11) Οι Εκκλησίες, οι Ιερείς και οι Επίτροποι της Τρίγλιας

Ξεκίνησε από Μάκης Αποστολάτος, 09 Σεπτεμβρίου 2019, 10:03:31 ΠΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Μάκης Αποστολάτος

Οι Εκκλησίες, οι Ιερείς και οι Επίτροποι της Τρίγλιας


Στους Κώδικες της Τρίγλιας, που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, κρύβονται μικρές ή μεγάλες ιστορίες που σπάνια έρχονται στην επιφάνεια. Μία απ' αυτές έχει σχέση με τις Εκκλησίες, τους Ιερείς και τους Επιτρόπους των εκκλησιών της Τρίγλιας που διορίστηκαν από την Εφοροδημογεροντία και υπηρέτησαν σ' αυτές, στο διάστημα που καλύπτει ο διασωθείς Κώδικας Πρακτικών (1902-1922) και ειδικότερα της περιόδου μετά τον Ιανουάριο 1908, οπότε εγκρίθηκε ο Κανονισμός της Ορθοδόξου Κοινότητος Τρίγλιας, στο πρώτο Κεφάλαιο του οποίου περιλαμβάνονται άρθρα για τις εκκλησίες και την εκ περιτροπής λειτουργία τους, για λόγους οικονομίας, και στο τρίτο κεφάλαιο άρθρα για τους επιτρόπους των εκκλησιών.


Εκκλησίες της Τρίγλιας

Στην παρούσα εργασία παρουσιάζονται τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί στον Κώδικα Πρακτικών και αφορούν στις εκκλησίες και αφενός στον εκ περιτροπής τρόπο λειτουργίας τους μετά τον Ιανουάριο 1908 αφετέρου στη λειτουργία μίας μόνον εκκλησίας (Άγιος Γεώργιος κάτω), για λόγους οικονομίας, μετά την επιστροφή των Τριγλιανών, στα τέλη του 1918, από την εξορία τους . Όπως έχει αναφερθεί στην 1η ιστορία αυτής της Ενότητας «Ο Χρυσόστομος και η ιδέα για νέα κεντρική εκκλησία στην Τρίγλια», κατά την περίοδο την πρώτης εξορίας του στην Τρίγλια (3.10.1907 – 19.7.1908), και από τις πρώτες ημέρες της παρουσίας του εκεί, ο Χρυσόστομος δραστηριοποιήθηκε συστηματικά για την εφαρμογή και υλοποίηση πολλών από τα σχέδια που ονειρευόταν για την πόλη του, εκτός των άλλων, και στο θέμα των εκκλησιών της Τρίγλιας. Ανέλαβε, αμέσως, ενεργό ρόλο στις τοπικές αποφάσεις και εισηγήθηκε στην Εφοροδημογεροντία και σε συνελεύσεις των κατοίκων το σχέδιό του για ίδρυση μιας νέας Κεντρικής Εκκλησίας που θα αντικαθιστούσε τις έξι υφιστάμενες, τότε, με στόχο τον περιορισμό των εξόδων λειτουργίας τους, και τη χρησιμοποίηση των κτιριακών τους εγκαταστάσεων για άλλους σκοπούς, δεδομένου ότι η οικονομική κατάσταση του Κοινοτικού ταμείου χαρακτηριζόταν τουλάχιστον δραματική στις αρχές του 20ου αιώνα. Αν και η θέση ανέγερσης της νέας Κεντρικής Εκκλησίας άλλαξε τρεις φορές σε σύντομο χρονικό διάστημα, η ιδέα του αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, αφού μετά την επιστροφή του στην Τρίγλια, τον Ιούνιο 1909, για τη δεύτερη εξορία του, διαπίστωσε σοβαρές αντιδράσεις και, τελικά, άλλαξε το αρχικό του σχέδιο και εισηγήθηκε την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς κτιρίου των νέων Σχολείων που εξακολουθεί να ορθώνεται και σήμερα στη θέση του, ως σύμβολο της θέλησης του ιδίου και του Χριστιανικού λαού της Τρίγλιας, της εποχής εκείνης, και σημείο αναφοράς της σημερινής Τρίγλιας, μεταξύ των υπόλοιπων σημείων αναφοράς, όπως η Βυζαντινή εκκλησία Παντοβασίλισσα, η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Άνω, η εκκλησία της Παναγίας-Μητρόπολη, η Βυζαντινή εκκλησία της Ευαγγελίστριας ή του Αγίου Στεφάνου, που μετατράπηκε σε τζαμί (Fatih Camii) το 1661 και άλλα.

