καταχώρηση αυτή έχει διαγραφεί με τη σημείωση (με κόκκινη μελάνη) ότι «Μετεφέρθη εις αριθ. 17798 κριθείσης επικρατεστέρας της εκεί εγγραφής του αρχηγού της οικογενείας».

Στον ίδιο τόμο του Δήμου Καβάλας εγγράφηκε την 9/10/1929 και με αυξ. αριθμό 10260 η οικογένεια του Δημήτριου Κασούρη του Στέφανου και της Αναστασίας (προφανώς από λάθος, αφού Αναστασία ήταν η γιαγιά του) και συγκεκριμένα 1) ο Δημήτριος Κασούρης του Στέφανου και της Αναστασίας, Τρίγλια, 1881, έγγαμος, παντοπώλης, 2) η σύζυγός του Ευθυμία του Μιλτιάδη και της Σοφίας, 1894, Τρίγλια, έγγαμος, οικιακά, 3) ο Μιλτιάδης του Δημητρίου και της Ευθυμίας, 1926, Καβάλα, 4) ο Αριστοφάνης του Δημητρίου και της Ευθυμίας, 20/9/1929 (αρ. ληξ πράξης 1152/1929), Καβάλα, ο οποίος απεβίωσε 20/6/1946 στην Καβάλα (αρ. ληξ πράξης 277/1946), 5) ο Γεώργιος του Δημητρίου και της Ευθυμίας, 25/5/1935, Καβάλα (αρ. ληξ πράξης 438/1935). Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι ο Δημήτριος Κασούρης εγκαταστάθηκε μετά το 1922 στην Καβάλα, παντρεύτηκε και δημιούργησε εκεί την οικογένειά του.

Στον ίδιο τόμο του Δήμου Καβάλας εγγράφηκε την 14/10/1929 και με αυξ. αριθμό 15046 η οικογένεια του Γεωργίου Κασούρη του Στέφανου και της Μαρίας και συγκεκριμένα 1) ο Γεώργιος Κασούρης του Στέφανου και της Μαρίας, Τρίγλια, 1880, έγγαμος, έμπορος, ο οποίος απεβίωσε την 14/8/1954 (αρ. ληξ. πράξης 244/1954), 2) η σύζυγος Αναστασία του Χριστόφορου και της Αναστασίας, Τρίγλια, 1890, οικιακά, 3) ο Στέφανος του Γεωργίου και της Αναστασίας, Τρίγλια, 1919, μαθητής, κσι 4) η Μαρίκα του Γεωργίου και της Αναστασίας, Καβάλα, 1925. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι ο Γεώργιος Κασούρης είχε παντρευτεί στην Τρίγλια όπου γεννήθηκε ο γιος του Στέφανος και εγκαταστάθηκε μετά το 1922 στην Καβάλα, όπου γεννήθηκε η κόρη του Μαρίκα.

Σε άλλο τόμο του Δήμου Καβάλας μεταφέρθηκε την 8/5/1930 η οικογένεια του Χριστόφορου Κασούρη και συγκεκριμένα με αύξ. αριθμό 17798, και με βάση την 2893/25/4/1930 απόφαση Νομ. Καβάλας, 1) ο Χριστόφορος Κασούρης του Αριστοφάνη και της Μαρίας Τρίγλια, 1897 έγγαμος, 2) την 10/9/1940 η σύζυγος Ηλέκτρα του Ιωάννη Ελμαλιώτου και της Μάλαμας, Γάνος Θράκης, 1909 (με τη σημείωση ότι «λόγω του ότι ευρέθη αποξεσμένον το έτος γεννήσεως εις την 10214 εγγραφήν, το έτος γεννήσεως ηρύσθη εκ των προσφ δημοτολ εις α φέρεται εγγεγραμμένη υπ' αυξ. αρ. 58 δυνάμει του 21/8/1923 Νομοθ. Δ/τος περί πολιτογραφήσεως προσφύγων ως θυγάτηρ Ιωαν. Ελμαλιώτου υπό έτος γεννήσεως χίλια εννεακόσια εννέα»). Υπάρχει και η σημείωση «Μετεφέρθη εκ του αριθ. 10214 ως επικρατεστέρας της παρούσης εγγραφής του αρχηγού της οικογενείας, ...μένης εκεί Νομαρχ. αποφάσεως».

