16) Μονές της Τρίγλιας και Μοναστηριακή Επιτροπή

Ξεκίνησε από Μάκης Αποστολάτος, 22 Φεβρουαρίου 2020, 09:21:21 ΠΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Μάκης Αποστολάτος

Στους Κώδικες της Τρίγλιας, που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, κρύβονται μικρές ή μεγάλες ιστορίες που σπάνια έρχονται στην επιφάνεια. Μια απ' αυτές, αφορά 1) στις Μονές που είχαν ιδρυθεί στην ευρύτερη περιοχή της Τρίγλιας, από τον 8ο αιώνα, πριν από τη δημιουργία της ως οικισμού, μερικές από τις οποίες σώζονται μέχρι σήμερα, και 2) στη Μοναστηριακή Επιτροπή της Τρίγλιας, που είχε την αρμοδιότητα να διαχειρίζεται όλα τα θέματα που αφορούσαν στις Μονές (καλλιέργεια μοναστηριακών κτημάτων, διορισμός ιερέων ως ηγουμένων για τη τέλεση λειτουργιών κλπ).

Στην Τρίγλια και στην ευρύτερη περιφέρειά της είχαν ιδρυθεί Μονές από τον 8ο αιώνα, μερικές από τις οποίες ενσωματώθηκαν στον οικισμό Τρίγλιας που δημιουργήθηκε στη σημερινή θέση περί τα τέλη του 12ου μΧ αιώνος (Τρ. Ευαγγελίδης, Τριγλεία-Βρύλλειον) και οι υπόλοιπες είτε κοντά είτε μακριά από αυτόν. Σημειώνεται ότι, κατά τον π. Θεοδόσιο Μιακραγιαννανίτη, οικισμός της Τρίγλιας στη σημερινή του θέση δημιουργήθηκε από τους εργάτες που δούλευαν στα κτήματα των Μοναστηριών. Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρώτο Μοναστήρι που κτίστηκε ήταν η Μονή Αγ. Ιωάννου (Πελεκητής) το 709 μΧ (Τριγλιανά Νέα, φύλλο 113/2005) και περί το 705-711 μΧ, κατά τον Τρ. Ευαγγελίδη (Τριγλεία-Βρύλλειον), σε αρκετή απόσταση από την Τρίγλια και δυτικά απ' αυτήν, από την οποία (Μονή) σώζονται σήμερα οι περιμετρικοί τοίχοι του καθολικού, το οποίο έχει χαρακτηριστεί από το 1990 ως μνημειακή κατασκευή, 2) η Μονή Χηνολάκκου ή του Αγίου Στεφάνου το 710 μΧ, το καθολικό της οποίας αποτελεί η  εκκλησία Ευαγγελίστρια, που μετατράπηκε σε τζαμί το 1661 (Fatih Cami) και σώζεται μέχρι σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση, επειδή συντηρείται καθημερινά ως τζαμί, και έχει χαρακτηριστεί από το 1990 ως μνημειακή κατασκευή, 3) εβδομήντα χρόνια αργότερα (780 μΧ) κτίστηκε η Μονή Τριγλείας ή των Πάντων Βασιλίσσης, το καθολικό της οποίας αποτελεί η εκκλησία της Παντοβασίλισσας, που σώζεται μέχρι σήμερα, αλλά με μεγάλες ζημιές τόσο στα δομικά της στοιχεία όσο και στις αγιογραφίες, και έχει χαρακτηριστεί από το 1990 ως μνημειακή κατασκευή, 4) η Μονή Μηδικίου ή Αγίων Πατέρων, που βρίσκεται λίγο έξω από τα σημερινά όρια της Τρίγλιας, και έχει χαρακτηριστεί από το 1990 ως μνημειακή κατασκευή, 5) η Μονή Βαθέως Ρύακος ή Σωτήρα που κτίστηκε το 810 μΧ, σε μικρή απόσταση από την προηγούμενη, από την οποία σώζονται σήμερα μερικά ερείπια.

Υπήρχαν, βέβαια και πολλά μικρότερα Μοναστήρια, στην ευρύτερη περιοχή, για τα οποία δεν διασώθηκαν πληροφορίες σχετικά με τη χρονολογία ίδρυσής τους κλπ  Ο Τρ. Ευαγγελίδης αναφέρει τη Μονή Αγίας Μαρίνης και τη Μονή Αγίας Παραπολινής, για τις οποίες δεν είναι γνωστές οι θέσεις.

Στο βιβλίο του Απ. Τσίτερ (Τρίγλια του Κιανού Κόλπου Προποντίδος, σελ. 15) αναφέρονται, για την περιφέρεια της Τρίγλιας, εκτός των ανωτέρω, και οι Μονές: «Αγίου Ισιδώρου (Άη Σίδερος), του Θεσβίτου Ηλιού (ένα ανδρών και ένα γυναικών), στην τοποθεσία Σίσβη, κοντά στη θάλασσα όπου υπήρχε μέσα στη θάλασσα μια πελώρια πέτρα-βράχος, που την λέγαμε καραβόπετρα, του Προφήτου Ελισαιέ στην τοποθεσία Αλισαίος, στην ακρογιαλιά επίσης, του Αγίου Γεωργίου Κυπαρισσιώτου, του Αγίου Γεωργίου Παληοχωρίσιου, κοντά στην τοποθεσία Καμάρες, μια ώρα περίπου από το χωριό, του Αγίου Τρύφωνος (Άη Τρύφου) κοντά στο Γιαλί-Τσιφλίκι, περισσότερο από μια ώρα απόσταση, κοντά στην τοποθεσία Μελισσόπετρες». Από αυτές, ελάχιστα ή καθόλου ερείπια υπάρχουν σήμερα.

Στις προφορικές μαρτυρίες των πληροφορητών του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ) περιλαμβάνονται αναλυτικές περιγραφές για τα Μοναστήρια Αγ. Ιωάννη (Πελεκητής), Μηδικίου ή Πατέρων, Αγίου Στεφάνου ή Χηνολάκκου και Σωτήρος ή Βαθυρύακος, αλλά και σύντομες περιγραφές Μοναστηριών στην ευρύτερη περιφέρεια.