Στην κατεύθυνση υλοποίησης του αρχικού του σχεδίου, συμμετείχε σε συνεδρίαση υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Προύσας Ναθαναήλ, πρότεινε την εκ περιτροπής λειτουργία των 5 εκκλησιών (η έκτη του Αγ. Δημητρίου αργούσε και το 1909 κατεδαφίστηκε προκειμένου να ανεγερθεί στον ευρύτερο χώρο το νέο μεγαλοπρεπές κτίριο των νέων Σχολείων) και συγκροτήθηκε επιτροπή με πρόεδρο τον Χρυσόστομο για τη σύνταξη Κανονισμού (Κώδικας 427, πρακτικό 9.1.1908, σελ. 36-37). Στη συνέχεια, συνέταξε τον Κανονισμό της εκ περιτροπής λειτουργίας των Εκκλησιών της Τρίγλιας, προήδρευσε συνέλευσης στην Τρίγλια, στην οποία συζητήθηκε και εγκρίθηκε ο Κανονισμός (Κώδικας 427, πρακτικό 13.1.1908, σελ. 39-40), ως ακολούθως:

"... ακροασάμενοι της γενομένης υπ' αυτού εισηγήσεως του Κανονισμού και συζητήσαντες άρθρον προς άρθρον τον εν λόγω Κανονισμόν της Ημετέρας Κοινότητος και εγκρίναντες αυτόν εν πάσι τοις σημείοις επεψηφίσαμεν και επεκυρώσαμεν αυτόν και ενεκρίναμεν να καταχωρισθή παρά πόδας εν τω παρόντι Κώδικι και ν' αποτελή τουντεύθεν θεμελιώδη νόμον, καθ' ον να διέπωνται τα Κοινοτικά, Σχολικά και Εκκλησιαστικά ημών πράγματα".

Στη συνέχεια, ο "Κανονισμός της Ορθοδόξου Κοινότητος Τριγλίας της Επαρχίας Προύσης" καταχωρήθηκε με χρονολογία "Ιανουάριος 1908" στον Κώδικα της Τρίγλιας (σελ. 42-45). Στο κεφάλαιο Α' «Περί Κοινότητος» περιλαμβάνονται αφενός το άρθρο 2, στο οποίο έχει καταγραφεί η ακόλουθη αναφορά για τις εκκλησίες και ακολουθούν άλλες για τα σχολεία, τα δύο σωματεία, το νεκροταφείο και την κτηματική ακίνητη και κινητή περιουσία της Κοινότητος, αφετέρου τα άρθρα 3 και 4:

"Άρθρ. 2) Η Κοινότης έχει έξι ιερούς ναούς α) τον του Αγίου Γεωργίου της κάτω συνοικίας, β) τον της Υπεραγίας Θεοτόκου της επιλεγομένης Μητροπόλεως, γ) τον του Αγίου Ιωάννου, δ) τον Αγίου Γεωργίου της άνω συνοικίας, του επιλεγομένου Κυπαρισσιώτου, ε) τον της Υπεραγίας Θεοτόκου της επιλεγομένης Παντανάσσης «Παντοβασιλίσσης» και στ) τον του Αγίου Δημητρίου.....

Αρθρ. 3) Αι εξ της Κοινότητος Εκκλησίαι αποτελούσι δύο συμπλέγματα, ων το μεν εν αποτελούσιν αι Εκκλησίαι του Αγίου Γεωργίου του κάτω, Παναγίας Μητροπόλεως και αγίου Ιωάννου, το δ' έτερον αι Εκκλησίαι Αγίου Γεωργίου Κυπαρισσά, Παναγίας Παντοβασιλίσσης και αγίου Δημητρίου λειτουργούσης μόνον κατά την ετήσιον μνήμην και πανήγυριν του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, κατά την εορτήν της Ζωοδόχου Πηγής και την εορτήν των Ισαποστόλων Κων/νου και Ελένης.

