ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ "Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ" του ΜΑΚΗ (ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ) ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 22 Ιουνίου 2010, 05:42:29 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ «Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ» του ΜΑΚΗ ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*

Είναι σούρουπο 23 Ιουνίου, το καλοκαίρι έχει για καλά. Η κυρά – Ιφιγένεια ετοιμάζοντας το βραδυνό της οικογένειας βλέποντας της κάπνες από το ανοιχτό παράθυρο, που έχουν πλημμυρίσει της γειτονιές.
-«Μάνα δωνά γιαδείτε α κάψου ντον κόσμο όλονα στραβώθια  δωναπέρα.» Σε μια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει τρομαγμένη η γειτόνισσά της η κυρά Πιρλάντη.
ΠΙΡΛΑΝΤΗ: -«Μαρί  Ιφιγένεια , τι κάθεσε μαρί και ντέλεσε  δωνά μέσα, δεν βλέπεις τα ντουμάνια, τις φωτιές; γιανκίνι μαρί  καιούμεστε, ξέβα όξω να γιαδείς».
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ: -«Σους μαρί σάστορο, τι καιούμαστε ξεχασέστο; Αύριο είναι τ΄ Αϊ Γιαννιού του Κακανά για ταυτό ανάβου τις φωτιές».
ΠΙΡΛΑΝΤΗ: - «Μάνα μαρί ξέχασατο. Και έβλεπα τις κόρες μου και κανά δυο τρεις άλλες που κάτι ελέασι. Το αυτί μου για μεγάλο λαήνι για βάζο».     
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ:-«Καλά σε είπα σάστορο, παρώρι Μουντανιώτικο, δε σε κόφτει κα  μαρί αυτές 'τοιμάζουν τον Κλήδονα και τα αγούρια εφέρασι και τσούρτα με το μερκέπι απέ τα ρουμάνια για να ανάψουν τις κακάνες, τα  φωτιόκαφτα.
ΠΙΡΛΑΝΤΗ: -«Ναι μαρί καλά λέεις, για πάμε να γιαδούμε».
Οι δυο γυναίκες βγαίνουν στο δρόμο, η φωτιά της γειτονιάς είναι φουντωμένη. Τα παιδιά πηδούν από το πλάι, οι πιο θαρραλέοι νεαροί, πηδούν από τη μέση. Από τις κοπέλες καμιά δεν τολμά. Όταν έπεσε κάπως η φλόγα, άρχισαν να πηδούν και οι κοπέλες.
ΠΙΡΛΑΝΤΗ: -«Άντε μαρί  Ιφιγένεια, πάμε να πηδήξουμε και 'μεις για το καλό του Αϊ  Γιάννη.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ:-« Κάτσε μαρί ζεζβέκα, κομμάτι ακόμα, ακόμη δεν βλέπεις που είναι κοτζά κακάνα. Που α πάμε; α το τσουρουφλίσουμε   και ύστερις τι γένεται;»
ΠΙΡΛΑΝΤΗ –« Μάνα σκάσε μαρί που να σε κάνει κάμωμα».
Ωστόσο η φωτιά λιγόστεψε ακόμη. Τα παιδιά πήραν θάρρος και βαστώντας μια βαριά πέτρα πηδούσαν και έλεγαν:
-«Τόσο να βαραίνει του μπαμπά μου η σακούλα», εννοώντας το πορτοφόλι. Οι δυο γυναίκες πήδησαν τρεις φορές την και μπήκαν στην αυλή της Πιρλάντης. Εκεί  οι κοπέλες , είχαν το καθιερωμένο βάζο και η κάθε μια έριχνε μέσα ένα δικό της αντικείμενο μια παραμάνα, ένα κουμπί, ένα κοχύλι και τέτοια μικροπράγματα.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ:  Φωνάζοντας την κόρη της Πιρλάντης: -« Μαρί Άρτεμη  να φωνάξετε και αυτήνα  ντην Μαρίογκα ντην ανεψιά μου για να σας λέει  τα μπεϊτια  που ξέρει  πολλά. Και για δε μαρί Αρτεμιώ μαζί με το δικό σας το στεφάνι  το μαγιάτικο, πάρτε και το δικό μου. Να το πετάξει στη φωτιά η αδελφή σου  η Ευγένκω. Εσύ να ρίξεις το δικό σας. Και για  δε  να κάνετε μια καλή ευχή άμα το ρίχνετε στη φωτιά.»
Την άλλη μέρα το απόγευμα, η αυλή της Πιρλάντης ήταν γεμάτη γυναικόκοσμο.
Η Μαριόγκα καθισμένη στην καλύτερη θέση έλεγε το ποιηματάκι της κάθε κοπέλας. Από το βάζο με  το αμίλητο νερό έβγαλαν ένα μεγάλο κουμπί. Ήταν της Ασπασίας, της χοντρής με τα ωραία μάτια. Η Μαριόγκα που είχε προηγούμενα μαζί της βγήκε την ευκαιρία να την πειράξει λέγοντας το παρακάτω δίστιχο:   
         
« Έχεις δυο μάτια σαν αυγά δύο κόλους  σαν βαρέλια
κι όποιος γυρίσει και  σε δει λιγώνεται στα γέλια».

Μια παραμάνα που βγήκε στη συνέχεια από το βάζο ήταν της Μαριόγκας. Τα κορίτσια συμφώνησαν  δια βοής το ποιηματάκι  της  να το πει η Ασπασία. Εκείνη άλλο που δεν ήθελε, αφού ησύχασαν οι φωνές, άρχισε να λέει. Ας σημειωθεί, ότι η Μαριόγκα ήταν λίγο παραπάνω από το κανονικό μελαχρινή.

«Άσπρη είσαι σαν το φούρνο μας και σαν το μαγερειό μας
μελαχρινή και νόστιμη ωσάν το γάιδαρο μας».

Μ' αυτά και με άλλα πολλά ποιήματα σατιρικά και επαινετικά διασκεδάζουν οι κοπέλες του Κλήδονα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ:  -«Άντε μαρί εγώ  α παένω τώρα , γιατί να' ναι  θα ρθεί ο δικός μου  απέξω και βάλει τις φωνές άμα λείπω».
ΠΙΡΛΑΝΤΗ-«  Αμέ τι σόι μαρί, εγώ ντον είδα κοντά το μεσημέρι εδώ, πότε έφυγε;».

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ: -«Να έφαμε το μεσημέρι και κατόπι, πήρε το μερκέπι να πάει ίσαμε το Παλαιοχώρι κάμποσα κεράσια και πήρε και τα παιδιά μαζί ντου».
Απάνω στην ώρα φάνηκε και ο κυρ Σταύρος με το μερκέπι. Είχε δυο κοφίνια στα πλάγια  του ζώου που η καθεμία είχε μέσα από ένα παιδί, που  βαστούσαν στα χέρια τους ένα κούπανο(δύο κλαράκια σε σχήμα σταυρού συνήθως στολισμένα με κεράσια). Τα παιδιά τραγουδούσαν χαρούμενα. Επάνω στο σαμάρι  είχε ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο τραγανά πορφυρά κεράσια.
Στο χέρι του κρατούσε ένα μικρότερο καλάθι με άσπρα κεράσια.

ΣΤΑΥΡΟΣ: - « Άντε ακόμα δεν ντέλεψε αυτός ο Κλήδονας να μαζωχτείτε στα σπίτια σας; Σπέρωσε πια ξέβιανε τα Θεούδια (άστρα)».

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ: -« Αντε μαρί Πιρλάντη, εγώ απαένω και του χρόνου. Άντε καληνύχτα».                     


*«Τριγλιανοί διάλογοι» του Μάκη (Πρόδρομου) Λαδόπουλου, Εφημερίδα «Μελτέμι Αλλαγής», Ραφήνα, Ιούλιος 1984, αρ. φύλλου 62.