ΠΡΑΚΤΙΚΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 26 Μαΐου 2010, 01:19:20 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΠΡΑΚΤΙΚΟΙ  ΓΙΑΤΡΟΙ – Επώνυμο Γιατρού  


Το Τριγλιανό επώνυμο Γιατρού δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο  του αυτοδίδακτου ή εμπειρικού γιατρού.
To επώνυμο προέρχεται από το αρχαίο Ιατρός =ο θεραπεύων, τον πάσχοντα από νόσους και τραύματα. Η λέξη ιατρός προήλθε από τα αρχαία ρήματα ιαίνω και ιάομαι = θεραπεύω, περιποιούμαι. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί για το γιατρό  τις λέξεις ιητρός και ιητήρ, γενική ιητήρος. Στη νεοελληνική γλώσσα, έχουμε εκτός από τον τύπο ιατρός έχουμε τον τύπο γιατρός. Το επώνυμο Ιατρού και Γιατρού, τα συναντάμε κατά την Επανάσταση του 1821 που πολλοί  κατά την διάρκειά της έκαναν το τον πρακτικό γιατρό.
Σε μερικά ελληνικά χωριά οι εμπειρικοί γιατροί ονομάζονταν κομπογιαννίτες.
H λέξη κομπογιαννίτης είναι σύνθετη από το –γιαίνω ή –γιάνω= θεραπεύω με πρώτο συνθετικό ο κόμπος, το κομπόδεμα, δηλαδή το κομπόδεμα από βότανα που είχαν οι πρακτικοί γιατροί. Για τη λέξη κομπογιαννίτης στα  διάφορα λεξικά δίνονται διαφορετικές ετυμολογικές εξηγήσεις. Μάλιστα, η λέξη έχει φορτιστεί με υποτιμητική έννοια, εκτός από τον ασπούδαστο για τον ανίκανο και τον επικίνδυνο «γιατρό».  Αντίθετα, πιστεύουμε ότι οι  εμπειρικοί γιατροί ήταν αξιόλογοι άνθρωποι και  δεξιοτέχνες, με διάθεση βοήθειας για τον πάσχοντα άνθρωπο.
Η Τρίγλια είχε αρκετούς γιατρούς και καλούς επιστήμονες, είχε όμως και πρακτικούς γιατρούς και γιατρέσσες. Πολλοί πρώτα πήγαιναν στον πρακτικό γιατρό και μετά στον επιστήμονα.


Τριγλιανή λαϊκή ορολογία μερικών συμπτωμάτων και ασθενειών

Αμυγδαλές= οξεία αμυγδαλίτιδα
Ανημποριά= καταβολή δυνάμεων
Ανεμογκάστρι=ψευδοεγκυμοσύνη
Ανεμοπύρωμα=ερυσίπελας
Άφτρες=  αφθώδης στοματίτιδα
Βγάλσιμο=εξάρθρωση
Βγαλτό= σπυρί, απόστημα.
Βλογιά=ευλογιά
Βλογιοκομμένος=σημαδεμένος από τα εξανθήματα της ευλογιάς στο πρόσωπο.
Βούζουνας ή καλόγηρος=απόστημα,δοθιήνας
Γιαράς ή γεράς= πληγή
Γκάγκραινα= γάγγραινα
Γρουμπούλι= μικρό εξόγκωμα κάτω από την επιδερμίδα του δέρματος.
Ελιές= λεμφαδένες ή λεμφαδενίτιδα
Ευκοιλιότητα, κόψιμο= διάρροια
Ζούπισμα= πίεση, ζούληγμα
Ζοχάδες= αιμορροΐδες  
Θέρμη= πυρετός, ελονοσία
Καλαγκάθι= περιονυχίδα
Καρούμπαλο= μικρό πρήξιμο (οίδημα) από χτύπημα στο κεφάλι
Κατάκοιτος= ξαπλωμένος στο κρεβάτι από αρρώστια
Κατεβασιά= ημικρανία ή καταρροή
Κοκκινίλα ή μπέμπελη= ιλαρά
Κόμπος= δυσχέρεια στην κατάποση
Κουρκούτιασμα= γεροντική άνοια,εγκεφαλική μαλάκυνση
Κριθαράκι=κριθή, δοθιήνα του ελευθέρου βλεφαρικού χείλους
Κιοπέκμεμεσι = οίδημα  που έχει σχήμα μαστού σκύλου μέσα στη μασχάλη.
Λευθερίτις= διφθερίτιδα
Λιγοθυμιά= λιποθυμία
Μαλαφράντζα = σύφιλη
Μαγιασίλι= έκζεμα, δερματίτιδα
Μαγουλάδες= παρωτίτιδα
Μαρμάγκα  = δάγκωμα από μαύρη αράχνη
Μελανιά= μώλωπας.
Μελιγγίτιδα ή μηλιγγίτιδα= μηνιγγίτιδα
Μερμηγκιές=μυρμηγκιές
Μπιμπίκι=σπυράκι
Νευροκαβαλίκεμα= πόνος που προέρχεται από μετατόπιση τενόντων και των μυών του σώματος
Nευρόσπαστο  =  ο ανήσυχος και νευρικός άνθρωπος
Νταμπλάς= Ανακοπή, οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο
Νταντουλώ= ζαλίζομαι, παραπαίω
Ξερατό= εμετός
Ορνιθοτυφλιά= ημεραλωπία. Δεν έβλεπε καλά μόλις βασίλευε ο ήλιος.
Πανούκλα= μεταδοτική θανατηφόρος αρρώστια, η πανώλης
Παραμαγούλες= παρωτίτιδα
Πετροζούλισμα= αιμάτωμα από πίεση
Πλευρίτιασμα= κρυολόγημα
Ποδάγρα= οξεία ουρική αρθρίτιδα (στο κότσι).
Πονόλαιμος ή λαιμά= κυνάγχη
Πονόματος = επιπεφυκίτιδα, οφθαλμία
Πούντα= κρυολόγημα,πνευμονία
Πύο = πύον, υποκίτρινο πυκνόρρευστο υγρό που σχηματίζεται σε σημεία φλεγμονής
Ρέχα= φλέγμα
Σαραλίκι ή χρυσή= ίκτερος
Σηλιασμός (σεληνιασμός)= επιληψία
Σκαρλατίνα= οστρακιά
Σκοτωμένο αίμα= αιμάτωμα
Σκοτούρα= ζάλη, κεφαλαλγία
Στραμπούληγμα= διάστρεμμα
Σκουλαμέντο=βλενόρροια, γονοκοκκική ουρηθρίτιδα
Σπάσιμο (κόκκαλου)= κάταγμα
Σύγκαμα= παράτριμμα,  φλεγμονή δέρματος
Σφά(κ)χτης  =  ο οξύς πόνος
Τακάτι δεν έχω = δεν έχω πια δυνάμεις
Τρι(γ)υρίδα  = η μόλυνση του νυχιού
Τριχοφά(γ)ος  = πάθηση του τριχωτού της κεφαλής,αλωπεκία
Χτικιό= φυματίωση

ΓΙΑΤΡΟΣΟΦΙΑ

Γιατροσόφια= τα πρακτικά φάρμακα
Γιατροσόφι= φάρμακο του λαϊκού γιατρού, θεραπευτική μέθοδος με καθαρά εμπειρικό χαρακτήρα.
Γιατρικό= γενικώς το φάρμακο, καθετί που ανακουφίζει, ανακουφιστικό.
Γιατρειά ή γιατριά= η θεραπεία, η ίαση, η ανακούφιση.
Γειανίσκω= θεραπεύομαι
   
Τα περισσότερα γιατροσόφια βασίζονται στη χρήση των φαρμακευτικών φυτών, ενώ  αποτελούν αξιόλογο μέρος της λαογραφικής παράδοσης ενός τόπου. Για παράδειγμα, ζεστά ροφήματα, εντριβές, γαργάρες, αλοιφές κ.α.