Άρθρ. 4) Εκ των συμπλεγμάτων τούτων κατά πάσαν εορτήν και Κυριακήν λειτουργούσιν εν τη κοινότητι δύο εκάστοτε Εκκλησίαι μία εκ των κάτω τρειών Εκκλησιών και μία εκ των άνω δύο τούτων εκ περιτροπής κατά μήνα μεν μέχρι του έτους 1908 δια το πρώτον τούτο έτος, κατά τριμηνίαν δε μετά την λήξιν του παρόντος έτους, οριζομένης δια κλήρου της Εκκλησίας εξ ης θα γίνη η έναρξις δια το παρόν έτος από της 1ης του μηνός Φεβρουαρίου
".

Συμπερασματικά, από τις 6 εκκλησίες, 1) εκείνη του Αγ. Δημητρίου λειτουργούσε, την εποχή εκείνη, μόνον κατά την πανήγυρη του Αγίου, την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής και την εορτή των ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης και 2) μετά την έγκριση του Κανονισμού θα λειτουργούσε μία εκκλησία εκ των τριών του κάτω συμπλέγματος και μία εκ των δύο του άνω.

Επειδή και στα επόμενα Κεφάλαια Γ' και δ' του Κανονισμού ρυθμίζονται και ορίζονται τα θέματα της λειτουργίας των εκκλησιών, των εσόδων και εξόδων, της πρόσληψης ιερέων, ψαλτών, και λοιπών εκκλησιαστικών υπαλλήλων και γενικά όλων των εκκλησιαστικών θεμάτων, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω στο κεφάλαιο την Εκκλησιών και αυτά τα Κεφάλαια του Κανονισμού, ώστε  ο αναγνώστης να έχει την πλήρη εικόνα αυτού του εξαιρετικού κειμένου και να μπορεί να συσχετίζει τις τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν τα επόμενα χρόνια, τόσο στην εκ περιτροπής λειτουργία των εκκλησιών, αλλά και στη λειτουργία μιας μόνον εκκλησίας, όσο και στα θέματα των Ιερέων και των εκκλησιαστικών Επιτρόπων:

"Κεφάλαιο Γ' Περί Επιτρόπων των Εκκλησιών

Άρθρ, θ') Εις έκαστον σύμπλεγμα Εκκλησιών ορίζεται επιτροπή αποτελουμένη εκ τριών προσώπων, ων έκαστον λαμβάνεται εξ εκάστης εκκλησιαστικής περιφερείας, ήτοι δια το κάτω σύμπλεγμα ανά εις εκ των τέως ενοριών του Αγίου Γεωργίου, Παναγίας και αγ. Ιωάννου και δια το άνω σύμπλεγμα ανά εις εκ των τέως ενοριών του Αγίου Γεωργίου Κυπαρισσά, Παντοβασιλίσσης και Αγίου Δημητρίου. Οι επίτροποι ούτοι εκλέγονται εν τη γενική συνελεύσει δια μυστικής και πάλιν ψηφοφορίας επί διετίαν μεταξύ των ευσεβεστέρων και μάλλον ζηλωτών και φιλοκάλων πολιτών.

Άρθρ. ι') Εκάστη τριμελής Επιτροπή καθήκοντα και δικαιώματα έχει να φροντίζει περί της ευπρεπείας των οίκων του θεού, περί του διορισμού καταλλήλου προσωπικού ψαλτών και λοιπών εκκλησιαστικών υπαλλήλων, περί ιερέων δε προκειμένου απευθύνεται δια της Εφοροδημογεροντίας προς τον Μητροπολίτην. Περί της εισπράξεως των εκ δίσκου, εκ κηρού, εξ ιεροπραξιών και άλλων πάσης φύσεως εκκλησιαστικών χρημάτων και περί των αναγκαίων δαπανημάτων διά κηρόν, έλαιον, μισθούς υπαλλήλων εκκλησιαστικών και δι' άλλα οιαδήποτε έξοδα. Εις το τέλος εκάστου μηνός θεωρεί από κοινού μετά της Εφοροδημογεροντίας τους λ/σμούς και παραδίδει το περισσεύον χρήμα εις το κεντρικόν ταμείον. Γενικαί επισκευαί, ίδρυσις καταστημάτων, αγορά κτημάτων και εν γένει πάσα δήποτε δαπάνη υπερβαίνουσα τα εκατόν γρόσια γίνεται μόνον μετά σύσκεψιν και έγκρισιν της Εφοροδημογεροντίας.

