Η γενοκτονία των Αρμενίων και η ιστορία της οικογένειας μου

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 24 Απριλίου 2013, 04:02:19 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Σήμερα είναι 98 χρόνια από την ημέρα της Αρμενικής Γενοκτονίας, και θα ήθελα να αναφερθούμε σ' ένα απόσπασμα από το βιβλίο του θείου μου, Θανάση Πιστικίδη « πες μας παππού...», σελ. 44, που αναφέρεται σε ένα τέτοιο περιστατικό. Η ιστορία αυτή αργότερα, σχετίζεται με την επιβίωση της οικογένειας μας, που ήρθαν σαν ανταλλάξιμοι το 1924 στη Ν. Τρίγλια. Στην ιστορία αυτή ισχύει το «Κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό» που λέει ο σοφός λαός.

«Ο Κλεόβουλος ήταν Αρμένης και συνομήλικος του πατέρα (εννοεί τον Βασίλη Πιστικίδη) ο Βαρτζόκας ήταν κατά τι μικρότερος και είχαν δουλέψει ταυτόχρονα στον φούρνο του παππού.
Στην μεγάλη σφαγή των Αρμενίων του 1915, η Προύσα είχε πάρα πολλούς κατοίκους Αρμενίους. Όλους σχεδόν οι Τούρκοι τους έσφαξαν, ως και τα βρέφη τους ακόμη.
Τον Κλεόβουλο, που δεν τον λέγονταν τότε Κλεόβουλος, ο παππούς τον έκρυψε μαζί με την γυναίκα του και ένα μικρό παιδάκι που είχε τότε, έως ότου πέρασε η μεγάλη μπόρα της σφαγής.
Αργότερα τον βάφτισε χριστιανό, τον ονόμασε Κλεόβουλο, τον μικρό γιό του Γιώργο και τους φυγάδεψε για την Ελλάδα.
Λίγο πριν την σφαγή των Αρμενίων το 1915, ο πατέρας και ο αδελφός του ο Αναστάσης είχαν επιστρατευθεί στα Τούρκικα Αμελέ Ταμπούρ (Τάγματα Εργασίας). Ο Ηπειρώτης Βαρτζόκας και ο Αρμένιος Κλεόβουλος είχαν μείνει δίπλα στο παππού.
Ακολούθησε η σφαγή, το κρύψιμο, το βάφτισμα, η φυγάδευση και λίγο αργότερα ο θάνατος του Αναστάση, ο θάνατος του παππού, το κάψιμο του σπιτιού στη Προύσα, το άρπαγμα του φούρνου του παππού από τους Τούρκους, και η μεταφορά της μητέρας πια μαζί με την γιαγιά Μαγδαληνή στην Τρίγλια το 1919. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη ολονών. Ακολούθησε η Μικρασιατική Καταστροφή και η συμφορά ολοκληρώθηκε.
Παρ' όλα αυτά, αυτοί οι δύο άνθρωποι, θυμήθηκαν το παλιό τους αφεντικό και άρχισαν να ψάχνουν και να ρωτούν ανάμεσα στην προσφυγιά που κατέκλυζε τότε τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και τα άλλα λιμάνια της Μακεδονίας, για την οικογένεια μας, αλλά πουθενά καμιά πληροφορία. Είχαμε βλέπεις ξεμείνει στη Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1924, γι' αυτό κανείς δεν ήξερε και δεν μπορούσε να δώσει πληροφορίες για μας.
Ήταν πια καλοκαίρι του 1926 προς τα τέλη Ιουλίου, γυρεύοντας δουλειά ο πατέρας είχε κατέβει στη Θεσσαλονίκη και γυρίζοντας απελπισμένος και κουρασμένος, ακούει μια φωνή «Βασίλη, Βασίλη, είμαι ο παραγιός σας, το Ηπειρωτάκι, ο Θανάσης ο Βαρτζόκας, που δούλευε στο φούρνο σας τρία χρόνια. Τρόμαξα να σε γνωρίσω, αφεντικό πως είσαι έτσι...»
Ο Θανάσης ο Βαρτζόκας, ο πρώην παραγιός, ήταν τώρα φτασμένος επαγγελματίας με δικό του μεγάλο φούρνο και είδη ζαχαροπλαστικής στις Σέρρες. Του έδωσε λοιπόν, ένα χρηματικό ποσόν σαν προκαταβολή και του είπε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του και να πάρει την οικογένεια του και να έρθει στις Σέρρες, που τον περίμενε δουλειά.
Ήρθε ο πατέρας στη Ν. Τρίγλια γεμάτος χαρά και φορτωμένος ψώνια και ανακοίνωσε την απόφαση του να πάμε οπωσδήποτε στις Σέρρες.
Ο θείος Βασίλης (Κολυβίδης) όμως του δήλωσε, ότι εκείνος προτιμούσε να κατέβει στη Ραφήνα, παρά να τον ακολουθήσει στις Σέρρες. Του ζήτησε όμως να του δώσει μαζί του τη μεγάλη μου αδελφή τη Γεωργία, για να φροντίζει την άρρωστη θεία Σμαρώ.
Ο πατέρας στάθηκε ανένδοτος να του δώσει τη Γεωργία. Ύστερα όμως από πολλές παρακλήσεις και συζητήσεις με την αδελφή του και μητέρα μου, ο λαχνός έπεσε σε μένα.
Έτσι τα πράγματα ξεκαθάρισαν. Πρώτα φύγαμε ο θείος Βασίλης, η άρρωστη θεία Σμαρώ και εγώ και φτάσαμε στη εδώ στη Ραφήνα το απόγευμα στις 5 Αυγούστου του 1926.


