ΟΔΙΚΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ- ΑΜΑΞΑΔΕΣ

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 10 Φεβρουαρίου 2010, 12:00:25 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

OΔΙΚΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΑΜΑΞΑΔΕΣ


Οι άμαξες ήταν πανάρχαια μέσα συγκοινωνίας, γνωστές με διάφορες παραλλαγές σ' όλους σχεδόν τους λαούς. Η άμαξα αποτελούσε από τις σπουδαιότερες εφευρέσεις του ανθρώπου και αποδείχτηκε σημαντικός παράγοντας ανάπτυξης του εμπορίου και τις συγκοινωνίας.     
O αμαξάς ήταν ο επαγγελματίας οδηγός, ιδιοκτήτης της άμαξας και των αλόγων.  Άμαξα ήταν το τροχοφόρο όχημα (τετράτροχο)  που σέρνονταν συνήθως από άλογα (ιππήλατο) και χρησιμοποιούνταν κυρίως για την μεταφορά προσώπων και πραγμάτων.


■....Αμάξια είχαν μόνο οι αμαξάδες που έκαναν τη συγκοινωνία Μουδανιά (1)- Προύσα (2) και από την άλλη Κασαμπά (3)  Μεχαλίτσι(4) κλπ.
Ο δρόμος αυτός ήταν δημόσιος και πολύ ωραίος (5)....

Απ΄τη ζωή της παλιάς Τρίγλιας
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης
«Τριγλιανά Νέα», 26 Ιανουαρίου 1985, αρ.φύλλου 50
Τριγλιανά Λαογραφικά, 2002.   

Λεξιλόγιο- σχόλια
(1)Μουδανιά- Μουντανιά (Μudanya): Παραλιακή πόλη του Κιανού κόλπου της Προποντίδας. Απέχει  12 χλμ. ανατολικά  από την Τρίγλια. Η πόλη ιδρύθηκε κατά την αρχαιότητα ως αποικία της Κολοφώνας (Ε' αιώνας π.Χ.), αρχηγός των αποίκων ήταν ο Μύρλος  και ονομάστηκε Μύρλεια. Έπειτα ονομάστηκε Απάμεια, από το όνομα της συζύγου του Προυσία Α', η οποία λεγόταν Απάμα.
Κατά τον Μεσαίωνα ονομάστηκε Μontagnae, του ονόματος αυτού παραφθορά είναι το σημερινό Μουντανιά (Μουδανιά). Τα Μουντανιά είναι επίνειο της Προύσας με την οποία συνδέεται σιδηροδρομικώς.   
Το λιμάνι των Μουδανιών (Σκάλα του Μουδανιού) ήταν  λιμάνι με μεγάλη σπουδαιότητα, από το οποίο εξυπηρετούνταν οι πόλεις της Προύσας, του Ερτογρούλ και του Αφιόν Καρά Χισάρ, προσέδιδε στην πόλη των Μουδανιών ρόλο οικονομικού κέντρου της περιοχής. Είχε εμπόριο ζωηρότατο. Πριν την Μικρασιατική Καταστροφή  είχε 8.500 κατοίκους. Η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων ήταν Έλληνες (7.000 Έλληνες).
(2)Προύσ(σ)α: (τουρκικά Μπρούσα-Bursa):
     Ιστορική και μεγάλη πόλη της Τουρκίας στη ΒΔ Μικρά Ασία, στην περιοχή της αρχαίας Βιθυνίας και σε απόσταση περίπου 35 χιλιομέτρων από την Προποντίδα.
     Η πόλη κατέχει αρκετή έκταση στους πρόποδες του Βιθυνικού Ολύμπου. Εκτεταμένη σε γόνιμο πεδιάδα με άφθονο πράσινο χρώμα σε θελκτική τοποθεσία.
      Το 1921 οι κάτοικοι της Προύσας ήταν πάνω από 100.000.  Η Ελληνική κοινότητα της πόλης είχε 6.000- 7.000 κατοίκους.  Η Προύσα ήταν έδρα του Μητροπολίτη Προύσσης-Μουδανίων και Τριγλίας. Η Ελληνική κοινότητα είχε τρεις ενορίες. Οι Έλληνες ήταν η ψυχή της Προύσας.       
     Στην Μητρόπολη της Προύσας υπάγονταν: η Προύσα, τα Μουδανιά, η Τρίγλια, η Σιγή, το Δερμιρδέσι, το Πελλαδάρι, οι Ελιγμοί, η Μεσαίπολη, το Νεοχώριο, το Αρβανιτοχώρι, το Πλατύανον, το Τεπετζίκ, το Καλασάνι και το Σουσουρλούκ. Τα Μουδανιά ήταν το επίνειο.
       O  Ελληνικός Στρατός κατέλαβε την Προύσα στις 26/4/1920 και παρέμεινε εκεί μέχρι 29/8/ 1922. 
  Η σημερινή Προύσα είναι  η 4η μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας με 1.200.000 κατοίκους. Πολύ όμορφη πόλη με ανθόκηπους και πολλά μνημεία.   