Άρθρ. ια') Εις έκαστον σύμπλεγμα Εκκλησιαστικόν ορίζονται ανά δύο ιερείς οι πάντων χρηστότεροι, ανά δύο ψάλται οι εκλεκτότεροι, ανά δύο κανδηλα(να)πται, εις πρώτος και εις δεύτερος βοηθός μετά του αναλόγου και αρμόζοντος μισθού. Οι μισθοί και τα εκκλησιαστικά βάρη και τα τυχηρά κατανέμονται ανά μέσον αυτών μετ' ακριβείας και δικαιοσύνης. Ιεροπραξίαι τελούνται εν τη Εκκλησία τη λειτουργούσει, πλην βαπτίσεων, γάμων και κηδειών δυναμένων να τελεσθώσιν και εν τη ιδία εκάστου Εκκλησία.

Άρθρ. ιβ') Χάριν της ευπρεπίας και τάξεως ορίζονται, όπως κατά τον μήνα του Αυγούστου δια το συμπίπτον εν αυτώ την νηστείαν του δεκαπενταύγουστου μέχρι της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου λειτουργούνται σταθερώς αι εκκλησίαι της Παναγίας Μητροπόλεως και Παντοβασιλίσσης, καθώς και κατά τας εορτάς των Ευαγγελισμού, γενεθλίων και εισοδίων της Θεοτόκου. Η εορτή των Φώτων η εορτή του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Γεωργίου, και της δεκάτης τετάρτης Σεπτεμβρίου, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, η της Ζωοδόχου πηγής εν τη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Εορταί του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, η του Ευαγγελισμού, η του Προφήτου Δανιήλ κα η της Αγίας Παρασκευής  εν τη του αγίου Ιωάννου Εκκλησία. Το μέγα πάσχα και αι εορταί του αγίου Παντελεήμονος και των αγίων Θεοδώρων εν τη εκκλησία του αγ. Γεωργίου του Κυπαρισσά. Η δε δευτέρα ανάστασις εν τη Παντοβασιλίσση δια το άνω σύμπλεγμα. Κατά την εορτήν των Τριών ιεραρχών γίνεται Μονοκλησία εν μέσω των τριών εκκλησιών αγ. Γεωργίου κάτω, αγ. Ιωάννου και αγίου Γεωργίου του Κυπαρισσά.

Κεφάλαιον δ' Περί πόρων της Κοινότητος

Άρθρον ιγ') Πόρους η Κοινότης έχει: πρώτον τα παγκάρια των Εκκλησιών, δεύτερον τας προσόδους των Εκκλησιαστικών και λοιπών ακινήτων και κινητών κτημάτων, τρίτον τα εισιτήρια των μαθητών, τέταρτον τα δικαιώματα του γραφείου της Εφοροδημογεροντίας, πέμπτον τα εκ του μονοπωλείου του κηρού, έκτον τα εκ των θεατρικών παραστάσεων ή οιωνδήποτε άλλων εκτάκτων και απροβλέπτων αμέμπτων πάντοτε μέσων εισπραττόμενα υπέρ των σχολών δικαιώματα, και εκτός των ωρισμένων εν καιρώ πανηγύρεων ή μονοκλησιών, δίσκων προς όφελος των Σχολών.

Άρθρ. ιδ') Ο παρών Κανονισμός εγκριθείς και ψηφισθείς εν γενική συνελεύσει των πολιτών Τριγλίας και επικυρωθείς παρά του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Προύσης τίθεται εις εφαρμογήν από σήμερον και ισχύει τέσσαρα έτη, μεθ' ου δύναται να αναθεωρηθή τη αιτήσει των πολιτών. Αι νέαι αρχαιρεσίαι γενήσονται συμφώνως τω κανονισμώ κατά τον Ιανουάριον, μόνον δε όσον αφορά το σύστημα του κατά μήνα ή τριμηνίαν εκ περιτροπής  να λειτουργώνται αι Εκκλησίαι εδόθη η ελευθερία να προτιμάται και εν τω μέσω της τετραετίας εκείνο εκ των συστημάτων, το οποίον η πείρα και εφαρμογή είθελε αποδείξη ευκολώτερον δια τους Χριστιανούς και συμφερώτερον δια την Κοινότητα.
Εν Τριγλία κατά μήνα Ιανουάριον του 1908
Η Εφοροδημογεροντία".



