Παλιά καφενεία της Ραφήνας

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 15 Μαρτίου 2013, 02:21:53 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Αυτήν την εποχή ξαναδιαβάζω τα βιβλία του θείου μου Θανάση Πιστικίδη, και σκέφτηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρον να σας μεταφέρω μερικές περικοπές από το διήγημα «Το Καφενείο» (σελ.91), που είναι στο βιβλίου του «Εσύ δεν πείνασες» που περιγράφει το καφενείο του και έμμεσα δίνει μια εικόνα από τη ζωή της προπολεμικής Ραφήνας. Θα μου επιτρέψετε μερικές παρεμβάσεις στην εικόνα με δικές μου θύμησες από το μεταπολεμικό καφενείο της δεκαετίας του 50.
Ας αρχίσουμε από τη περιγραφή του καφενείου της παλιάς Ραφήνας, «με τα μάτια ενός παλιού καφετζή, που έζησε 38 ολόκληρα χρόνια μέσα στο καφενείο χωρίς να αποκτήσει ποτέ τη ψυχολογία του καφετζή, γιατί είχε το μάτι του πάντα έξω από αυτό. Έναν άνθρωπο που συνεχώς μελετούσε τη ψυχολογία των πελατών του» «Θα μιλήσουμε για το προπολεμικό καφενείο που ήταν χωρίς πράσινες τσόχες, το απλό, το κλασικό καφενείο που ήταν τόπος κοινωνικής και πολιτικής συνάθροισης. Το καφενείο που ανέβαζε και κατέβαζε κοινοτάρχες, Δημάρχους και Κυβερνήσεις ακόμη, σαν το παλιό καφενείο του Ζαχαράτου στην Αθήνα να πούμε.
Το καφενείο με το τάβλι και το ντόμινο, το καφενείο με τη πρέφα, το σκαμπίλι, το μπικέτο, την ξερή και την κοντσίνα, το καφενείο που τα χαρτιά (τράπουλες) που πρόσφερε δεν ήταν ποτέ τζόγος, ήταν ψυχαγωγία. Το καφενείο που πρόσφερε στους πελάτες του τον καφέ, το ούζο τους και το γλυκό του κουταλιού, το λουκουμάκι».
                         
Από αριστερά: Βασίλης Κολιβύδης, Χρυσόστομος Καπάνδριας, Πανάρετος Τσακίρης και Μανώλης Μαντωνανάκης (Κρητικός).
Στο Παράθυρο: Γιάννης Μιχαήλ και Θανάσης Πιστικίδης.
Από Θ. Πιστικίδης «Πες μας παππού», σελ. 126