(3) Κασαμπάς (αλλιώς Κερμαστή ή Κρεμαστή) : Κωμόπολη νότια του Μιχαλιτσίου επί των δύο οχθών του Ρυνδάκου ποταμού(Αδρανός τσάι ή Μίχαλιτς σου). Το 1921 είχε πάνω από 5.000 κατοίκους, οι μισοί ήταν Έλληνες.  Βορειοδυτικά της Κερμαστής υπάρχουν τα ερείπια της αρχαίας Μιλητόπολις. Σήμερα ονομάζεται Μουσταφά Κεμάλ Πασά (Μustafa Kemal Pasa).               
(4) Μεχαλίτσι- Μιχαλίτσι: Πολίχνη δυτικά της λίμνης Απολλωνίας, κατείχε ευρεία έκταση και πλούσια αγορά, συγκοινωνιακός κόμβος. Δέσποζε της εξόδου γόνιμης πεδιάδας προς την Προποντίδα. Το 1921 είχε περίπου 7.800 κατοίκους, εκ των οποίων οι 6.800 ήταν Έλληνες.  Είχε σπουδαιότητα συγκοινωνιακή, επί της οδού Πανόρμου (χερσονήσου της Κυζίκου) προς την Προύσα. Σήμερα ονομάζεται Καρατζάμπεη (Karacabey).
(5) Οι αμαξιτοί  δρόμοι που συνέδεαν μεταξύ τους όλα τα χωριά της περιοχής της Προύσας με την πόλη  ήταν σε εξαιρετική κατάσταση. Οι δρόμοι Προύσας-  Κίου (34,5χλμ.)  και Προύσας- Μουδανιών (34 χλμ.)  εγκαινιάστηκαν στα 1865. Ο δρόμος που συνέδεε την Προύσα  με το Μεχαλήτσι ή Μιχαλίτσι  προεκτεινόταν  μέχρι την Πάνορμο (Παντέρμα) και την Αρτάκη.
Τα Μουδανιά συνδέονταν με την Προύσα με σιδηροδρομική γραμμή που κατασκευάστηκε το 1891. Το σιδηροδρομικό ταξίδι από Μουδανιά- Προύσα διαρκούσε δύο ώρες.   