Δύο μήνες μετά την έγκριση του Κανονισμού της Τρίγλιας διαπιστώνουμε την πρώτη τροποποίηση του Κανονισμού, σε ότι αφορά στην εκ περιτροπής λειτουργία των εκκλησιών. Στο από 16.3.1908 πρακτικό (σελ. 47) καταγράφεται η συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης, υπό την προεδρία του Χρυσόστομου, Μητροπολίτη Δράμας, κατά την οποία αποφασίστηκε παμψηφεί, 1) η ανέγερση νέας Κεντρικής Εκκλησίας «εν η θέσει το πάλαι ήτο ιδρυμένη Εκκλησία του Σωτήρος Χριστού και όπου σήμερον είναι ωκοδομημένα τα σχολεία της Κοινότητος», 2) η μελλοντική χρήση των κτιρίων των ιερών ναών, 3) «και περί της νέας Κεντρικής Εκκλησίας, και μόνον μέχρι της ανεγέρσεως του νέου κτιρίου να λειτουργώνται αι δύο εκκλησίαι του Αγίου Γεωργίου του Κάτω και του Αγίου Γεωργίου του Άνω, του Ναού της Παντοβασιλίσσης χρησιμοποιουμένου ως αρχαίου Βυζαντινού Προσκυνήματος καθ' όλας τας ημέρας της Εβδομάδος δια τας θρησκευτικάς ανάγκας των Ευσεβών προσκυνητών, χωρίς όμως να έχη ιδιαιτέραν ενορίαν» και 4) «... ενέκρινεν ως ορθάς και σωτηρίους δια την πατρίδα τας σκέψεις και ιδέας του συμπολίτου ημών Σεβασμιωτάτου Αγίου Δράμας Κυρίου Χρυσοστόμου έδωκεν εις Αυτόν πλήρη πληρεξουσιότητα όπως αναλάβη και φέρη εις πέρας αίσιον το θεάρεστον τούτο έργον».

Λίγες μέρες αργότερα, όμως, άλλαξε και πάλι η απόφαση για τη θέση της νέας Κεντρικής Εκκλησίας και την εκ περιτροπής λειτουργία των εκκλησιών, αφού στη Γενική Συνέλευσης της 6.4.1908 (σελ. 49), υπό την προεδρία του Χρυσόστομου, Μητροπολίτη Δράμας, αποφασίστηκε 1) να αποτελέσει τη νέα Κεντρική Εκκλησία εκείνη του Αγίου Ιωάννου «ευρύνοντες και επεκτείνοντες αυτήν εις διαστάσεις δια της εξαγοράς των παραπλεύρων οικοπέδων ή ανταλλαγής αυτών μετ' άλλων Εκκλησιαστικών κτημάτων», 2) «... προσωρινώς θα λειτουργώνται αι δύο εκκλησίαι του Αγίου Γεωργίου Κάτω και Άνω...», και 3) νέες αλλαγές στη μελλοντική χρήση των κτιρίων των ιερών ναών. Αλλά και αυτή η απόφαση άλλαξε σύντομα, αφού στο πρακτικό της 22.6.1908 (σελ. 53) της Γενικής Συνέλευσης, υπό την προεδρία του Χρυσόστομου, 1) αποφασίστηκε η ανέγερση της νέας Κεντρικής Εκκλησίας στη θέση που βρισκόταν άλλοτε ο ναός της Αγίας Επίσκεψης, επειδή ο μηχανικός τον βρήκε τον πλέον κατάλληλο και επιπλέον οι κάτοικοι του Αγίου Γεωργίου Άνω αποδέχθηκαν την μετατροπή της εκκλησίας σε Αρρεναγωγείο, και 2) ορίστηκε επιτροπή για την εξαγορά των αναγκαιούντων οικοπέδων. Σε εφαρμογή αυτών των αποφάσεων, ένα μήνα αργότερα (18.7.1908, σελ. 55), με την παρουσία του Χρυσόστομου, ο οποίος αναχώρησε την επομένη (19.7.1908) για την έδρα του, με την αμνηστία που δόθηκε από το Σουλτάνο, λόγω της εφαρμογής του Συντάγματος, καταγράφονται στο αντίστοιχο πρακτικό οι ιδιοκτήτες και η αξία των οικοπέδων, τα οποία εξαγοράστηκαν από την Κοινότητα, για την ανέγερση της νέας κεντρικής Εκκλησίας στην ευρύτερη έκταση του άλλοτε ναού της Αγ. Επίσκεψης. Σημειώνεται ότι στην έκταση αυτή εξακολουθούσε να υπάρχει ο ετοιμόρροπος και επικίνδυνος για τους κατοίκους ναός του Αγ. Δημητρίου, ο οποίος αποφασίστηκε να κατεδαφιστεί.

