ΣΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΣ- Σαγμάνης

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 12 Φεβρουαρίου 2010, 01:04:27 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΣΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΣ-Σαγμάνης
   
    Η λέξη σαγματοποιός προέρχεται από το σάγμα + ποιώ, σαγματο –ποιος. Σάγμα λέγεται το σαμάρι των ζώων. Σαγματοποιός είναι ο σαμαράς, ο σαγμάνης. Το σαμάρι είναι καμπυλωτό και συνήθως ξύλινο εξάρτημα που εφαρμόζει στη ράχη των φορτηγών ζώων (γαϊδουριών και μουλουριών), κυρίως για να στερεώνεται το φορτίο που μεταφέρουν ή για να κάθεται ο αναβάτης. Το επώνυμο του Τριγλιανού Σαγμάνη (μερικοί το προφέρουν και Σαλμάνη) προήλθε από το επάγγελμα του που ήταν  σαγματοποιός,  σαμαρτζής,  σαμαράς. Οι σαγματοποιοί κατασκεύαζαν σαμάρια, σέλλες,  χαλινάρια, καπίστρια, λαιμαριές, πισινέλες  και άλλα εξαρτήματα για τα γαϊδούρια και τα  μουλάρια. Επιδιόρθωνε τα σαμάρια αλλά και όλα τα εξαρτήματα που χρησιμοποιούσαν για τα ζώα.
     Για την κατασκευή του σαμαριού, ο νοικοκύρης πήγαινε με το ζώο του στο σαμαρά, ώστε να πάρει μέτρα στην πλάτη του συγκεκριμένου ζώου. Το μέγεθος και το σχήμα του σαμαριού εξαρτιόταν από το ζώο για το οποίο προοριζόταν.
    Τα υλικά που χρειαζόταν για την κατασκευή του σαμαριού ήταν δέρμα, πανί (μάλλινο ύφασμα), χόρτα ή άχυρα και ξύλα. Κατάλληλα ξύλα για το σαμάρι ήταν από πλατάνι, μουριά, οξιά  ή συκιά. Το ξύλο έπρεπε να είναι ελαφρύ και μαλακό και να μπορούσε εύκολα να του δίνει την κατάλληλη κλίση.
Το σαμάρι αποτελείται από ένα ξύλινο σκελετό και από δύο προσκέφαλα , αριστερά και δεξιά, που στην εσωτερική μεριά, αυτή δηλαδή που ακουμπάει στη ράχη του ζώου, είναι επενδυμένα με μάλλινο χοντρό ύφασμα και εξωτερικά με δέρμα από πρόβατο ή γίδα. Ανάμεσα έβαζαν χόρτο ή άχυρο, για να μην πληγώνεται το ζώο.
      Η κατασκευή των σαμαριών γινόταν σε εργαστήρια, γνωστά ως σαμαράδικα ή σαμαρτζήδικα ή σαγματοποιεία. Τα  εργαλεία  που χρησιμοποιούσε ο σαμαράς ήταν:  ο ξυλοφάγος,  το χειροκίνητο τρυπάνι (ματικάπι), ο κόπανος (ξύλινο σφυρί-ματσόλα),  τα σκεπάρνια, οι τανάλιες, η λίμα, η χοντρή βελόνα, η σακοράφα, η λεπτή βέργα (ο σαμαροπήχης) με την οποία έπαιρνε τα μέτρα του ζώου κ.α.

■Οι σαγματοποιοί που έκαναν τα καπίστρια και τις πισινέλες, τα γκέμια, με τις πολύχρωμες χάντρες και τα πολλά κουδουνάκια, τις χοντρές ραφές και τα γυαλιστερά κουμπιά από μπρούτζο, ήταν αληθινά έργα τέχνης.
  Αριστείδης Ασθενίδης, εφημερίδα "Τριγλιανά Νέα" 20 Μαρτίου 1982, Αρ. Φύλλου 36, σελ.2 «Τα επαγγέλματα της πατρίδος».

■Εκεί στην πατρίδα είχαν όλοι από ένα ζώο στην πόρτα τους μερκέπι (γαϊδούρι) είτε ρετζεπέρης (αγρότης) είτε ήταν εσνάφι. Το μερκέπι θα είναι στην πόρτα δεμένο, διότι και αυτοί το χρειαζόντουσαν επειδή είχαν και αυτοί χτήματα.
  Πανηγύρια και διασκεδάσεις στην παλιά Τρίγλια στα Μοναστήρια
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής
(από μη δημοσιευμένο χειρόγραφο κείμενο)

   Το επάγγελμα του σαμαρά, οικογενειακό κυρίως εκείνα τα χρόνια, θεωρούνταν από τα πιο προσοδοφόρα. Τα γαϊδούρια και τα μουλάρια ήταν τα Ι.Χ της εποχής εκείνης.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.

Πηγές: 1.« Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής», ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1998.
2. «Τα οικογενειακά μας ονόματα»,Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1995.
3. «Γεωγραφία της Μ. Ασίας» Παντ. Μ. Κοντογιάννη, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων Αθήνα 1921
4. «Επαγγελματικές ασχολίες των Ελλήνων της Καππαδοκίας», Μαρία Β.Ασβέστη, Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1980.
5. «Νέο Επίτομο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό» Ελευθερουδάκη- Αθήναι.