Η Αγιά Σωτήρα, από το «Μονόλογο» του Αναστάση Τακά

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 05 Αυγούστου 2019, 11:44:03 ΠΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Η Αγιά Σωτήρα, από το «Μονόλογο» του Αναστάση Τακά.

Ένα μεγάλο πανηγύρι στη Τρίγλια ήταν στις 6 Αυγούστου, του Σωτήρα. Το παλιό μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού ή του Βαθέως Ρύακος (ο χείμαρρος που στο διάβα του διέσχιζε το χωριό και λεγότανε Ντρερές) ήταν σε ένα λόφο έξω από το χωριό με πολύ ωραία θέα. Ας αφήσουμε ένα παλιό Τριγλιανό, τον Αναστάση Τακά, να ξετυλίγει τις αναμνήσεις του, στο βιβλίο του «Μονόλογος», και ας βρεθούμε νοερά εκεί μέσω της περιγραφής του μοναστηριού και της γιορτής

«Το μοναστήρι του Σωτήρα το αντικρίζεις -βγαίνοντας από το χωριό και φτάνοντας στα μνήματα- ανάμεσα σε δυό βουνά, σε υψόμετρο εκατό μέτρα και σε απόσταση πέντε χιλιόμετρα από το χωριό. Από το ύψωμα αυτό βλέπεις τον κάβο του Αρμαντλί, την Καλόλιμνο και κάθε καράβι, που περνά για τον κόλπο της Κίου.

Το μοναστήρι, όπως φαίνεται από το νεκροταφείο και τη Μονή των Πατέρων.
Διακρίνεται έντονα η κοίτη του Βαθέως Ρύακος.
(Το άσπρο κτήριο είναι τα ερείπια του σύγχρονου ορνιθοτροφείου)

Πότε χτίστηκε το μοναστήρι αυτό άγνωστο1. Ζούσαν για να το φυλάνε και να εξασφαλίζουν την ύπαρξή του, δυό καλόγεροι: ο πατέρας Δόμνος και ο Ησαΐας, που τα φρόντιζε όλα.

Τρία κτίσματα είχε το μοναστήρι: Την εκκλησιά, που για να μπεις μέσα, περνούσες από ένα διάδρομο, με δύο παράλληλα, δεξιά και ζερβά, περάσματα για τους μοναχούς, και από κάτω τα κελάρια τους. Το μουζεκλίκι2, δεύτερο κτίσμα, όπου έκαναν τα κουκούλια τους και τρίτο ο στάβλος, με το χαγιάτι μπροστά, καμωμένο από τσιμέντο. Σ΄ αυτό έστρωναν το καλοκαίρι ψάθες και κάθονταν. Δίπλα, κολλητά, ήταν ο φούρνος και η κουζίνα, με τρεχούμενο νερό. Επάνω ο ξενώνας. Έπρεπε να ανέβεις μερικά σκαλιά, για να βρεθείς στο χωλ, που συνέχεια του ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο με τζάκι. Από τα δύο παράθυρα του έβλεπες όλο το μερά της Τρίγλιας και την απεραντοσύνη της θάλασσας.


Τα ερείπια της μονής της Αγιά Σωτήρας, στο βάθος η Τρίγλια.

Στη μέση αυτού του τριγώνου, που σχημάτιζαν τα τρία κτίσματα, υπήρχαν μια μεγάλη καρυδιά και μια φλαμουριά. Στη ρίζα τους ήταν ένα ξύλινο τραπέζι, με δύο καναπέδες, φτιαγμένους από άγριο ξύλο και στηριγμένους στο έδαφος. Χρησίμευαν για αναπαμό και για φαγητό.

Κάθε παραμονή γιορτής ή Κυριακή, ο Ησαΐας χτυπούσε το σήμαντρο από τις τέσσερεις μεριές του μοναστηριού. Τότε, από τα γειτονικά κτήματα, άφηναν όλοι τις δουλειές τους και τραβούσαν για την εκκλησία. Ο γέροντας καλόγερος πάτερ-Δόμνος έψελνε τον εσπερινό. Η απόλυτη ησυχία της εκκλησίας την ώρα εκείνη έκανε την ψαλμωδία του κατανυκτική. Μέσα σ αυτήν την απόλυτη σιγή, ακούγονταν μονάχα ο ελαφρός μακρόσυρτος ήχος, που έκανε ο Ησαΐας, βηματίζοντας δώθε κείθε, με τα μεγάλα τσαρούχια του.

Μόλις τελείωνε η λειτουργία, κάθονταν όλοι στο χαγιάτι, επάνω στις στρωμένες ψάθες. Δίπλα υπήρχε ένας γρανιτένιος φανοστάτης, που είχε ύψος δυόμιση μέτρα. Στην κορυφή του ήταν τοποθετημένο ένα μεγάλο φανάρι, που το άναβαν στις γιορτές και όταν φιλοξενούνταν πιστοί και φίλοι του μοναστηριού.

Τη γιορτή του Σωτήρα, στις 6 Αυγούστου, που γιόρταζε το μοναστήρι, πολύς κόσμος ανέβαινε να προσκυνήσει από την Τρίγλια, από την Σιγή, από το Τερέκιοϊ και από ἀλλα κοντινά χωριά. Πρόχειροι μπουφέδες για την περίσταση, όπως τους λέγανε, με ζαχαρωτά, με κουλούρια και με κάθε είδους φαγώσιμα, ήταν στη διάθεση των προσκυνητών.

Στο μεγάλο σαλόνι που είχε το πανζεκλίκι3, οι νέοι χόρευαν πόλκα, με τη συνοδεία της λατέρνας. Κάτω από κάθε δένδρο ήταν και μια παρέα. Ἐπιναν το ρακί τους, που το συνόδευαν μεζέδες από χαμψιά και κολιαρούδια, έλεγαν τα αστεία τους και τραγουδούσαν τα τραγούδια της εποχής. Μετά το φαγητό γενικεύονταν ο χορός, με λατέρνες και με μαντολίνα, Χόρευαν συρτό, πεταχτό και χασάπικο.

Τρίγλια 6 Αυγούστου 1922
Τριγλιανές κοπέλες με μαντολίνα φωτογραφίζονται στο πανηγύρι της Αγιά Σωτήρας.
Τα πιτσιρίκια του χωριού πλαισιώνουν την φωτογραφία.
Η μητέρα μου (Γεωργία Πιστικίδου-Μυτιληναίου) καθιστή, κάτω δεξιά στη πρώτη σειρά!

Αυτό ήταν το μοναστήρι του Σωτήρα. Κέντρο παραθερισμού, τόπος προσκυνήματος, άσυλο των αρρώστων, καταφύγιο όσων έδερνε η κακοτυχία και η θλίψη. Τον καιρό που έπεσε η χολέρα στη Βιθυνία (1911) το μοναστήρι αυτό φιλοξένησε και περίθαλψε πάνω από εκατοπενήντα οικογένειες των γύρω χωριών.


1.   Το Μοναστήρι του Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού ή του Βαθέως Ρύακος, κτίστηκε το 860-900μ.Χ., από Καππαδόκες μοναχούς.
2.    Μουζεκλίκι, η αίθουσα κουκουλιών
3.   Πανζεκλίκι, ο μπουφές (τραπέζι στρωμένο με φαγητά)