Ένα χρόνο αργότερα, ο Χρυσόστομος επέστρεψε στην Τρίγλια, για τη δεύτερη εξορία του, και διαπίστωσε ότι υπήρχαν ισχυρές αντιδράσεις αφενός στο θέμα της ανέγερσης νέας Κεντρική Εκκλησίας αφετέρου στην αλλαγή της χρήσης των κτιρίων των εκκλησιών. Στην έκτακτη Γενική Συνέλευση της 12.7.1909 (σελ. 70),  υπό την προεδρία του, συζητήθηκαν αυτά τα θέματα και αποφασίστηκε 1) να ανεγερθεί νέο Σχολείο στη θέση αυτή αντί της νέας Κεντρικής Εκκλησίας, 2) «... να εξακολουθήση το σύστημα της εκ περιτροπής λειτουργίας εν ταις υπαρχούσαις εκκλησίαις της Κοινότητος συμφώνως άλλως τε και προς τον υπάρχοντα Κανονισμόν  μέχρι της ευλογητής εκείνης εποχής οπότε η πατρίς ομοφρονούσα θέλει προβή εις την καθιέρωσιν δύο μόνον εκ των υπαρχόντων ναών του Θεού προς θεραπείαν των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών αναγκών των κατοίκων ...».

Η μέριμνα, όμως, του Χρυσόστομου, για την ανέγερση του νέου κτιρίου των Σχολείων, συνεχίζεται δυναμικά και στο πρακτικό της 19.4.1910 (Κώδικας 427, σελ. 93), υπό την προεδρία του, ως Μητροπολίτη Σμύρνης, πλέον, καταγράφηκαν, από τον ίδιο, οι σημαντικές αλλαγές που αποφασίστηκαν 1) στον εκ περιτροπής τρόπο λειτουργίας των εκκλησιών, 2) τους ιερείς, 3) τους επιτρόπους και σε άλλα εκκλησιαστικά θέματα (ίδρυση κηροποιείου, πώληση κηρού από τις εκκλησίες κλπ), 4) τη χρήση των κτιρίων των παλιών σχολείων, 5) το δάνειο από τον Γ. Μποτό για την ανέγερση του κτιρίου των νέων Σχολείων και, συγκεκριμένα, ότι:

"... η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου λειτουργείται τακτικώς και παντοτεινά, εκ δε των άλλων δύο εκκλησιών του Κάτω συμπλέγματος Παναγίας και Αγίου Γεωργίου η μεν Παναγία να λειτουργείται κατά τους μήνας Μάιον, Ιούνιον, Ιούλιον, Αύγουστον, Σεπτέμβριον και Οκτώβριον μέχρι του Αγίου Δημητρίου, εξαιρουμένων των δύο εορτών της Πεντηκοστής και του Σταυρού, οπότε θα λειτουργείται ο Άγιος Γεώργιος ο Κάτω, όστις και θα εξακολουθεί λειτουργών κατά τους λοιπούς εξ μήνας τους χειμερινούς. Το άνω σύμπλεγμα του Αγίου Γεωργίου του Κυπαρισσά και της Παντοβασιλίσσης θα εφαρμόζη το εν τω Κανονισμώ καθιερωμένον σύστημα. Η μεταρρύθμισις αύτη εκρίθη αναγκαία διότι ο χρόνος απέδειξε την χρησιμότητα της μεταβολής ταύτης χάριν και της αγάπης των πολιτών και του συμφέροντος των ιερών μας Καθιδρυμάτων. Οι ιερείς του Κάτω τούτου συμπλέγματος θα λειτουργώσι εκ  περιτροπής έτος κατ' έτος εν τη μιά ή τη άλλη Εκκλησία. Το Ταμείον έσται εν όλων των Εκκλησιών κατά ως ορίζει ο Κανονισμός. Ενεκρίθη δε Επιτροπή του μεν Αγίου Ιωάννου να είνε οι κύριοι Σταύρος Καραδιαμαντής, Στέφανος Μπαρουξής και Δημ. Νανάης, του δε Αγίου Ιωάννου (σ.σ. προφανές λάθος) οι κύριοι Ζαρείφης Γιατζόγλου, Βασιλ. Κουτουκάς και Θεοδ. Ορφανίδης. Απεφασίσθη να ιδρυθή κοινόν κηροποιείον της Κοινότητος, το οποίον θα έχει το δικαίωμα να πωλή κηρόν αποκλειστικώς εις τους συμπολίτας μας, εις ους αυστηρώς απαγορεύεται ν' αγοράζωσιν άλλοθεν κηρόν. Η τιμή του εν χρήσει  (..)κηρού ωρίσθη εις γρόσια είκοσιν. Ουδείς δε εκ των εν Τριγλία εμπόρων έχει το δικαίωμα να πωλή κηρόν δια κατανάλωσιν εν ταις ιεραίς ημών Εκκλησίαις. Όσοι δε κηρόν έχουσι οι έμποροι υποχρεούνται ν' αγοράσωσιν αι Εκκλησίαι και βαθμιαίως να πληρώσουν. Απεφασίσθη να διορισθή οικονομική και διαχειριστική Επιτροπή, ήτις να έχη το δικαίωμα να διαχειρίζεται τα κοινοτικά προσοδοφόρα κτήματα προς εξάλειψιν και εξόφλησιν του χρέους και δανείου, εις το οποίον θα προβή η Επιτροπή αύτη προς αποτελείωσιν των υπαρχουσών ελλείψεων των νέων Σχολικών κτιρίων. Τα κτήματα ταύτα είνε τα παλαιά Σχολεία μετατρέπει σήμερα το μεν Αρρεναγωγείον εις Χάνι, το δε Παρθεναγωγείον εις Υφαντουργείον και το κάτω εις θέατρον, τα νέα μαγαζία των νέων Σχολικών κτιρίων, τα μοναστηριακά κτήματα αφαιρουμένων των δαπανών της καλλιέργειας, και το Καφφενείον της Αδελφότητος, ήτις σκοπόν είχε και έχει την προστασίαν των γραμμάτων εν τη Κοινότητι. Η οικονομική και διαχειριστική αύτη Επιτροπή ωρίσθη εκ του Προέδρου της Μετοχικής ενταύθα Εταιρείας και του κ. Φιλίππου Καβουνίδου. Ευτυχώς ο συμπολίτης ημών κ. Γεώργιος Μποτός παρέχων το μέτρον της φιλοπατρίας και φιλομουσίας του προσηνέχθη οικειοθελώς προς 8% να δανείση εις την οικονομικήν Επιτροπήν το ποσόν μέχρι Πεντακοσίων λιρών αίτινες θα γίνη ανάγκη δια την αποπεράτωσιν του κτιρίου. Η πατρίς όλη ευγνωμονεί αυτώ. Αλλά και όλοι οι παραστάντες πολίται εδήλωσαν ότι έκαστος θα συνεισφέρη τον οβολόν και την συνδρομήν του, ώστε μέχρι της εσοδείας των κουκουλίων να πληρωθώσι και αι συνδρομαί και να καλυφθή, ως ελπίζομεν το ήμισυ του χρέους μας. Ωρίσαμεν δε όπως και την μεθαύριον Τετάρτην εργασθώμεν όλη η πόλις  ως εις άνθρωπος και ετοιμάσωμεν όλον το απαιτούμενον υλικόν δια την συντέλεσιν του κτιρίου. Της τοιαύτης δε ελπίδος και με μεγαλυτέραν ομόνοιαν και αγάπην αποφασίσαντες ταύτα πάντα και υποσχόμενοι να τα τηρήσωμεν κατεστρώναμεν ώδε  την παρούσαν πράξιν προς δήλωσιν δια τους μεταγενέστερους. Τα δύο Σχολεία ενοικιάζονται δια πλειοδοσίας προς χρήσιν του πλειοδοτούντος. Δια πλειοδοσίας κατακυρούται και των λοιπών κτημάτων η ενοικίασις". Το πρακτικό υπογράφηκε από 64 κατοίκους και 2 εφοροδημογέροντες και επικυρώθηκε από τον Χρυσόστομο, Μητροπολίτη Σμύρνης.