Οι κτιριακές εγκαταστάσεις των δύο  Σταυροπηγιακών Μονών (δηλαδή ανήκαν στο Πατριαρχείο), που εξακολουθούσαν να υπάρχουν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, εκτός από την εκκλησία της Παντοβασίλισσας και της Ευαγγελίστριας που μετατράπηκε σε τζαμί από το 1661,  ήταν της Μονής Μηδικίου ή Αγίων Πατέρων και της Μονής Αγ. Ιωάννου (Πελεκητής). Μοναχοί δεν υπήρχαν πλέον, αλλά υπήρχε η κτηματική περιουσία τους, η διαχείριση των οποίων ανήκε στην αρμοδιότητα της Μοναστηριακής Επιτροπής της Τρίγλιας, όπως  και το Μοναστηριακό επίδομα που απεδίδετο στο Πατριαρχείο (Κεντρική Μοναστηριακή Επιτροπή). Σημειώνεται ότι η έκταση στην οποία δημιουργήθηκε, το 1907, το νέο Νεκροταφείο, από τον Χρυσόστομο, Μητροπολίτη Δράμας, την περίοδο εκείνη, ανήκε στη Μονή Μηδικίου και περιήλθε στην Κοινότητα Τρίγλιας με ανταλλαγή άλλου κτήματος. Η κατάσταση των κτιριακών εγκαταστάσεων των δύο αυτών Μονών το 1919 περιγράφεται αναλυτικά στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 29.10.1919 (Κώδικας, σελ. 303). Τις ημέρες εκείνες επισκέφθηκε την Τρίγλια ο Άγιος Σελευκείας, σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, με εντολή του Πατριαρχείου για να δει ο ίδιος την κατάσταση των δύο Σταυροπηγιακών Μονών, για τις οποίες η Εφοροδημογεροντία είχε ζητήσει να ανασταλεί η υποχρέωση αποστολής του επιδόματος προς το Πατριαρχείο. Μετά την επίσκεψή του στις Μονές, ανακοίνωσε το αποτέλεσμα της μελέτης του και ειδικότερα, σε ότι αφορά τον Αγ. Ιωάννη (της Πελεκητής) «να διατηρηθή η προς δυσμάς (την θάλασσαν) πλευρά, αρκετά καλή σχετικώς και νυν διατηρουμένη, το ηγουμενείον και ο ναός, όστις κατά την γνώμην του είναι Βυζαντινός (καθ' ημάς μόνον το ιερόν ο δ' υπόλοιπος κτισθείς μετά πυρκαϊάν) οι δε λοιποί τοίχοι να διατηρηθώσι ως τοιούτοι περιβάλοντες τον ναόν δια την ασφάλειαν. Όσον δ' αφορά την Μονήν των Πατέρων αύτη να μείνη προς το παρόν ως έχει μη επισκευαζομένη μηδ' αυτού του ναού αυτής, ολιγωτέρας κατ' αυτόν ή μικράς μάλλον αξίας, επιφυλασσομένης της Κοινότητος προς τούτο εις καλλιτέρας εις τον μέλλον ημέρας».

Για τα Μοναστήρια της Τρίγλιας έχει γράψει ο λαογράφος Σταύρος Μαργαρίτης το ακόλουθο άρθρο: "Στην παλιά μας πατρίδα Τρίγλια υπήρχαν Μοναστήρια, όπως ήτο το μοναστήρι των Πατέρων στις Πλατανιές, όπως ήτο το Μοναστήρι του Αϊ Γιάννη στην παραθαλάσσια περιοχή, όπως ήτο το Μοναστήρι του Χριστού Σωτήρος στο βουνό, και εν συνεχεία το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνος. Αυτά τα Μοναστήρια είχαν περιουσίες και απολάμβανε ο Δήμος και τα έβγαζε στο μεζάτι (δημοπρασία). Στο Μοναστήρι των Πατέρων την έκταση σε χωράφια αυτοί που την παίρναν, επειδή είχε μπόλικα νερά, την έσπερναν γιοντζά (τριφύλλι) διότι ο κόσμος εκεί είχε στο κάθε σπίτι του ζώα οικόσιτα, κατσίκες, πρόβατα, αγελάδες, ήτο και μια ράτσα πρόβατα που τα έλεγαν καραμάνια. Σ' αυτά τα πρόβατα οι ουρές τους ήτο πιο βαριές και από το σώμα τους και ορισμένα ζούσαν καθιστική ζωή. Έπειτα το Μοναστήρι είχε μεγάλες και πολλές καρυδιές όπου και αυτές έβγαιναν σε δημοπρασία, σε ξεχωριστή. Έπειτα ήτο το Μοναστήρι του Αη Γιάννη εκτός από την περιουσία σε χωράφια είχε και μεγάλη περιοχή φυτεμένη από συκιές που η παραγωγή από σύκα ήτο πολύ μεγάλη και με σύκα πολύ γλυκά και μεγάλα.
Μετά υπήρχαν και τα άλλα δυο Μοναστήρια στην περιοχή του βουνού που την λέγανε Καλιάγκους, του Αγίου Σπυρίδωνος και του Χριστού Σωτήρος. Αυτά πάλι τα δυο από περιουσία είχαν πολλά ελαιόδενδρα, υπήρχε και από αυτά μεγάλη ελαιοκαρπία. Αυτά όλα όπως γράφω και πιο πάνω τα καρπωνότανε ο Δήμος για να συντηρήσει και έξοδα της Δημαρχίας.
Διότι το Τούρκικο κράτος δεν ενδιαφερότανε για τα έξοδα κάθε Δήμου και Κοινότητας που κατοικούσαν χριστιανοί και έτσι αυτά όλα τα χρήματα πήγαιναν στο Γενικό Ταμείο του τόπου όπως το λέγανε Εφορεία, πλήρωνε Δασκάλους, παπάδες, ψαλτάδες, μπεξίδες (αγροφύλακες), παζβάντες, νυχτοφύλακες κλπ
".

Στην πρώτη περίοδο (3.10.1907 – 19.7.1908) που βρέθηκε, ως εξόριστος, στην Τρίγλια ο Χρυσόστομος, Μητροπολίτης Δράμας την εποχή εκείνη, ασχολήθηκε ενεργά με τα ζητήματα του τόπου, ξεκίνησε την κατασκευή του νέου Νεκροταφείου και του Γυμναστηρίου, συνέταξε Κανονισμό για την εκ περιτροπής λειτουργία των εκκλησιών της Τρίγλιας και, εκτός των άλλων, διέβλεψε την πτωτική πορεία των Μονών της περιοχής και, μετά την ολοκλήρωση του νέου Νεκροταφείου, προκάλεσε και προήδρευσε συνεδρίασης της Εφοροδημογεροντίας, με αυτό ως αποκλειστικό θέμα συζήτησης και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την ανατροπή της κατάστασης.

Έτσι, η πρώτη δημόσια συζήτηση, που αναφέρεται στα θέματα των Μονών, περιγράφεται στο πρακτικό της συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 11.1.1908 (Κώδικας Πρακτικών, σελ. 38), υπό την προεδρία του Χρυσόστομου, Μητροπολίτου Δράμας, από την έδρα του, και έχει καταχωρηθεί από τον ίδιο στον Κώδικα Πρακτικών. Το θέμα συζήτησης είχε αντικείμενο την τύχη των παρακμαζουσών, εκείνη την περίοδο, Σταυροπηγιακών Μονών, και με ρηξικέλευθη απόφαση προτάθηκε στο Πατριαρχείο να ανατεθεί η συντήρηση και η ύπαρξη των Μονών στην Κοινότητα Τρίγλιας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι: "...  προς βεβαίαν καταστροφήν φερομένων Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μοναστηρίων των ευρισκομένων εν τη περιφερεία της κοινότητος ημών, πολλών δε απόψεων και γνωμών διαμοιρασθεισών μεταξύ ημών, ως οι πλέον πρακτικοί και σωτήριος γνώμη και εκράτησε η εξής, να ορισθή τριμελής επιτροπή των καλλιτέρων του τόπου η οποία εφοδιασμένη με τα απαιτούμενα γράμματα και τας αναφοράς της κοινότητος να μεταβή εις τα Σεβαστά Πατριαρχεία και να αναπτύξη εις την Σεβ. Εφορίαν της Θεολογικής και τους συνοδικούς αρχιερείς και προς την Α. Π. τον Οικουμενικόν Πατριάρχην τους σοβαρούς λόγους δια τους οποίους η αξιοπρέπεια της Εκκλησίας το συμφέρον του πατριαρχείου αυτή η συντήρησις και η ύπαρξις των Μονών απαιτούσι όπως τα Μοναστήρια ταύτα τεθώσιν υπό την διατήρησιν της κοινότητος υποχρεωμένης προκαταβολικώς να μετρήσει εις τα πατριαρχεία τας ορισμένας ετησίας δόσεις των Μονών και να διατηρή με τον τίτλον ηγουμένου διατηρουμένους υπό της κοινότητος δύο εκ των ιερέων της κοινότητος υποκειμένους εις τας περί ηγουμένων πατριαρχικάς και συνοδικάς διατάξεις, τας λεπτομερείας διακανονισμού της υποθέσεως ταύτης αποδέχεται η κοινότης παρά της πατρικής στοργής των πατριαρχείων εν συνεννοήσεις μετά των απεσταλμένων της κοινότητος οίτινες προσηκόντως θα αναπτύξωσιν ότι αν μη τοιαύτα σοβαρά ληφθώσιν δια τας μονάς ταύτας δεν θα παρέλθωσιν πολλά έτη ... όπου σήμερον εγκρίνοντας δύο αρχαίας μονάς του Οικουμενικού θρόνου, αίτινες ... των προγόνων μας θα εγείρονται σωροί ερειπίων άξιοι δακρύων δια την αναλγησίαν ημών των απογόνων εάν μη προβώμεν εις τα αναγκαία μέτρα ... Ορίσθησαν δε αντιπρόσωποι της κοινότητος οι κ. Λυκούργος Ν. Τσάκωνας, Σωκράτης Κ. Καλεμκερής και Ιορδάνης Σ. Πετράκογλου".

Το πρακτικό υπογράφεται από τους Λυκούργο Ν. Τσάκωνα, Ιωακείμ Παπαδόπουλο, Σωκράτη Κ. Καλεμκερή, Νικόλαο Νιστάζο, Γεώργιο Σ. Μποτό, Ιορδ. Σ. Πετράκογλου, Αναστάσιο Δ. Καλπάκη, Δημητρό Γιάγκενας, Ιωάννη Δ. Κοκκαλά, Ε. Κ. Καλεμκερή, Χρήστο Βαμβακά και Ν. Παπαδόπουλο και επικυρώθηκε από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο.

Στο πλαίσιο των αποφάσεων και κατευθύνσεων της προηγούμενης απόφασης, η Γενική Συνέλευση συνεδρίασε την 19.9.1908 (σελ. 60), με θέμα το διορισμό Ηγουμένων στις Μονές Αγ. Ιωάννου Πελεκητής και Πατέρων (Μηδικίου), και αποφασίστηκε ο διορισμός του αιδεσιμώτατου ιερέα Κωνσταντίνου Σταυρίδη, ως ηγουμένου της πρώτης, και του αιδεσιμώτατου ιερέα Χρήστου Μπουκλίτση ή Βουγλίτση στη δεύτερη. Στην ίδια συνεδρίαση αποφασίστηκε ο διορισμός εννεαμελούς (Μοναστηριακής) Επιτροπής αποτελουμένης από τους Βασίλειο Τακά, Επαμεινώνδα Καλεμκερή, Γρηγορίου Παπαδόπουλου, Ιορδάνη Πετράκογλου, Ιορδάνη Κελάδη, Σταύρου Φωτάκη, Ζαφειρίου Χ''χρήστου, Χρυσού Κελέκη, Κωνσταντίνου Στεργίου "και καθιστά αυτήν πληρεξούσιον να αποφασίζη ως ήθελε φανή αυτή εύλογον και συμφέρον και εις ουδένα υποβαλλόμενον έλεγχον. Εις το τέλος εκάστου έτους υποχρεούται η Επιτροπή αύτη να δίδη λογαριασμόν των πεπραγμένων αυτής τη εκάστοτε Εφοροδημογεροντία της Κοινότητος. Η διορία αυτής ορίσθη εις δύο έτη".

Τον επόμενο χρόνο, στο πρακτικό της 25.4.1909 (σελ. 68) έχει καταγραφεί η κοινή συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας και των Επιτρόπων των εκκλησιών για τον αναδιορισμό των ιερέων και των μισθών τους. Αποφασίστηκε να παραμείνουν στις θέσεις τους οι ιερείς και προσελήφθη ο Αρχιμανδρίτης Βασίλειος ως ιερέας στο κάτω σύμπλεγμα «αντί του αποχωρήσαντος τέως αρχιερατικού ενταύθα επιτρόπου αιδεσίμου Οικονόμου παπά Χρήστου. Ως μισθός αυτών ετήσιος ωρίσθη υπό της συνεδριάσεως δια μεν τους ιερείς του κάτω συμπλέγματος ανά 1800 γρ. εις έκαστον δια δε του άνω συμπλέγματος ο εξής ετήσιος μισθός δια τον οσιώτατον Χρύσανθον Γεράκην γρ2000 δια δε τον Πανοσιώτατον Σακελλάριον κ. Κωνσταντίνον (σ.σ. θείος της συζύγου  του παπά Χρύσανθου Γεράκη) γρ1600. Επίσης δε υποχρεούνται οι εν λόγω ιερείς όπως έκαστος εξ αυτών εναλλάξ μεταβαίνει εκάστην εβδομάδα και λειτουργεί εις την ιεράν Μονήν των Πατέρων. Εν περιπτώσει δε καθ' ην τις εκ των ρηθέντων ιερέων δεν μεταβή προς λειτουργείαν κατά την εβδομάδα αυτού θα αποζημιοί την Εφορείαν δι' 25 γροσίων άτινα θα περιέρχονται εις το Ταμείον της Μοναστηριακής Επιτροπής προς όφελος αυτής».

Σε συνεδρίαση της 10.2.1910 της Εφοροδημογεροντίας (Κώδικας, σελ. 91) συζητήθηκε το θέμα της καλλιέργειας των κτημάτων των Μονών, επειδή η αρμόδια (Μοναστηριακή) Επιτροπή δεν μπόρεσε να παραδώσει τους λογαριασμούς και να διοριστεί νέα, ενώ ο καιρός της καλλιέργειας επείγει. Η Εφοροδημογεροντία αποφάσισε "προσωρινώς να αναθέσει την καλλιέργεια των κτημάτων των Μονών εις τον Διογένη Φωτάκογλου, μέχρι του καταρτισμού της αρμοδίας Επιτροπής, με την δικαιδοσίαν να συμφωνή τα ημερομίσθια των εργατών και να εκτελή πάντα τα απαιτούμενα προς όσον ένεστι ταχυτέραν και καλυτέραν διεξαγωγήν της ανατιθεμένης εις αυτόν εργασίας ταύτης και φροντίδος".

Δύο μέρες αργότερα, καταγράφεται το πρακτικό της συνεδρίασης της Εφοροδημογεροντίας της 12.2.1910 (σελ. 92), στην οποία συζητήθηκε η προφορική δήλωση τεσσάρων εκ των μελών της Μοναστηριακής Επιτροπής ότι τα υπόλοιπα πέντε (Βασίλειος Τακάς, Χρυσός Κελέκης, Ιορδ. Πετράκογλου, Επαμ. Καλεμκερής και Γρηγ. Παπαδόπουλος) παραιτήθηκαν, για λόγους που αυτοί γνωρίζουν, και δεν δέχονται να συνεχίσουν και να συμπληρώσουν τη διετή θητεία τους, παρά τις πολλές εισηγήσεις και προτροπές. Η Εφοροδημογεροντία αποφάσισε να παρακαλέσει, από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος, τους Δημ. Τακά, Αλέκο Τσισμετζή?, Κων. Λούτζογλου, και Αλέκο Μαστραντώνη να συνεχίσουν εργαζόμενοι στη Μοναστηριακή Επιτροπή μέχρι τη συμπλήρωση της διετούς θητείας της. Η παράκληση της Εφοροδημογεροντίας έγινε δεκτή και αποφασίστηκε να παραδοθούν σ' αυτήν, σε προσεχή συνεδρίαση, οι λογαριασμοί του διαρρεύσαντος πρώτου έτους της Μον. Επιτροπής.

Δύο μήνες αργότερα, ο Χρυσόστομος, ως Μητροπολίτης Σμύρνης, πλέον, προήδρευσε στη σημαντική συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και κατέγραψε στον Κώδικα Πρακτικών τα θέματα και τις αποφάσεις της (πρακτικό της 19.4.1910, σελ. 93), μεταξύ των άλλων, και για το διορισμό οικονομικής και διαχειριστικής Επιτροπής, η οποία να έχει το δικαίωμα να διαχειρίζεται τα κοινοτικά προσοδοφόρα κτήματα για την εξάλειψη και εξόφληση του χρέους και του δανείου για την ολοκλήρωση του Νέου Σχολείου. Μεταξύ των κοινοτικών και προσοδοφόρων κτημάτων περιλήφθηκαν και τα μοναστηριακά κτήματα, αφαιρουμένων των δαπανών της καλλιέργειας.

Στο επόμενο πρακτικό της Γεν. Συνέλευσης της ίδιας μέρας (19.4.1910, σελ. 96), υπό την προεδρία του Χρυσόστομου, καταγράφεται η απόφαση για τη λήψη του δανείου, για την ολοκλήρωση των εργασιών ανέγερσης του Νέου Σχολείου, και ως ασφάλεια και αντίκρισμα για την εξυπηρέτησή του, μέχρι τελείας εξοφλήσεως αυτού, περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων, και τα «πλεονάσματα εκ της διαχειρίσεως της επιτροπής των Μοναστηριακών κτημάτων».

Λίγες μέρες αργότερα (26.4.1910, σελ. 98), στην κοινή συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας με τους επιτρόπους των εκκλησιών, για το διορισμό ιερέων, αποφασίστηκε ότι οι δύο ιερείς (αιδεσιμότατος Σακκελάριος κυρ Κωνσταντίνος και οσιότατος ιερομόναχος Χρύσανθος Γεράκης) υποχρεούνται να μεταβαίνουν, καιρού επιτρέποντος, εναλλάξ και να λειτουργούν στο Μοναστήρι των Αγίων Πατέρων, λαμβάνοντες ως επιμίσθιο, για κάθε λειτουργία, το αναλογούν από τα 200 γρ., τα οποία θα καταβάλει η Μοναστηριακή Επιτροπή ως ετήσιο μισθό στους ιερείς αυτούς.

Στο χωρίς ημερομηνία πρακτικό (Κώδικας, σελ. 109) καταγράφεται η λήξη της διετούς θητείας της Επιτροπής και προτείνεται να αναλάβουν τα καθήκοντα τα μέλη του ΔΣ της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος, αντί να διοριστούν νέα. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι: "Επειδή από πολλού έληξεν η διετής θητεία της Μοναστηριακής Επιτροπής, η οποία εξεκαθάρισε και απέστειλεν εις την Εφοροδημογεροντία τους λογαριασμούς της διετούς περιόδου της δια του κ. Δ. Τακά, ενεκρίθη ίνα παρευρεθώσιν ούτοι ως εστε και καλώς έχοντες και απεφασίσθη τα μέλη του προεδρείου της Αδελφότητος να παρακληθούν όπως αποτελέσωσι την Μοναστηριακήν Επιτροπήν".

Στη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης της 10.1.1911 (Κώδικας, σελ. 110) διορίστηκε επιτροπή για τον έλεγχο των λογαριασμών της Εφοροδημογεροντίας και της Μοναστηριακής Επιτροπής.

Την επομένη πραγματοποιήθηκε νέα Γενική Συνέλευση (11.1.1911, σελ. 113) και ως πρώτο θέμα αναγνώστηκαν οι λογαριασμοί της Μοναστηριακής Επιτροπής των ετών 1908-1909-1910, οι οποίοι θα ελεγχθούν από την επιτροπή που ορίστηκε με το πρακτικό της προηγούμενης ΓΣ.  "Επί τούτοις η Γενική Συνέλευσις ανεγνώρισε τους κόπους και προθυμίαν των μελών της Μοναστηριακής Επιτροπής ευχαριστήσασα τα μέλη αυτής εγκρίνουσα και την απόφασιν  της εντίμου Δημογεροντίας περί εκλογής Μοναστηριακής Επιτροπής του Διοικητικού Συμβουλίου της ενταύθα Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος αποτελουμένης εκ των αξιοτίμων κυρίων Γ. Τακά, Ι. Κοκκαλά, Δ. Φούντα, Κ. Στεργίου, Α. Μαστραντώνη, Θ. Μοσχογιαννίδου, Δ. Τακά και Κ. Χ''Αναστάση".