Σε άλλο τόμο του Δήμου Καβάλας αναφέρεται και πάλι η οικογένεια του Γεωργίου Κασούρη με την ίδια ημερομηνία εγγραφής (14/10/1929), αλλά έτος γέννησης του Γεωργίου το 1878, ημερομηνία γέννησης 1) του Στέφανου 3/12/1919 και επάγγελμα ξενοδόχος, Γάμος 17/10/1965 (ΛΠΓ 453/1965) και 2) της Μαρίκας 26/2/1925 ληξ. πράξη 91/25, 39/1926, Γάμος 28/8/1963 (795/1963).

Στον ίδιο τόμο του Δήμου Καβάλας αναφέρεται και πάλι η οικογένεια του Δημητρίου Κασούρη του Στέφανου και της Μαρίας Κελάδη αυτή τη φορά (δηλαδή το σωστό όνομα της μητέρας του) και συγκεκριμένα 1) ο Δημήτριος Κασούρης του Στέφανου και της Μαρίας Κελάδη, Τρίγλια Μ. Ασίας, Ιούνιος 1881, συνταξιούχος, 2) η σύζυγός του Ευθυμία του Μιλτιάδη και της Σοφίας Σιρκιόγλου, 1894, Τρίγλια Μ. Ασίας, οικιακά, 3) ο Μιλτιάδης του Δημητρίου και της Ευθυμίας, 1926 (ΑΛΠ 1050/1926), Καβάλα, 4) ο Αριστοφάνης του Δημητρίου και της Ευθυμίας, 20/9/1929 (αρ. ληξ πράξης 1152/1929), Καβάλα, ο οποίος απεβίωσε 20/6/1946 στην Καβάλα (αρ. ληξ πράξης 277/1946), 5) ο Γεώργιος του Δημητρίου και της Ευθυμίας, 25/5/1935, Καβάλα (αρ. ληξ πράξης 438/1935), παντοπώλης. Από τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνεται ότι ο Δημήτριος Κασούρης εγκαταστάθηκε μετά το 1922 στην Καβάλα, παντρεύτηκε και δημιούργησε εκεί την οικογένειά του.

Σε άλλο τόμο του Δήμου Καβάλας αναφέρεται η οικογένεια του Στέφανου Κασούρη του Αριστοφάνη και της Μαρίας, και συγκεκριμένα 1) με αυξ. αριθμό 4261 ο Στέφανος Κασούρης του Αριστοφάνη και της Μαρίας, με εγγραφή την 25/10/1929, Τρίγλια, 1889, έγγαμος, ζυθοπώλης και 2) με αυξ. αριθμό 4262 η σύζυγός του Βασιλική του Αναστασίου και της Ελένης, με εγγραφή την 25/10/1929, Τρίγλια, 1901, έγγαμος, οικιακά, Στην εγγραφή αυτή δεν αναφέρονται τέκνα.

Στον ίδιο τόμο του Δήμου Καβάλας αναφέρεται και πάλι η οικογένεια του Αριστοφάνη Κασούρη του Γεωργίου και της Αναστασίας με αυξ. αριθμό δυσανάγνωστο, εγγράφηκε την 24/10/1929, Τρίγλια, 1849, έγγαμος, και 2) η σύζυγός του Μαρία του Δημητρίου και της Άννας, 1854, με τη σημείωση ότι απεβίωσε την 3/12/1940 (566/1940).

Από τις εγγραφές στα Δημοτολόγια Θεσσαλονικέων και Καβάλας προκύπτει ότι τα τέκνα των Αριστοφάνη Κασούρη και Μαρίας Κελάδη ήταν ο Γεώργιος (1880), ο Δημήτριος (1881), ο Στέφανος (1889) και ο Χριστόφορος (1897). Εκτός, όμως, από τα τέκνα αυτά, ο Αριστοφάνης και η Μαρία απέκτησαν και δύο κόρες, την Πυρλάντη και την Πολυξένη, οι οποίες αναφέρονται στις μερίδες των συζύγων τους, όπως είναι αναμενόμενο.

Η Πυρλάντη Κασούρη παντρεύτηκε το 1910 στην Τρίγλια τον Αριστοκράτη Λούτζογλου ή Λούτζογλη και περιλαμβάνεται στη μερίδα του στο Δημοτολόγιο Καβάλας (ΓΑΚ 1929), στην οποία αναφέρονται, με εγγραφή 24/10/1929 και αυξ. αριθμούς 2066-2069, 1) ο Αριστοκράτης Λουτζιόγλης του Αντωνίου και της Χαρίκλειας, Τρίγλια Μ. Ασίας, 1874, έγγαμος, υπάλληλος, 2) η σύζυγός του Πυρλάντη του Στέφανου και της Μαρίας, Τρίγλια Μ. Ασίας, 1881, έγγαμος, 3) ο Αντώνιος Λουτζιόγλης του Αριστοκράτη και της Πιρλάντης, Τρίγλια Μ. Ασίας, 1912, άγαμος, ξυλουργός, και 4) η Χαρίκλεια Λουτζιόγλη του Αριστοκράτη και της Πιρλάντης, Τρίγλια Μ. Ασίας, 1918. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η Πυρλάντη ήταν το 2ο τέκνο του ζεύγους Αριστοφάνη Κασούρη και Μαρίας, η οικογένεια δημιουργήθηκε στην Τρίγλια και εγκαταστάθηκε στην Καβάλα μετά το 1922.

Η Πολυξένη Κασούρη παντρεύτηκε το 1921 στην Τρίγλια τον Κωνσταντίνο Καβούνη ή Καβουνίδη και περιλαμβάνεται στη μερίδα του στο Δημοτολόγιο Καβάλας (ΓΑΚ 1929), στην οποία αναφέρονται 1) ο Κωνσταντίνος Καβουνίδης του Δημητρίου και της Θεοχάρης Μαθιά, Τρίγλια Μ. Ασίας, ο οποίος απεβίωσε την 22/7/1923 στη Θεσσαλονίκη, όπως αναφέρεται σε σχετική σημείωση, 2) η σύζυγός του Πολυξένη του Αριστοφάνη Κασούρη και της Μαρίας, 1891, Τρίγλια Μ. Ασίας, οικιακά, η οποία απεβίωσε την 13/9/1966 (ΛΠΘ 311/1966), με βάση σχετική σημείωση, και 3) η κόρη τους Μαρία του Κων/νου και της Πολυξένης, 1922, Τρίγλια Μ. Ασίας, οικιακά, η οποία παντρεύτηκε την 19/4/1953 (ΛΠΓ 150/1953) και μεταδημότευσε στην κοινότητα Μεσορόπης Καβάλας. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι 1) η Πολυξένη ήταν το 5ο τέκνο του ζεύγους Αριστοφάνη Κασούρη και Μαρίας, και 2) το ζεύγος Κωνσταντίνος Καβούνης ή Καβουνίδης και Πολυξένη Κασούρη είχαν εγκατασταθεί αρχικά στη Θεσσαλονίκη, όπου απεβίωσε ο Κων/νος το 1923, και στη συνέχεια η Πολυξένη με την κόρη της εγκαταστάθηκαν στην Καβάλα και εγγράφηκαν στο Δημοτολόγιο Καβάλας (1929) σε μερίδα του ήδη αποθανόντος Κων/νου Καβούνη.

Συμπερασματικά, ο Αριστοφάνης Κασούρης και η Μαρία Κελάδη απέκτησαν έξι τέκνα και συγκεκριμένα τον Γεώργιο (1880), την Πυρλάντη (1881), τον Δημήτριο (1881), τον Στέφανο (1889), την Πολυξένη (1891) και τον Χριστόφορο (1897) και αυτά δημιούργησαν τις αντίστοιχες οικογένειές τους.

Βασίλης Σακελλαρίδης

Εξαιρετικό το κείμενο σου, αγαπητέ Μάκη. Όποιος το διαβάζει, ανιλαμβάνεται τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες των Τριγλιανών στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Αυτό δεν το συναντά κανείς σε κανένα παλαιότερο κείμενο. Είδικά για το δήμαρχο Κασούρη, είναι εντυπωσιακό οτι οι πληροφορίες προέρχονται από πολλές και διαφορετικές πηγές που αξιολογήθηκαν, κατάγράφηκαν με μια διαδοχή ώστε να δίνουν μια πλήρη εικόνα για την προσωπικότητα του δημάρχου αλλά και τη ζωή στην Τρίγλια. Το διάβασα πολύ ευχάριστα. Είναι ένα πορτραίτο του Κασούρη και μια αναπαράσταση της ζωής στην Τρίγλια. Σε ευχαριστώ.