   ■Στην παλιά μας πατρίδα Τρίγλια, υπήρχαν αμαξάδες που κάναν τη συγκοινωνία Τρίγλια - Μουδανιά - Προύσα. Από δαύτους αναφέρω μερικούς, ήταν o Δημοφάνης, o Επιφάνης, ο Δημητρός Κοκκαλάς (Πρωτοσύγκελος, το γιατί τον λέγαν Πρωτοσύγκελο θα το πούμε μια άλλη φορά), o Χρήστος ο Τσιπουράς που βρίσκεται εν ζωή και κατοικεί στα Νέα Σήμαντρα Χαλκιδικής (Καρκάρα) και αν τον δείτε θα πείτε ότι είναι ακόμα εξηντάρης, φοράει ψηλά υποδήματα, μαύρο σγουρό σκούφο με μπασλήκι (μαντήλα) και μουστάκι στριμμένο, δηλαδή ή παρουσία του θυμίζει  την Προύσα.
   Αυτά τα αμάξια τότε τα λέγανε νταλίκες(1) και τα σέρναν δυο άλογα. Ήταν τετράτροχα με σούστες, είχαν σκεπή και από τις δυο πλευρές είχαν άνοιγμα σαν είδος πόρτας, για να ανεβοκατεβαίνουν οι επιβάτες. Αυτές οι πόρτες έκλειναν με πέτσινες κουρτίνες για να μη βρέχονται ή κρυώνουν οι επιβάτες. Στο μπροστινό μέρος που ήταν κάπως κυρτό και το λέγανε παπουτσλήκι, καθότανε ο αμαξάς και στο πίσω μέρος προς τα έξω ήταν μια σκάρα με λάμες για να βάζουν οι επιβάτες τα μπαγάζια τους. Το μέσα μέρος πού καθόντουσαν οι επιβάτες ήταν ολοστόλιστο με φούντες και καθρεφτάκια.
   Όταν καθόντουσαν τα εσνάφια κάτω από τον μεγάλο πλάτανο πού ήταν στο παζάρι, εκεί πού ήταν όλα τα μπακάλικα, λ.χ. του Αρμόδιου, του Καλπάκη, του Θωμίδη κλπ., ή και στα καφενεία όπως του Μαθιά, το αδελφάτο (Κυψέλη), του Χάσικου κλπ., εκεί κάτω στον παχύ ίσκιο του πλάτανου, λέγανε ιστορίες, ο καθένας τα δικά του και όταν άρχιζε ο Πρωτοσύγκελος τις ιστορίες, τον ακούγανε όλοι με ανοιχτό το στόμα. Διότι ο Δημητρός Πρωτοσύγκελος ήταν ένα είδος Ναστραδίν Χότζα (2).
   Μια μέρα τους είπε: «Βρε παιδιά, σήμερα ο άνθρωπος πρέπει να χρωστά για να έχει δουλειά».
   Όλοι τον έβλεπαν μέσα στα μάτια.
   Και συνέχισε: «Ακούετε δω πέρα πού σας κρίνω. Εγώ χρωστούσα στο Νικολάκη ντο Καλπάκη κάτι ψιλοπράματα, κανεδυό λίρες και κάτι μετζίτια. Τώρα ο Νικολάκης ήθελε να πάει στα Μουντανιά για να πάρει το αλάτι από το μονοπώλιο. Τώρα οι άλλοι τα χτηνά ντουνά ήτανε πιο γερά, τα δικά μου ήτανε γιαβάσικα (αδύνατα) και όμως προτίμησε εμένα, Αυτό το έκανε όχι γιατί με λυπήθηκε, άλλά για να πάρει το χρέος μου. Αν δεν τον χρωστούσα θα είχα δουλειά;
   Όλοι το βρήκαν σωστό και του έδωσαν συγχαρητήρια.

Η συγκοινωνία με τους αμαξάδες της παλιάς Τρίγλιας
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης
«Τριγλιανά Νέα», 25 Ιανουαρίου 1983, αρ.φύλλου 40
Τριγλιανά Λαογραφικά, 2002

Λεξιλόγιο-σχόλια

(1)νταλίκες- νταλίκα ή ταλίκα: Προέρχεται από το τούρκικη λέξη talika που σημαίνει ελαφρώς σκεπασμένο (περίκλειστο) αμάξι. Σήμερα  η νταλίκα  έχει την έννοια του ρυμουλκούμενου οχήματος.   
(2)Ναστραδίν Χότζας: Χαρακτηριστικός και γνήσιος εκπρόσωπος της μεσαιωνικής Τουρκικής λαϊκής παράδοσης (13ος αιώνας ή β΄ μισό 14ου- α΄ μισό 15ου αιώνα). Έχει συνδέσει το όνομά του με μικρές κωμικές ιστορίες.