Οι λογαριασμοί της Μοναστηριακής Επιτροπής, για τις δύο Σταυροπηγιακές Μονές,  εγκρίθηκαν στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 1.11.1911 (Κώδικας, σελ. 130) και αφού τους υπέγραψε τους απέστειλε "εις τον Σεβ. Άγιο Προύσης επί τω τέλει όπως η Α. Σεβασμιότης διαβιβάση αυτούς εις την τοις Πατριαρχείοις εδρεύουσαν Μοναστηριακήν Επιτροπήν, ήτις εζήτησεν δια του Αγίου Προύσης την σύνταξιν και αποστολήν αυτών εις τα Πατριαρχεία".

Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 27.4.1912 (σελ. 142), συζητήθηκε το θέμα του ιερέως Βασιλείου, μετά από αναφορά των ενοριτών της ενορίας του Αγίου Γεωργίου (Κάτω) και "Παρακαλείται η Μοναστηριακή Επιτροπή όπως τοποθετήση αυτόν ως ιερέα των ιερών Μονών".

Στη Γενική Συνέλευση της 9.1.1913 (σελ. 165), σε συνέχεια της προηγουμένης συνεδρίασης, συζητήθηκε, εκτός των άλλων, και το θέμα της εκλογής νέας Μοναστηριακής Επιτροπής και αποφασίστηκε να αφεθεί στο Συμβούλιο της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος.

Στη συνέχεια της αποφάσεως της Γ.Σ. της 9.1.1913, καταγράφεται στη χωρίς ημερομηνία κοινή συνεδρίαση (σελ. 171) της Εφοροδημογεροντίας και των μελών της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος η απόφαση να εκλεγούν, τα μέλη της Μοναστηριακής Επιτροπής, μεταξύ των μελών αμφοτέρων των συμβουλίων. Από τα μέλη της Εφοροδημογεροντίας εκλέχτηκαω οι Δημ. Τακάς και Ι. Κοκκαλάς και από τα μέλη της Αδελφότητος οι Δημ. Φούντας, ως διαχειριστής, Ιορδ.  Τακάς και Νικ. Τσάκωνας, οι οποίοι θα συνεχίσουν  τις εργασίες της προκατόχου Επιτροπής.

Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 6.9.1913 (σελ. 180), η οποία επικυρώθηκε από τον Χρυσόστομο, Μητροπολίτη Σμύρνης, συζητήθηκε το θέμα έμμισθης γραμματειακής υποστήριξης και αποφασίστηκε 1) ο διορισμός του Δημ. Κ. Τακά, ως έμμισθου γραμματέα, με ετήσιο μισθό 25 Λοθ. και 2) η ανάθεση στην Εφοροδημογεροντία και τη Μοναστηριακή Επιτροπή του ορισμού των καθηκόντων του και η πληρωμή του εξ ημισείας.

Στη Γενική Συνέλευση της 12.1.1914 (σελ. 190), εκτός των άλλων, αναγνώστηκαν οι λογαριασμοί της Μοναστηριακής Επιτροπής από 1.1.1913-1.1.1914, που παρουσιάζουν έσοδα 32014 Γρ  και δαπάνες 31514 Γρ., δηλαδή περίσσευμα 499 Γρ και 30 παρ. Αμφότεροι οι λογαριασμοί παραπέμφθηκαν, για έλεγχο, σε τετραμελή επιτροπή που εκλέχτηκε με μυστική ψηφοφορία (Θεολόγος Φούντας, Νικόλαος Παπαδόπουλος, Μενέλαος Δ. Μελλής? Και Γεώργιος Τακάς).

Στη συνεδρίαση της Εφορευτικής Επιτροπής (ιερεύς Χριστόδουλος Σταυρίδης Βουγλίτσης, ιερομόναχος Χρύσανθος Γεράκης, π. Βασίλειος Ιωακειμίδης, Θεολόγος Φούντας και Γεώργιος Α. Τακάς) της 25.2.1914 (σελ. 196) αποσφραγίστηκαν οι κάλπες για την ανάδειξη της νέας Εφοροδημογεροντίας και της Μοναστηριακής Επιτροπής. Ως μέλη της δεύτερης εξελέγησαν οι Γεώργιος Τακάς (77), Δημ. Φούντας (65), Ιορ. Ν. Τακάς (43), Θεολόγος Φούντας (29), Ιωάννης Κοκκαλάς (42) και επιλαχόντες οι Κων. Λούτζογλου (29), Αναστάσης Μπόλκας (25), Αναστ. Βασιλειάδης (20), Αναστάσιος Ευθ. Βαρρούτης (17) και Βασίλειος Τακάς (14).

Με την από 21.2.1915 επιστολή του γραφείου Πλαγκωτάρης και Γκικάδης (Κωνσταντινούπολη) προς την Εφοροδημογεροντία, που είναι συνημμένη με αριθμούς 501-502 στον Κώδικα Πρακτικών, ανακοινώθηκε ότι "ο Μέγας Ευεργέτης της Τρίγλιας κ. Ιωάννης Σάπαρης, πληροφορηθείς τας δεινάς περιστάσεις υφ' ας ευρίσκεται ο εργατικός και πτωχικός οικογενειακός κόσμος της πατρίδος μας και θέλων να ανακουφίση την κοινών των συγχωριανών μας συμφοράν, απεφάσισεν, εν τη μεγαλοσίνη του, και μας απέστειλε Πεντακοσίας λίρας Τουρκίας (Αρ. ... 500) ίνα διανεμηθώσι δια χειρός ημών εις τους αναξιοπαθούντας συμπολίτας μας". Επειδή οι εκπρόσωποι του γραφείου δεν μπορούσαν να μεταβούν στην Τρίγλια, πρότειναν να πραγματοποιηθεί κοινή συνεδρίαση της Δημογεροντίας, του Αρχιερατικού Επιτρόπου, της Μοναστηριακής Επιτροπής και των κυρίων Λ. Τσάκωνα, Γ. Μποτό, Ευγένιο Καλαφάτη, Βασίλ. Γκικάδη, Νικ. Παπαδόπουλο, Χρυσό Κελέκη, Αναστ. Προύσαλη, Δημητρ. Καλεμκερή και Αναστ. Μπαρούτη, και, από κοινού, με πνεύμα αγάπης και δικαιοσύνης, καταρτίσουν κατάλογο διανομής των 500 λιρών, αναλόγως των αναγκών εκάστου οικογενειάρχου, και να τον στείλουν υπογεγραμμένο στο γραφείο, για να στείλουν τα χρήματα προς διανομή. Η επιστολή τελειώνει με την οδηγία να περιληφθεί στον κατάλογο και ο Απόστολος Σάπαρης για 10 λίρες. Η επιστολή φέρει τις υπογραφές του Χρυσόστομου, Μητροπολίτη Σμύρνης και του Θεοφάνη Γκικάδη.

