Από την Προύσσα φύγαμε στις 4 Νοεμβρίου του 1918...

Ξεκίνησε από Βασίλης Σακελλαρίδης, 21 Απριλίου 2013, 12:09:06 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Βασίλης Σακελλαρίδης

...Από την Προύσσα φύγαμε στις 4 Νοεμβρίου του 1918, και φθάσαμε το βράδυ στην Τρίγλια. Την άλλη μέρα βοηθήσαμε λίγο στην καθαριότητα του σπιτιού. Μετά παίρνουμε τα καλάθια, εγώ και ο Κώστας μας, και πάμε να μαζέψουμε ελιές (τσαμπολόι) από τα διάφορα ελαιοτόπια όπου γεμίσαμε δυο καλάθια. Αφού φάγαμε το μεσημέρι, ξαναπήγαμε και μαζί μας ήρθαν και τα άλλα αδέλφια μας και έτσι, ως το βράδυ, μαζέψαμε αρκετές ελιές. Θυμάμαι ότι τις βάζαμε σε μία σκάφη και, μετά, από μερικές κάναμε αρκετό λάδι και τις άλλες τις αλατίσαμε. Ο πατέρας μας άνοιξε το μπακάλικο, συνεταιρικά, με τον Δ. Συρκιόγλου ο οποίος έβαλε και τα χρήματα.

Τη Δευτέρα 8 Νοεμβρίου άνοιξε το σχολείο. Πήγαμε εγώ, ο Κώστας, η Χαρίκλεια και η Κατίνα. Απορώ πως, σε τρεις μέρες, καθαρίσανε το σχολείο, βρήκαν   δασκάλους   κ.λ.π.   Στο   σχολείο,   μας   γράψαν   στην τάξη που δηλώσαμε. Εγώ δήλωσα τρίτη. Μας παίρνει η κ. Ανθή Ντουμπανά και μας πάει επάνω,  στην τετάρτη αίθουσα. Μας γράφει στον κατάλογο. Βιβλία είχαμε από την Προύσσα. Και αρχίσαμε τα μαθήματα. Δάσκαλο» τότε ήταν: ο Γ. Νικόπουλος, η Ανθή Ντουμπανά, ο Ε. Αντωνιάδης, ο Δημ. Μαστραλέξης, η Ευάν. Καβουνίδου, η Σμαρώ Τσέμκου, η Φωτεινή Μπουγλήτση, η Σοφ. Σπίρτου. Παιδονόμος ήταν ο Ιουστίνος Χάσικος. Την πρώτη μέρα παρευρέθη και ο έφορος Δημήτριος Τακάς. Ο Διευθυντής Σ. Σωτηριάδης ήρθε μετά τις γιορτές. Συμμαθητές, στην τρίτη τάξη, είχα τους παρακάτω: Χαρ. Ψάλτου, Χαρ. Τσίτερ, Αν. Καλπάκη, Σοφ. Καλπάκη, Χρυσ. Καλαϊτζή,  Μ.  Παρένη, Μαρ. Καραγιάννη,  Μ. Μυτη-λινού,   Μαγδ.   Κελεπούρη,   Ολ.   και   Φωφ,   Μουντανιώτη, Ασπ. Πινιώτη.
Τα δε αγόρια ήταν οι εξής:
Μ. Καλπάκης, Π. Καλεμκερής, Αθ. Στυλιανού, Π. Μαστραντώνης, Θεοδ. Ευθ. Α. και Θιοδ. Θεολ. Τσαρτσαβατσίδες,
Αρ.  Ασθενίδης,  εγώ,   Ηρ.  Μπαρμποροκτσής,  Γ.  Κούτρης,
Ιωαν. και Μαν. Καρατζίδες.
Τον άλλο χρόνο ήρθαν η Μαρ. και ο Γεωργ. Καλεμκερή.

Τα Χριστούγεννα λέγαμε τα κάλαντα στα καφενεία. Πήγαμε μία φορά στην Κυψέλη, γεμάτη κόσμο.  Εκεί μας ζήτησαν να τραγουδήσουμε το νέο τραγούδι που είχαμε μάθει στο σχολείο. Πάμε να κάνουμε αρχή, δεν τα καταφέρνουμε. Ενας του καφενείου μας κάνει την αρχή: «Τώρα που η γαλανή σημαία μας μες στην Κωνσταντινούπολη κυματίζει...» τραγουδάμε και εμείς και τα πήγαμε μια χαρά!

Στο μαγαζί του πατέρα μου υπήρχε και ένα μαγκάλι σιδερώματος φεσιών που είχε ύψος τραπεζιού, οκτώ καλούπια μπρούντζινα, με τα «θηλυκά» τους και με διαφορετικά μεγέθη και, όπου ταίριαζε το μέγεθος του κεφαλιού, βάζαμε το φέσι και το σιδερώναμε.
Εγώ, μία φορά, πρότεινα στον πατέρα μου να το εκμεταλλευτούμε γιατί, παλαιά, στις γιορτές, το βγάζανε έξω τα τσιράκια του μαγαζιού μας, και μάζευαν αρκετά γρόσια. Ο πατέρας μου όμως απάντησε: «Δε βλέπεις που δε φορούν τώρα φέσια;»

Ολες τις γιορτές και τα Σάββατα, τα απογεύματα πηγαίναμε και καθαρίζαμε πίτσια. Αφού οι Ματζίρηδες, που ήταν Μακεδόνες, δεν είχαν ιδέα από ελαιόδενδρα και τα άφηναν ακλάδευτα.

Οταν ήμασταν στην Προύσσα, όλα τα παιδιά είχαμε έναν καημό: να είμαστε θαλασσινοί και να μη ξέρουμε πλέξιμο. Στην Τρίγλια, όταν έκανε καλό καιρό, κατεβαίναμε στη θάλασσα και κάναμε όνειρα. Κατά το Φλεβάρη έκανε μερικές καλές μέρες και πολλά παιδιά κάναμε μπάνιο, αλλά καναδυό έπαθαν πνευμονία. Εμένα με βρήκε πάλι εκείνη η δυσεντερία που είχα πάθει στην Προύσσα. Μ' έτρωγε όμως ο καημός να είμαι κοντά στη θάλασσα και να μη μπορώ να κολυμπήσω. Επειδή γρίνιαζα, η μάνα μου μου έλεγε να κάνω υπομονή μέχρι του Γονατισμού. Μόλις ήρθε η μέρα εκείνη, εμένα φυσικά δε μου είχε πιάσει ύπνος, σηκώθηκα πρωί-πρωί, φώναξα και καναδυό φίλους και τρέξαμε στη θάλασσα. Τόση ήταν η λαχτάρα μου! Βγάζω τα ρούχα μου και πηδώ από τη Μύτη προς τα έξω διότι το μέρος ήταν βαθύ. Με το θάρρος που είχα, αμέσως έπλεξα. Η χαρά μου δεν περιγράφεται! Αμέσως βγαίνω έξω, ντύνομαι και πηγαίνω προς την εκκλησία για να βρω παιδιά να τα δείξω πως κολυμπάω. Από την ημέρα αυτή έγινα άφθαστος στο κολύμπι.
Αυτή την άνοιξη του 1919 δεν μπορώ να περιγράψω τη χαρά του κόσμου.
Ηρθαν τα παλικάρια από την ξενιτιά για να παντρευτούν. Αυτοί που κρύφτηκαν και γλύτωσαν από το στρατό, ήθελαν να παντρευτούν.
Τα κορίτσια το ίδιο. Αυτά, κάθε μέρα, έκαναν μπαλούς στα σπίτια τους. Τραγουδούσαν, χόρευαν, ήταν σαν να κακάριζαν!
Οι δρόμοι, τα βράδια, γέμιζαν κόσμο. Τα παλικάρια, στα καφενεία τραγουδούσαν και χόρευαν. Στα πανηγύρια γινόταν πανζουρλισμός. Πολλοί έστελναν χρήματα από την Αμερική στους δικούς τους. Ανοιξαν οι δουλειές. Τα καφενεία έφεραν λατέρνες, φωνόγραφα. Τότε έγιναν τόσοι γάμοι, όσοι δεν έγιναν ποτέ. Την Δευτέρα του Πάσχα, στο πανηγύρι στο Μοναστήρι των Πατέρων γέμισε η Τρίγλια παλικάρια, ήρθε ένα βαπόρι από την Κίο με πανηγυριστάς. Ηρθαν άλλοι από τα Μουντανιά, από την Προύσσα, κ.λ.π. Εγινε ένα πανηγύρι αξέχαστο.

Τώρα, π να γράψω για την Πρωτομαγιά αυτής της χρονιάς. Ξεφάντωσαν όλοι στο καζίνο, στην πλατανιά, στα καλάμια. Παντού. Εκεί στην πλατεία που ήταν οι στέρνες του Μοναστηριού, με τα πολλά δένδρα, άνοιξαν ένα μεγάλο χορό, όλο το χωριό χόρευε.
Μόλις βράδιασε, όλοι μαζί, με τραγούδια και χαρές, πήγαν μέχρι την θάλασσα. Εκεί ο Απόστολος Μαθιάς, αφού ευχαρίστησε όλους για τη μεγάλη παρέα, ευχήθηκε κάθε χρόνο να γίνεται το ίδιο και παρακάλεσε όλους να διαλυθούν ήσυχα.

Εκείνη τη χρονιά, το Φλεβάρη του 1919, έγιναν εκλογές για εφοροδημογέροντες. Εμείς, περίεργοι, καμιά δεκαριά παιδιά, πήγαμε και παρακολουθήσαμε τος εκλογές. Κανένας δεν δεχόταν να γίνει. πρόεδρος. Με τα παρακάλια έβαλαν τον Σωκράτη Κελεμκερή. Εβγαλαν συμβούλους: τον Ν. Καλπάκη, τον Γ. Τακά, τον Κ. Λούτζογλου, τον Αρ. Στεργίου, τον Ιορ. Πετράκογλου. Ορισαν και τρεις για τη σχολική επιτροπή, με πρόεδρο τον Δημ. Τακά. Και για την αγροφυλακή έβγαλαν τρεις, με πρόεδρο τον Β. Γκικάδη.
Το Τουρκικό κράτος τότε, είχε παραλύσει: ούτε φόρους μάζευε, ούτε μπορούσε να διοικήσει, ούτε νομίσματα έκοβε.
Μία φορά παρουσιάστηκε μεγάλη ανάγκη ρευστών χρημάτων. Τότε οι εκκλησίες, στις πόλεις και στα χωριά, έκοψαν μικρά χάρτινα νομίσματα με τη δική τους εγγύηση. Αυτό ανακούφισε τον κόσμο. Τα «πούλια», όπως τα έλεγαν, περνούσαν τότε και από χωριό σε χωριό.
Η χαρά του κόσμου αυτή τη χρονιά είχε και ένα άλλο λόγο: όταν οι σύμμαχοι κατέλαβαν την Πόλη, την μοιράστηκαν σε φρουραρχεία. Απ' αυτά είχε και η Ελλάς ένα
στο   Χαϊνταρπασά,   με   φρούραρχο   τον   Ταγματάρχη   Κ. Βλαχόπουλο.
Τότε   ορίσθη   ύπατος   αρμοστής   Κωνσταντινοπόλεως   και παραλίων ο Εγγλέζος Αμστερν.
Διαδόθηκε, τότε, ότι όλα τα παράλια της Προποντίδος και τα στενά θα γίνουν διασυμμαχικά. Οι εφημερίδες, κάθε μέρα, έγραφαν ότι το βάθος θα είναι 10 χλμ., πότε 20 χλμ. Εμείς, όπως όλος ο κόσμος, χαρά! Φανταστήτε τα μέρη μας να γίνουν διεθνή. Να μην έχουμε ανάγκη και φόβο από πολέμους.
Γι΄ αυτό, κάθε μέρα, ρωτούσαμε το δάσκαλο μας, τον Γ. Νικόπουλο, ένα εξαιρετικό δάσκαλο: «Κύριε, πώς θα γίνει, κατά φρουραρχεία, όπως στην Πόλη; Ή θα μας μοιρασθούν κατά περιφέρειες; Θα είναι ύπατος ο Αμστερν; Πότε θα γίνει, με την υπογραφή της ειρήνης;» Αυτά και πολλά άλλα ρωτούσαμε. «Ζήτω η διεθνής θάλασσα! Ζήτω τα διεθνή παράλια!»

Κατά τον Ιούνιο ιδρύθηκε ο μουσικός σύλλογος. Πρόεδρο εκλέξανε τον Ν. Αμουτζα, συμβούλους: τον Ιωσ. Μποντό, ' τον Δ.   Χατσηαποστόλου,   τον Απ.   Μαθιά  και  Ευθ.   του Λαζ. και τον Αλ. Μαστραντώνη.
Ο δάσκαλος της μουσικής, Θεοφάνης Κελέκης, φρόντιζε και μάζευε τα παιδιά και, κάθε βράδυ, κάναμε μαθήματα της θεωρητικής μουσικής.
Από τον Ιούλιο του 1919 έως το Μάρτη του 1920, ήρθαν τα όργανα. Τα παιδιά είμαστε τα εξής: εγώ, ο Θεοδ. και Ευθ. Ζαρζαβατσή, ο Κ. και Σ. Βάμβακα, ο Σωτ. Σγουρής, ο Γ. Μητηληνός, ο Κοσμ. Καλπάκης, ο Αθ, Φωτιάδης, ο Μ. Ντεβετζής, ο Στ. Ευστρατιάδης, Κ. Βε-λισσάρης, Κ. Χατσηαναστασίου, Σ. Διαμαντάκης, Στρ. Λούτζογλου, Στ. Μαθιάς, Ιορδ. Πραξίας, Γ. Πατρής, Ν. Παππανικόλα, Χρ. Νιστάζος, Ν. Τσέμκος, Αλ. Καραδιαμά-ντης, Χρήστος Καράθανος, Π. Παππαβασιλείου. Μετά ήρθαν και Π. Μαστραντώνη, Θ. Α. Ζαρζαβατσής και Μ. Καλπάκης.
Μόλις ήρθαν τα όργανα τα μοιρασθήκαμε και αμέσως μάθαμε να παίζουμε 2-3 τεμάχια και αρχίσαμε να παίζουμε
στις πλατείες, στα πανηγύρια και όπου αλλού.

Την άνοιξη του 1920 τα πράγματα άλλαξαν, Στην Αγγλία, στις εκλογές, έχασε ο Λοϊζσόρζ, ανέλαβαν οι εργατικοί Μακντόναλδ και Μπάλτουϊν. Στη Γαλλία, έπεσε ο Κλεμανσώ και ανέλαβε ο Πουαγκαρέ. Στην Ιταλία, αναταραχές: ο Κόμης Σφόρτσα ήθελε από κάπου να κρατηθεί και κατηγορούσε την Αγγλία ότι έφαγε τα πετρέλαια της Μουσούλης.
Τότε φάνηκε ότι ο επαναστάτης Κεμάλ έλεγχε την κατάσταση. Οι σύμμαχοι κατηγορούσανε ο ένας τον άλλο. Οι Τσέτες, ένοπλοι αντάρτες, δρούσαν παντού. Πού να τολμήσουν οι Αγγλοι πια να έρθουν στα παράλια μας όπως ερχόταν κάθε μέρα; Παντού βρισκότανε άνθρωποι του Κεμάλ.
Μια μέρα έρχονται 150 Τσέτες στο χωριό υπό τον Χακή. Εμείς κάμαμε μπάνιο και βλέπουμε να έρχονται προς τη Μύτη 5-10 Τσέτες με τα άλογα για να τα κάνουν μπάνιο. Ολα τα ποιδιά παίρνουν τα ρούχα τους και τρέχουν προς τη Βάινού. Εγώ όμως ήμουν μακριά και δεν πρόλαβα να βγω από τη θάλασσα. Με φωνάζουν να κάνω μπάνιο στα άλογα τους, βάζω στη θάλασσα 4-5 και, με μία ευκαιρία, προσπαθώ να φύγω. Με πιάνει ένας, με δίνει με το μαστίγιο του 2-3 ελαφρά στα πισινά και μου δίνει το άλογο του να το μπανιάρω. Το έκανα και μετά έφυγα. Μία άλλη μέρα οι Τσέτες πιάσανε, στο χωριό, ένα Τσερκέζο (Τούρκος από τον Καύκασο), τον Νουρή και τον σκότωσαν.
Εκείνη την εποχή ο Τσερκέζος Ταβούτ ετάχθη με το μέρος του Σουλτάνου. Ενοπλος δρούσε μεταξύ Πανόρμου, Γκιουνές και Μεχαλίτσι. Τα πράγματα αγρίεψαν πολύ τότε. Μία μέρα έρχεται ένα απόσπασμα από τα Μουντανιά και παίρνει τον θείο Λυκούργο και τον πατέρα μου και τους πάει στα Μουντανιά, επειδή ο θείος Σωτήρης, εκεί, φιλοξένησε Εγγλέζους και τώρα κρυβότανε. Ο πατέρας μου είχε πολλές δουλειές τότε. Ο κλίβανος των κουκουλιών έψηνε και δεν βρισκόταν στο χωριό άλλος να ξέρει τη δουλειά. Οι άνθρωποι που έφερναν τα κουκούλια.......