Το μεταπολεμικό καφενείο της δεκαετίας του 50, που θυμάμαι εγώ είχε εμπλουτίσει το κατάλογο του με τελεμέ, μπακλαβά (γενικά σιροπιαστά) και μικρά κεφτεδάκια, που έφτιαχναν στο σπίτι η γιαγιά και η θεία μου. Κυρίως όμως θυμάμαι τον παστουρμά, που μου έδινε ο θείος, κρυφά από τον παππού, πίσω από το μπάγκο-που ήταν το κουζινάκι, όποτε ερχόμουνα από την Αθήνα για να δω τη γιαγιά. Ο παππούς, με τα πάνω μουστάκια, όπως τον λέγαμε (o Κολυβίδης) έκανε πάντα ότι φώναζε «γιατί ο παστουρμάς δεν είναι για τα μικρά κοριτσάκια». Φυσικά, ο συνειρμός Ραφήνα-παστουρμά-ούζου, κρατά καλά ακόμα και τώρα! Δεν υπάρχει περίπτωση να φάω παστουρμά και να μη θυμηθώ τον θείο Θανάση και το πίσω μέρος του καφενείου που έγινε η μύηση μου σε αυτό το θεσπέσιο (για μερικούς μισητό) ανατολίτικο έδεσμα, ούτε φορά που θα ανέβω στην Ραφήνα και δεν θα πιω τα ούζα μου στα σημερινά ουζερί της πλατείας, με τις πλαστικές τέντες, που προσπαθούν μάταια να σου δώσουν την ψευδαίσθηση ότι κάθεσαι έξω στο ύπαιθρο.
Το καφενεδάκι λοιπόν του θείου μου, «είχε μέσα 8-9 τραπεζάκια και μια σόμπα, που τον χειμώνα, καθόταν γύρω της οι πελάτες να ζεσταθούν. Το καλοκαίρι έβγαζε έξω άλλα τόσα τραπεζάκια, αλλά τότε άλλαζε η φυσιογνωμία του καφενείου, λόγω του «ξένου» κόσμου που σύχναζε σε αυτό, διερχομένου και παραθεριστικού»
Και όπως θυμάμαι ήταν αρκετός αυτός ο κόσμος, γιατί έξω ήταν η στάση του λεωφορείου για την Αθήνα και το καφενείο ήταν και «Σταθμαρχείο», δηλαδή, είχε ένα τηλέφωνο (καβουρδιστήρι) για να επικοινωνεί με τον σταθμάρχη της Αθήνας και μέσα ήταν και ο Σταθμάρχης, ο θείος μου Γιάννης Μιχαήλ. Όταν όμως ερχότανε καράβι, έτρεχε στο λιμάνι, γιατί ήταν συγχρόνως και Ναυτιλιακός Πράκτορας. Την εποχή εκείνη, τα αραιά δρομολόγια πλοίων και λεωφορείων, έδιναν την δυνατότητα σ' ένα μόνο  άνθρωπο να εξυπηρετεί και τα δύο.
Όπως όλα τα καφενεία, έτσι και αυτό, είχε τους μόνιμους πελάτες του. «Ο καφετζής ποτέ δεν ρωτούσε πως πίνουν τον καφέ τους, γιατί ήξερε όχι μόνο πως τον έπιναν αλλά ήξερε ακόμα και την ώρα που θα έμπαιναν στο καφενείο οπότε και ο καφές τους ετοιμάζονταν χωρίς καν να παραγγελθεί. Τότε που η απουσία ενός πελάτη από το καφενείο γινόταν αμέσως αισθητή και όλοι ρωτούσαν:
-Βρε, ο τάδες δεν φάνηκε σήμερα, μήπως είναι άρρωστος; Και ανέθεταν αμέσως στο γείτονα να φέρει νέα το απόγευμα ή το πρωί για την ξαφνική απουσία του.
Το καφενεδάκι διέθετε στους πελάτες του δύο εφημερίδες, μια πρωινή και μια απογευματινή. Αυτές δεν της είχε μόνο για να μαθαίνουν οι πελάτες τα νέα, αλλά και για να διαβάζουν για τον Τσοκιτζή τον Εφέ του Αϊδονιού και για να λύνουν το σταυρόλεξο, που δεν ξέρω πότε ανακαλύφθηκε αλλά τότε έκανε την εμφάνισή του στις εφημερίδες και απόκτησε αμέσως πολλούς φανατικούς φίλους.
Αλλά το καφενεδάκι εκείνο, πέρα από τις εφημερίδες που πρόσφερε στους πελάτες του, είχε και ένα αριθμό βιβλίων, μια μικρή βιβλιοθήκη στο εντοιχισμένο ντουλάπι του που αργότερα, το συμπλήρωσε και με μια εγκυκλοπαίδεια. Έτσι πολλοί από τους πελάτες μπορούσαν να διαβάσουν ό,τι τους άρεσε από τα βιβλία εκείνα και ακόμα είχαν την ευκαιρία να συμπληρώσουν από την εγκυκλοπαίδεια τα κενά των γνώσεων τους.
Απλοί άνθρωποι οι πελάτες. Όλοι εργατικοί και αγρότες, λίγοι υπάλληλοι, ο δάσκαλος, ο παπάς, ο γραμματέας της Κοινότητας, επαγγελματίες και μερικοί ψαράδες.
Καλοκάγαθοι, καλοπροαίρετοι, καλοσυνάτοι χωρίς να τους λείπει το χιούμορ. Τα πειράγματα μεταξύ τους δεν έλειπαν, πειράγματα όμως, χωρίς κεντρί, πειράγματα αθώα που δεν πρόσβαλαν και που δεν έθιγαν κανέναν.
Εδώ συζητούσαν αν καλώς εργάζεται και λειτουργεί ο παπάς, ο δάσκαλος, οι επιτροπές των σχολείων και της εκκλησίας, οι αγροφύλακες, οι νυχτοφύλακες και ο πρόεδρος ακόμη αν κάνει σωστά και αμερόληπτα τα καθήκοντα του.»
Εκτός από «Καφενείο του Σταθμού», το καφενεδάκι αυτό έκανε και τη διανομή πάγου στα σπίτια. Στο πίσω μέρος του καφενείου υπήρχε και ένα μεγάλο ψυγείο, με μεγάλες κολώνες πάγου, που συνήθως τις κόβανε στα τέσσερα, για να χωράνε στα οικιακά ψυγεία. Κοντά στην «ηλεκτρική» ήταν και το παγοποιείο. Η χαρά μου ήταν όταν ο θείος μου ο Αποστόλης Πιστικίδης, που είχε μια τρίκυκλη μηχανή, με έπαιρνε μαζί του για να πάμε να πάρουμε πάγο ή να κάνουμε τη διανομή στα σπίτια του χωριού.
                               

Με τον αδελφό μου Αντρέα (κάπου το 1956-57) πάνω στη τρίκυκλη μηχανή του θείου Αποστόλη, στη γωνία Σάπαρη και Β. Παύλου