Μετά την επιστροφή των Τριγλιανών (τέλη του 1918), όσων επέζησαν, από την εξορία τους στην Προύσα, άρχισε να επανέρχεται σταδιακά η προτέρα κατάσταση στη λειτουργία της Κοινότητος και η προσπάθεια για την ανάπτυξη της οικονομίας τόσο των Τριγλιανών όσο και της Κοινότητος.

Στη Γενική Συνέλευση της 1.8.1919 (σελ. 286) διεξήχθη μυστική ψηφοφορία, για την εκλογή νέας Μοναστηριακής Επιτροπής, και εκλέχτηκαν οι Γεώργιος Αν. Τακάς (18), Αθανάσιος Μιχαλιτολής? και Σωτήριος Πιλάτος (16), Κωνσταντίνος Στεργίου και Αναστάσιος Βελισάρης (15), και επιλαχόντες οι Δημήτριος Σγουρής (14), Ιορδάνης Κ. Τακάς και Αθ. Βαμβακάς (13) και Ηρακλής Βαβαρουξής (9).

Λίγες μέρες αργότερα, στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 9.8.1919 (σελ. 287) εκλήθη η Μοναστηριακή Επιτροπή, για να της ανατεθούν τα καθήκοντά της, αλλά «μετά λύπης της άκουσε το εν μετά το άλλο μέλος αυτής να μην αποδέχηται την ανατεθείσαν αυτής εντολήν. Επειδή δε η εργασία των Μονών επείγει η Εφοροδημογεροντία προστατεύουσα τα συμφέροντα των Μονών εξέθηκεν εις πλειοδοσίαν τα οπωρικά αυτών σύκα και καρύδια».

Δύο ημέρες αργότερα, συνεδρίασε πάλι η Εφοροδημογεροντία και στο πρακτικό της 11.8.1919 (σελ. 288), εκτός των άλλων αποφάσεων, κατακύρωσε «τα εις δημόσιον πλειστηριασμόν σύκα των δύο Μονών αντί Γρ πεντακοσίων είκοσι (αρ. 520) εις τον Δημήτριον Ορφανόν».

Τρεις ημέρες αργότερα, στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 14.8.1919 (σελ. 291), εκλήθη η Μοναστηριακή Επιτροπή και «εδήλωσεν ότι αναλαμβάνει τα καθήκοντά της αποτελουμένη υπό των κανονικών αυτής μελών Γεωργίου Α. Τακά, Αθανασίου Μιχαλιτολή?, Ιορδάνου Τακά επιλαχόντος, Αθ. Βαμβακά, Σταύρου Τερζόγλου επίσης επιλαχόντων και Βασιλείου Γιαρένη διορισθέντος υπό της Εφοροδημογεροντίας ως αρμοδίου δια κεχαγιά της Επιτροπής». Παρατηρείται ότι στο διάστημα από την 1.8.1919, οπότε εξελέγησαν τα μέλη της Επιτροπής, και την 9.8.1919, οπότε καταγράφηκε η μη αποδοχή της εκλογής μερικών μελών, η νέα Επιτροπή συγκροτήθηκε από έξι μέλη, με μερικά από τα εκλεγέντα, άλλα από τους επιλαχόντες και ένα διορισμένο.

Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 29.9.1919 (σελ. 300) περιγράφεται το αίτημα της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος, για τη δημιουργία καζίνου (κέντρου ψυχαγωγίας) στην ιδιοκτησία της Μονής Πατέρων, με στόχο την αύξηση των δραστηριοτήτων και των  εσόδων της προς όφελος του Σχολικού Ταμείου. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι «Τη αιτήσει της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος εν μικτή συσκέψει μετά της Μοναστηρ. Επιτροπής απεφασίσθη όπως τα δύο Μπαξεβάνικα της Μονής των Πατέρων δοθώσι δια Καζίνο τη Αδελφότητι υπό τον όρον όπως η Μοναστηριακή Επιτροπή δικαιούται εις 30% επί των εισπράξεων των εισιτηρίων».

Όπως αναφέρθηκε ήδη, στο πρακτικό της 27.11.1919 (σελ. 303) καταγράφεται η επίσκεψη στην Τρίγλια του Αγίου Σελευκείας, Σχολάρχου της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, προκειμένου να εξετάσει την κατάσταση των δύο Σταυροπηγιακών Μονών, επειδή η Κοινότητα είχε ζητήσει να σταματήσει η καταβολή του Μοναστηριακού επιδόματος, για μία εξαετία. Δεν γνωρίζουμε αν είχε καταβληθεί το ετήσιο επίδομα τα προηγούμενα χρόνια και, φυσικά, πριν από τον Ιούλιο 1915, οπότε εκτοπίστηκαν οι Τριγλιανοί στην Προύσα, αλλά προκύπτει ότι το επίδομα αυτό, που προοριζόταν για τη Θεολογική Σχολή Χάλκης, ήταν χρόνια υποχρέωση της Κοινότητος προς το Πατριαρχείο. Στο ίδιο πρακτικό καταγράφονται και τα αποτελέσματα της αυτοψίας του Σχολάρχου και η απόφασή του να συνεχιστεί η καταβολή του επιδόματος, αφού ήταν απαραίτητο για τη λειτουργία της Σχολής. Δεν γνωρίζουμε αν καταβλήθηκε έστω και ένα ετήσιο επίδομα μετά από αυτή τη συμφωνία, στο διάστημα μέχρι τον Αύγουστο 1922.

Δύο μήνες αργότερα και συγκεκριμένα από το πρακτικό της 17.1.1920 (σελ. 311) προκύπτει ότι έγινε ουσιαστική συζήτηση και αποφασίστηκε να προσφερθεί η Μονή Μηδικίου για τη στέγαση του Ορφανοτροφείου, το οποίο σχεδιαζόταν να κατασκευαστεί στην ευρύτερη περιοχή [περισσότερα στοιχεία στην εργασία «12 Μικρές ιστορίες της Τρίγλιας (Έκδοση Χαρτονομίσματος, Ίδρυση Τηλεγραφείου, Επιτροπή περιθάλψεως και Ορφανοτροφείου»].