Ο Θανάσης Πιστικίδης (8 ετών) με τον θείο του Βασίλη Κολυβίδη, όταν πρωτοήρθαν στην Ραφήνα

Σε λίγες μέρες και ο πατέρας μου με όλη την υπόλοιπη οικογένεια, εγκατέλειπαν την Νέα Τρίγλια και πήραν τον δρόμο για τις Σέρρες. Εκεί, ο πατέρας μου πραγματικά ανάσανε. Νοίκιασε σπίτι για την οικογένεια, πληρώνονταν καλά και πραγματικά το «αφεντικό» του φέρνονταν άψογα.



Η οικογένεια Πιστικίδη περίπου το 1930, στη Δράμα. Η φωτογραφία είναι από κάποιο οικογενειακό βιβλιάριο. Γράφει από πίσω τις ηλικίες όλων (τις βάζω σε παρενθέσεις).
Από αριστερά: Γιαγιά Μαγδαλινή Κολυβίδου (90), Απόστολος Πιστικίδης (  8 ), Θεοχαρούλα (Τούλα) Πιστικίδου- Μιχαήλ (12),  Βασίλης Πιστικίδης (45), Γεωργία Πιστικίδου- Μυτιληναίου (16), και Αναστασία Κολυβίδου-Πιστικίδου

Ο Βαρτζόκας όμως είχε συνεταίρο στο φούρνο και μετά μερικούς μήνες άρχισε να δημιουργεί μικροπροβλήματα. Δεν έβλεπε ο άνθρωπος με καλό μάτι την τόση εύνοια του Βαρτζόκα στο νεοφερμένο. Έτσι ενάμιση χρόνο μετά, ο πατέρας αποφάσισε να φύγει για να μη δημιουργεί προβλήματα στους δύο συνέταιρους και πήγε να δουλέψει στο φούρνο του Κλεόβουλου, στη Πρωσοτσάνη.
Ο Βαρτζόκας και ο Κλεόβουλος είχαν συναντηθεί από παλιότερα και είχαν γνωριμίες και φιλικές σχέσεις μεταξύ τους. Έτσι, όταν συνάντησε τον πατέρα, ειδοποίησε τον Κλεόβουλο, ότι βρήκε επιτέλους το παλιό αφεντικό του Βασίλη και ότι τον πήρε στον φούρνο του. Τον επισκέφθηκε, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, έκλαψαν, θυμήθηκαν.
Τέσσερα χρόνια δούλεψε ο πατέρας στο φούρνο του Κλεόβουλου όχι σαν υπάλληλος αλλά σαν πραγματικό αφεντικό. Δυστυχώς ο Κλεόβουλος αρρώστησε βαριά και έπρεπε να τα πουλήσουν όλα και κατέβουν το γρηγορότερο στη Θεσσαλονίκη για θεραπεία.
Ο πατέρας έμεινε άλλα δυο χρόνια στη Μακεδονία και δούλεψε σε διάφορους φούρνους στη Δράμα, Τσατάλτζα, Δοξάτο, σούρνοντας πάντα μαζί του την οικογένεια προς μεγάλη ταλαιπωρία όλων τους. Στην Ραφήνα ήρθαν τελικά το 1934.