(απόσπασμα από το βιβλίο του Τριγλιανού Λάζαρου Βελισσάρη, «Πορεία ζωής»)


Αλέξανδρος Κοκκινίδης

Βασίλη συγχαρητήρια,
Καταπληκτικό το κείμενο και αντικειμενικότατο. Ήξερα ότι υπάρχει το βιβλίο αλλά δεν το είχα διαβάσει, θα προσφέρεις σημαντικές υπηρεσίες στην Τριγλιανή υπόθεση άν το κατεβάσεις στο σάιτ.

Ευχαριστώ και πάλι

Αλέκος Κοκκινίδης

triglianos - admin foroum

Θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Κο Κοκκινίδη, σχετικά με το βιβλίο.

Σχετικά με το σχόλιο του:
Παράθεσηθα προσφέρεις σημαντικές υπηρεσίες στην Τριγλιανή υπόθεση άν το κατεβάσεις στο σάιτ.

Ευελπιστώ μετά το Πάσχα, πρώτα ο θεός, να ρυθμίσω κάποια φλέγοντα θέματα στο φόρουμ και θα υπάρξει ενότητα σχετική με τα βιβλία που έχουν γράψει Τριγλιανοί, αλλά και αναφέρονται για τον τόπο μας, ώστε να τα ανεβάσουμε στο φόρουμ. Δουλειά δύσκολη που απαιτεί και κάποια ειδικά προγράμματα για να γίνει το σκανάρισμα των.
Όλοι μαζί, μπορούμε να ενημερώσουμε αυτόν τον χρήσιμο χώρο, ώστε να τον έχουν οι νεώτερες γενιές, ως παρακαταθήκη την ιστορία των προγόνων μας...

Βασίλης Σακελλαρίδης

Αυτό που αρχικά πρέπει να γίνει είναι να απογραφεί συστηματικά όλο το υλικό που υπάρχει για την Τρίγλια. Αρχικά, τα βιβλία. Τίτλος, συγγραφέας, εκδ. οίκος, έτος έκδοσης, ISBN (για τα πιο νέα βιβλία) και φωτογραφία του εξωφύλλου. Σε δεύτερη φάση συγκέντρωση αυτών των βιβλίων (και αν δεν υπάρχουν δικαιώματα τότε και ψηφιακά). Παρόμοιο πρέπει να γίνει στις φωτογραφίες, στα αρχειακά κείμενα, στις γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, στα έργα τέχνης, στις εικόνες που φέρανε οι δικοί μας άνθρωποι από την Τρίγλια κλπ. Πρέπει να δημιουργηθεί μια βάση δεδομένων με όλο το υλικό. Μια αρχή έκανα με το αίτημα στην δική μας Gallery για συγκέντρωση όλων των φωτογραφιών από την Τρίγλια πριν το 1922. Πρέπει να ανοιχθεί ένα αντίστοιχο για κάθε έναν από τους ανωτέρω τομείς και αργότερα να στηθεί μια βάση δεδομένων για εύκολη αναζήτηση και εμφάνιση.