Με στόχο την αναζήτηση εικόνων των Μονών Μηδικίου (Πατέρων) και Αγ. Ιωάννου (Πελεκητής), η Εφοροδημογεροντία συζήτησε το θέμα την 23.3.1920 (Κώδικας Πρακτικών, σελ. 319) και αποφάσισε την αποστολή του προκρίτου Κων. Χ''Αναστασίου για την αναζήτηση και περισυλλογή εικόνων. Στο πρακτικό αυτό αναφέρεται ότι:
"Κατά την συνεδρίαν ταύτην η Εφοροδημογεροντία συνελθούσα υπό την προεδρείαν του τακτικού αυτής Αντιπροέδρου συνεσκέφθη περί της περισυλλογής των ιερών εικόνων αμφοτέρων των Μονών Πατέρων Μηδικίου και Αγ. Ιωάννου Πελεκητής και των περιοίκων ομογενών και ορθοδόξων Κοινοτήτων ως και των αλλοθρήσκων τοιούτων, ευρισκομένων εν αυταίς συνεπεία της μετατοπίσεως του 1915 της ημετέρας Κοινότητος εις Προύσαν γενομένης λεηλασίας και διαρπαγής και αυτών ακόμη των ιερών κειμηλίων της Κοινότητος ημών και των Μονών εξ ων τινά επωλήθησαν παρά των επιδρομέων και προσωρινώς εγκατασταθέντων προσφύγων Τούρκων εις ομοδόξους Κοινότητας. Επί τούτω αποφασίζεται υπό της Εφοροδημογεροντίας όπως αποσταλεί ο εκ των μελών αυτής Κωνσταντίνος Χ''Αναστασίου και φροντίση όπου το δυνατόν και την αποτελεσματικωτέραν περισυλλογήν των περισωθέντων εικόνων.
Μετά ταύτα διαλύεται η συνεδρία.
Τη 23 Μαρτίου 1920
Ο Αντιπρόεδρος
Θεολόγος Φούντας
Τα μέλη
Χαρίδημος Τιτάγκος
Αρ. Στέργιος
Νικ. Καλπάκης
"

Φαίνεται ότι οι ενέργειες του Κων/νου Χ''Αναστασίου έφεραν αποτέλεσμα, αφού λίγες μέρες αργότερα επέστρεψε από την Απολλωνιάδα μεταφέροντας επτά εικόνες της Μονής Πατέρων Μηδικίου και το σχετικό πρακτικό (29.3.1920) καταχωρήθηκε στον Κώδικα  (σελ. 321), όπως περιγράφεται στη συνέχεια:
"Κατά την συνεδρίαν ταύτην η Εφοροδημογεροντία συνελθούσα υπό την προεδρείαν του τακτικού αυτής Αντιπροέδρου συνεσκέφθη περί του τρόπου της εγκαταστάσεως των υπό του κ. Κωνσταντίνου Χ''Αναστασιάδου εξ Απολλωνιάδος μεταφερθέντων επτά ιερών εικόνων της Μονής των πατέρων Μηδικίου και επί τη ευκαιρία ταύτη περί της επαναφοράς των προ της μετατοπίσεως της Κοινότητος ημών χριστιανικού εθίμου της τελέσεως εσπερινού ... εν τη Ιερά Μονή των Πατέρων Μηδικίου και την πανήγυριν ... ".

Στην κοινή συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας, της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας και της Μοναστηριακής Επιτροπής της 2.8.1920 (σελ. 330), με αφορμή την απόπειρα δολοφονίας του «πεφιλημένου Αρχηγού της Φυλής κ. Ελευθερίου Βενιζέλου», αποφασίστηκε «όπως ψαλλεί Δοξολογία υπέρ της ταχείας αναρρώσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου, συνάμα δε σταλή επιστολή προς τον εν Μουδανίοις Φρούραρχο της Ελλ. Κατοχής, δι ης η Κοινότης να εκφράζη την αγανάκτησιν και κατάκρισιν των πολιτών κατά των κακούργων δραστών της αποπείρας και συνάμα να εκδηλοί την χαράν του λαού επί τη διασώσει του λαοφιλούς κ. Ελευθερίου Βενιζέλου, επίσης δε να υποβληθώσιν αυτώ τα κατάλληλα τηλεγραφήματα». Στη συνέχεια παρατίθενται τα κείμενα της επιστολής και του τηλεγραφήματος.

Στη συνεδρίαση της 16.10.1920 (σελ. 342), με τη συμμετοχή του Χρυσόστομου, Μητροπολίτη Σμύρνης, και του Διόδωρου, Αρχιερέα Αγ. Καμπανίας, συζητήθηκαν θέματα που απασχολούσαν την Κοινότητα (σχολικά, κοινοτικά, μοναστηριακά και λοιπά που αφορούσαν την Αδελφότητα Κυριών, την Μουσικοφιλεκπαιδευτική Αδελφότητα και λοιπά σωματεία και αποφασίστηκε να επανέλθει ο Χρυσόστομος μετά τις εορτές του Πάσχα και να συνταχθεί Κοινοτικός Κανονισμός, με το οποίο θα ρυθμίζονται τα των κοινοτικών φορολογιών και τα θέματα των εκπαιδευτικών, κοινοτικών, μοναστηριακών ζητημάτων και των κοινωφελών σωματείων.

Ένα χρόνο αργότερα, στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 19.10.1921 (σελ. 380), υπό την προεδρία του Χρυσόστομου, Μητροπολίτη Σμύρνης, συζητήθηκε το θέμα της κατασκευής αποβάθρας στην Τρίγλια, και διαπιστώθηκε ότι είναι αδύνατη η συλλογή συνδρομών για την αποβάθρα, εκ 1000 ή και 500 λιρών, όπως είχε αποφασισθεί, και εγκρίθηκε να συναφθεί δάνειο 500 λιρών, από τη Μοναστηριακή επιτροπή, το οποίο θα εξοφληθεί είτε εκ των χρημάτων των 1000 λιρών του μεγάλου Ευεργέτου Σάπαρη είτε εκ των εισοδημάτων της αποβάθρας.

Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 23.1.1922 (σελ. 388) συζητήθηκε, εκτός των άλλων, και το θέμα της σφράγισης του Ναού Ευαγγελίστριας της Μονής Χηνολάκου. Σημειώνεται ότι στην περιοχή είχε ήδη εγκατασταθεί η Ελληνική Διοίκηση και είχε παραδοθεί σ' αυτήν ο ναός από την 17.7.1921 με το αντίστοιχο πρακτικό (σελ. 365). Στο πρακτικό της 23.1.1922 καταγράφεται ότι: "ο Πρόεδρος αυτής ανακοινώσατο ότι χθες περί ώραν τρίτην 22 του μηνός ο Πολιτικός Διοικητής της υποδιοικήσεως Μουδανίων κ. Παχνός μετά του Οικονομικού Επόπτου κ. Σκαπίτσου ως και του Υπασπιστού της Βάσεως κ. Ασλάνη αφικνόμενοι ενταύθα προσεκάλεσαν αυτόν ίνα παραστή εις την σφράγισιν του ναού της Μονής των Χηνολάκων Ευαγγελιστρίας και ότι ούτος υπήκων ανωτέρα διαταγή της Υπάτης Αρμοστείας παρέστη εις την σφράγισιν του Ναού όστις ήδη είναι εσφραγισμένος".

Αυτό είναι το τελευταίο πρακτικό που καταγράφηκε στον Κώδικα, σχετικά με η Μοναστηριακή Επιτροπή.