■...Μια που τα έταζαν αυτά τα λουτρά(1) στις γυναίκες τους οι Τριγλιανοί έπρεπε να γίνουν. Κι οι Τριγλιανοί έκαναν τέγκι (2), τα ρούχα με τα στρωσίδια, τους μπόγους με τα μπουρνούζια και τους φουτάδες (3) κι αποβραδίς κρίνανε τους αμαξάδες που ήταν πολλοί, αλλά προτιμούσαν έναν που φορούσε φαρδιά βράκα, τον Δημοφάνη, γιατί ήταν μπεσαλής στα λόγια του κι έμπιστος. Όταν του λεγες «Δημοφάνη αυτό το γράμμα θα το πάεις στην Προύσα, στο τάδε σοκάκι, στο τάδε νούμερο», αυτός το πήγαινε κι έφερνε και απάντηση.
   Την άλλη μέρα πουρνό-πουρνό ερχόταν λοιπόν ο Δημοφάνης με την ταλίκα, τσιφτέ με δυο καλοθρεμμένα άλογα και φώναζε: «Άντε κοκόνες, ετοιμαστείτε».
Κι οι κοκόνες ανεβαίνανε στην ταλίκα από τα πλαϊνά. Οι ταλίκες είχαν σκεπή και στο εσωτερικό τους ήταν ολοστόλιστες, με φούντες και καθρεφτάκια. Στο πίσω μέρος τους ήταν η σκάρα που έβαζαν οι επιβάτες τα μπαγάζια τους και στο μπρος μέρος που ήταν κάπως κυρτό και το έλεγαν παπουτσλήκι καθόταν ο αμαξάς με τους ντερμπιέδες (χαλινάρια) στα χέρια του.
   Το ταξίδι για την Προύσα οι άλλοι αμαξάδες τόκαναν σε εφτά ώρες, ενώ ο Δημοφάνης πήγαινε σε δέκα, γιατί στα μπαΐρια (ανηφοριές) ξέζεβε τα ζώα να πάρουν το σολούκι (4) τους, τους κρεμούσε τον τουρβά και τάφηνε να περπατούν με το ραχάτι τους. Καμουτσίκι ο Δημοφάνης δεν γνώριζε....

Στα λουτρά του Τσέκρυε
Σταύρος Δ.Μαργαρίτης
«Τριγλιανά Νέα», 10 Νοεμβρίου 1984, αρ.φύλλου 49.
Τριγλιανά Λαογραφικά, 2002.

Λεξιλόγιο-σχόλια:
(1) Τα λουτρά Τσεκιρτζέ: Δυο χιλιόμετρα έξω από το δυτικό άκρο της Προύσας βρίσκεται το χωριό Τσεκιρτζέ (Τσέκρυε) με θερμές πηγές και πολλά ξενοδοχεία για τους λουόμενους. Οι πηγές  ήταν περίφημες σ' όλη την Ανατολή, γνωστές από τα Ρωμαϊκά και τα  Βυζαντινά χρόνια.
(2)τέγκι: μεγάλος μπόγος  ραμμένος
(3) φουτάδες: λινές ποδιές.
(4) σολούκι: η αναπνοή, η ολιγόλεπτη ανάπαυση


Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.

   
Πηγές: 1.«Τριγλιανά Νέα», Τριγλιανά Λαογραφικά, Σύλλογος Απανταχού Τριγλιανών (2002) - Σταύρος Δ. Μαργαρίτης  (1912-1995).
2. «Γεωγραφία της Μ. Ασίας» Παντ. Μ. Κοντογιάννη, Αθήνα 1921
3.« Μικρά Ασία, 19ος αι.-1919, Οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες, Από το Μιλιέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος», Σια Αναγνωστοπούλου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997.
4. « Λαογραφικά Παλλαδαρίου Προύσας Μ. Ασίας» Κωνσταντίνου Γ. Μαντά, Μορφωτικού Συλλόγου Φουστάνης, Έδεσσα 1983.
5. « Αντίλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω», Έκδοση του Συνδέσμου Προσφύγων Μουδανίων, Θεσσαλονίκη 1931.
6. Εγκυκλοπαίδεια «Νέα Δομή»
7. Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία».