ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ-Μισοκοίλης

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 26 Ιανουαρίου 2010, 12:35:04 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ -Μισοκοίλης

Η αγγειοπλαστική τέχνη υπήρξε διαδεδομένη από την αρχαιότητα και συνδεδεμένη με την καθημερινή ζωή. Η ανακάλυψη του τροχού και η χρησιμοποίηση του φούρνου αποτέλεσαν σταθμό  στην εξέλιξή της. Με την πρόοδο του πολιτισμού, με το φτηνό υλικό της γης γίνονται καλόγουστα αντικείμενα (αγγεία) του αρχαίου νοικοκυριού, καθώς και αντικείμενα πολυτελείας-υψηλής αισθητικής.
  Το Βυζάντιο συνεχίζει την αρχαία παράδοση. Στα βυζαντινά χρόνια, οι αγγειοπλάστες κατασκεύαζαν διάφορα επιτραπέζια και μαγειρικά σκεύη,όπως  «κανάτες»,«λεκάνας»,«λαγήνια»(στάμνες), «βυτίνας» (βυτίνες), «πίθους» ή «πιθάρια» (κιούπια) ή «κουρούπια». Η χύτρα ή τσουκάλιον ή τσουκάλλιον ή τσούκα ήταν οικιακό σκεύος για μαγείρεμα. Επίσης κάθε βυζαντινό αμφίκοιλο πήλινο δοχείο λεγόταν τσουκάλιν ή τσούκαλος.
Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι τσουκαλάδες όπως έλεγαν τους αγγειοπλάστες συνέχισαν την παράδοση και έκαναν πολλά ακόμα όπως κανάτες, πιάτα, κουμάρια, τσουκάλια, γαβάθες, τσανάκια, λαήνια, λαηνούδια, κιούγκια, γλάστρες, θυμιατά, κουμπαράδες, καντήλια,  αγγεία νυκτός κ.α.
Ο Τριγλιανός Μισοκοίλης πήρε το επώνυμό του από τα μισοκοίλια. Τα μισοκοίλια ήταν πήλινα δοχεία μισού κιλού( ή κοιλού). Το κιλό ή κοιλό  ήταν  μονάδα μέτρησης σιτηρών. Κιλό – κοιλό = μονάδα βάρους ισοδύναμη με 23-24 οκάδες, το μισοκοίλι δηλαδή ήταν δοχείο για την μέτρηση σιτηρών περίπου 12 οκάδες.  Στην Μικρά Ασία έλεγαν «κιλό ή κοιλό», το μέτρο σιτηρών που προέρχεται από την Αραβική λέξη «kilo», το Βυζαντινό «κοιλόν» και  το Τουρκικό «kile»(μονάδα σιτηρών ίση με 40 λίτρα). Ο Μισοκοίλης ήταν τεχνίτης που κατασκεύαζε μισοκοίλια και πήλινα πιθάρια (τσουκάλια), ήταν τσουκαλάς, αγγειοπλάστης.
    Ο πατριάρχης της λαογραφίας Νικόλαος Γ. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του γράφει για μια ναυτική παράδοση «Το τσαντήρι των ναυτικών»: «Ο λοστρόμος ανέβαινε στην Πόλη με το μισοκοίλι για να μετρήσει το σιτάρι. Στο δρόμο τον έπιασε μια δαρτή βροχή. Τηράζει να έβρει θέση να απαγκιάσει, δε βλέπει τίποτα. Πιάνει τότε και γδύνεται όπως τον έκαμε η μάνα του, χώνει τα ρούχα του στο μισοκοίλι, βάνει ανάποδα το μισοκοίλι στο κεφάλι του και τραβά το δρόμο του. Στο δρόμο του τον απαντάει ο διάβολος, μουσκεμένος από τη βροχή. Βλέπει τον λοστρόμο στεγνόν και απορεί: «Αμ' πως δε βράχηκες εσύ;» τον ρωτά. «Ξέρω μια τέχνη και δε βρέχουμαι».... Παρακάτω είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία. 
         
Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.
       
Πηγές 1. Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ν.Π Ανδριώτη, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1995.
2. «Επαγγελματικές ασχολίες των Ελλήνων της Καππαδοκίας»,  Μαρία Β.Ασβέστη, Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1980.
3. «Συντεχνίες & Επαγγέλματα στη Θράκη (1685-1920)», Κ.Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Εκδόσεις Πιτσιλός, Αθήνα 1985.
4. «Παραδόσεις», Νικόλαου Γ. Πολίτη, πρώτη έκδοση 1904- Εκδόσεις «γράμματα», 1994.