Μάκης Αποστολάτος

Συμπληρωματικά σε όσα ιστορικά στοιχεία, για τις Μονές, καταγράφηκαν στους Κώδικες της Εφοροδημογεροντίας, και περιλαμβάνονται στο παραπάνω άρθρο, παρουσιάζεται και ένα μέρος της από 11/5/1902 ανταπόκρισης από την Τρίγλια, που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 105 της 16/5/1902 της ημερήσιας εφημερίδας "Κωνσταντινούπολις" (https://triglianoi.gr/index.php/topic,2072.0.html ), και αφορά στη Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (Πελεκητή) και την κατάστασή της κατά το τέλος του 19ου αιώνα.

Η ιερά Σταυροπηγιακή Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πελεκητής, απέχουσα ¾ ώρας της κωμοπόλεως ημών και προς Δ αυτής κειμένη, κατέχει θέσιν μαγευτικώτατην. Η γιγάντειος φύσις, δι' ης επροίκισεν ο πλάστης την θέσιν ταύτην, οι απέραντοι αυτού ελαιώνες, οι αγροί, οι κήποι, ο χόριος των λειμώνων της, η δάφνη θάλουσα και ευωδιάζουσα, κατακαλύπτει και οιονεί δια πρασίνου τάπητος περιβάλλει την θέσιν, τέρπει και μαγεύει τον θεατήν. Πέριξ παρατηρεί τις δένδρα υψίκομα και εύσκια, ύδατα δε άφθονα και διαυγή χυνόμενα εντός τεχνητής δεξαμενής λάμπουσιν υπό τον ήλιο περικυκλούμενα από ποικίλα δένδρα διαφόρου μεγέθους. Φως χρυσίζον, ως το εφαπτόμενον των κυμάτων του ωκεανού οπότεν ο λαμπρός αστήρ της ημέρας ετοιμάζεται να βυθισθή εις αυτόν, κυματίζει άνω των γλοερών πρασιών των αγρών ους συγκινεί η ζέφρος αύρα της εσπέρας. Τα λευκά άνθη των πολυπληθών εκαιοδένδρων υποσαλευόμενα από την δροσεράν ταύτην αύραν, πίπτουσιν ως νιφάδες χιόνος και διασκορπίζονται επί της γης. Κάτωθεν θάλασσα ευρεία και μαρ...α..ουσα, ορίζοντες λαμπροί βράχοι κατά την ακτήν, των οποίων την τραχεία όψιν μετριάζει η γλαυκότης της αποστάσεως, προς Ν. και Α. υψούνται υψικάρηνοι και σκοτεινοί κυπάρισσοι και πλήθος πευκών και ελατών. Τω όντι θέσις τερπνοτάτη υπό της φύσεως δημιουργηθείσα και υπό της τέχνης καλλωπιζομένη. Εν μέσω λοιπόν τοιαύτης τερψιθύμου τοποθεσίας ο θνητός αναπνέων δι' όλων των πόρων τον καθαρόν αέρα, δοκιμάζει συγκινήσεις πλήρεις αγνώστων θελγήτρων, αναγνωρίζει τον Θεόν, ενώπιον του οποίου ευρίσκει εαυτόν τοσούτον μικρόν και ευτελή και λησμονεί τα πάντα.

Την μαγικήν ταύτην τοποθεσίαν προ εικοσαετίας εθαύμασε και ο νυν ευκλεώς διευθύνων τους οίακας του πατριαρχικού θρόνου δια στιβαράς χειρός πολυσέβαστος ημών πρωθιεράρχης ο πολυτίμητος Ιωακείμ ο Γ΄. Πλην, δυστυχώς κατά πολύ υπολείπεται η ιερά αύτη Μονή της φυσικής θέσεώς της, διότι αντί μονής, εκτός του καθολικού ναίσκου, λιθοκτίστου όντος, ερείπια κείμενα παρατηρεί τις, διότι ουδεμία φροντίς υπό των εκάστοτε ιθυνόντων λαμβάνεται, πάντες έρχονται και απέρχονται δια το ίδιον αυτών συμφέρον μόνον φροντίζοντες. Διηγούνται ότι προ 12ετίας και επέκεινα ο αοίδιμος ηγούμενος ο Μυρίδης Τραπεζούντος περιέφραξε μέρος μόνον του περιβούλου του ναού όπερ δεν σώζεται.

Πολλάς είχομεν ελπίδας παρά του τέως ηγουμένου αρχιμ. Χ΄΄Ανθίμου, ανδρός ρέκτου και καλοκαγάθου, αλλ' η βραχυχρόνιος  αυτού διαμονή δεν τω επέτρεψε ίνα τεκμήρια και ίχνη της καλοκαγαθίας του εγκαταλίπη. Ελπίζομεν ότι ο νυν ηγουμονεύων αιδεσ. παπά Δημήτριος Σακελλάριος Τραπεζούντιος θα φροντίση όσον το δυνατόν να διορθώση τα κακώς έχοντα βοηθούμενος και υφ' ων δει. Ότι δε αι ελπίδες ημών δεν θα διαψευσθώσιν, εκ των προτέρων εγένετο ημίν γνωστόν. Μόλις ήλθεν  και αμέσως τα πάντα μετά καρτερίας και προσοχής σμικρόν και κατ' ολίγον ήρξατο να διευθετή.

Εκτάκτως λαμπράν ετέλεσε και την επέτειον πανήγυριν την παρελθούσαν Τετάρτην 8 ενεστώτος! Από πρωίας αρκετός κόσμος ήρξατο συρρέων προς την ιεράν Μονήν δια ξηράς τε και θαλάσσης, λέμβοι σημαιοστόλιτοι, διασχίζουσαι τα βασίλεια του Ποσειδώνος, μετέφερον τους πανηγυριστάς. Μετά την θείαν λειτουργίαν εν η συνιερούργησε και ο σεμνός τους τρόπους ηγούμενος της ιεράς Μονής Μιδηκίου και εμνημονεύθησαν τα ονόματα του λαοφιλούς πρωθιεράρχου Ιωακείμ του Γ', του λίαν σεβαστού ημών αρχιερέως αγίου Προύσης κ. Ναθαναήλ και της σεπτής οικογενείας του μεγατίμου οίκου του μεγάλου της κοινότητος ημών ευεργέτου αοιδίμου Γ. Ζαρίφη, πάντες εξεχύθησαν υπό τα βαθύσκια φυλλώματα των διαφόρων δένδρων και παρά τας κελαρίζουσας κρυσταλλοειδείς κρήνας διημέρευσαν διασκεδάζοντες μέχρι βαθείας νυκτός, οπόθεν πάλιν υπό το φέγγος της αργυροχόου σελήνης επέστρεψαν εις τα ίδια καταγοητευμένοι εκ τε της καλλονής της θέσεως και της ευγενούς υποδοχής του ηγουμένου.

Περί της ιδρύσεως της ειρημένης Μονής δυστυχώς δεν έχομεν πληροφορίας, καθότι χειρόγραφα και λοιπά αυτής βιβλία κατεστράφησαν υπό της προ πολλών ετών επισυμβάσης πυρκαιάς.