Λίγες ημέρες αργότερα (26.4.1910, σελ. 99) συνεδρίασαν οι Εφοροδημογέροντες και οι Επίτροποι του κάτω συμπλέγματος, για τους ιερείς αυτού του συμπλέγματος, αλλά και, σε συνέχεια της πιο πάνω Γενικής Συνέλευσης της 19.4.1910, αποφασίστηκε «όπως λειτουργεί διαρκώς ο ιερός Ναός του αγίου Ιωάννου του κάτω συμπλέγματος οι δε ναοί του Αγίου Γεωργίου και Παναγίας του αυτού συμπλέγματος  ανά εξ μήνας εναλλάξ». 

Μετά την πρώτη εξορία των Τριγλιανών στην Προύσα, από τον Ιούλιο του 1915 μέχρι τα τέλη του 1918, και την επιστροφή στο χωριό τους, διαπίστωσαν τις ζημιές στις εκκλησίες και τα σπίτια τους που προξενήθηκαν από τους Τούρκους. Παράλληλα και για λόγους οικονομικής δυσχέρειας του Κοινοτικού ταμείου, επανήλθε προς συζήτηση το θέμα της λειτουργίας μιας μόνον ή δύο εκκλησιών και αντίστοιχου αριθμού ιερέων. Από την ανάγνωση του πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης Εφοροδημογερόντων και προκρίτων της 26.4.1919 (σελ. 272) προκύπτει ότι, υπήρχαν δύο ισχυρές ομάδες που υποστήριζαν η μεν μια την πρόσληψη ενός μόνον ιερέα και η άλλη δύο ιερέων. Μετά την ανάπτυξη των λόγων για κάθε πρόταση, έγινε μυστική ψηφοφορία μεταξύ των 32 μελών της Συνέλευσης και υπερψηφίστηκε η πρόταση για ένα μόνον ιερέα με ψήφους 28 έναντι 4 της άλλης πρότασης. Στη συνέχεια συζητήθηκε το θέμα επιλογής της μιας και μόνον εκκλησίας που θα λειτουργούσε, μεταξύ των τριών υποψηφίων Αγίου Γεωργίου Κάτω, Αγ. Ιωάννου και Αγ. Γεωργίου Άνω, και από τη μυστική ψηφοφορία προέκυψε η υπερψήφιση του Αγ. Γεωργίου Κάτω με 18 ψήφους, έναντι 13 υπέρ του Αγ. Ιωάννου και 3 υπέρ του Αγ. Γεωργίου Άνω.

Τέσσερις μήνες αργότερα, πραγματοποιήθηκε Γενική Συνέλευση Εφοροδημογερόντων και προκρίτων για συζήτηση γενικών θεμάτων, μεταξύ των οποίων και η αναφορά 52 πολιτών που προσκόμισε ο Διογένης Λιλής για το άνοιγμα και της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου Άνω. Είναι χαρακτηριστικό το αντίστοιχο τμήμα του πρακτικού της 8.9.1919 (σελ. 296):

"Είτα προσάγεται υπό του κ. Διογένους Λιλή αναφορά υπογεγραμμένη υπό 52 πολιτών δι' ης δι' ύφους βαναύσου και τόνου επιτακτικού ζητείται το άνοιγμα και ετέρας Εκκλησίας και ονομαστικώς του Αγ. Γεωργίου του Άνω παρά την προϋπάρχουσαν απόφασιν όπως μία και μόνη Εκκλησία λειτουργή ως εν τω εν σελ. 272 πρακτικώ δείκνυται. Η Εφοροδημογεροντία εις μάτην ανακινούσης το προηγούμενον πρακτικόν παρατηρούσα ότι τινές εκ των υπογραφόντων νυν την αναφοράν είνε προϋπογεγραμμένοι και εν εκείνω τω πρακτικώ. Εξηγείται εις αυτούς ότι η Κοινότης δεν είνε δυνατόν να αντεπεξέλθη εις τα έξοδα των δύο εκκλησιών. Ούτε η πρότασις του κ. Φιλίππου Καράτση όπως εκκλησιαζόμεθα όλοι εν μια Εκκλησία κλειομένης της ήδη λειτουργούσης και ανοιγομένης της ενορίας αυτών, ήτοι του Αγ. Γεωργίου του Άνω, ότε λαμβάνη τον λόγον ο κ. Αριστοφάνης Κασούρης, όστις προτείνει όπως μη ανοίξει μεν και δευτέρα Εκκλησία προσληφθή όμως και δεύτερος ιερεύς. Η Εφοροδημογεροντία ζητεί την ετυμηγορίαν των παρόντων οίτινες κατά το πλείστον συμφωνούν μετά της γνώμης ταύτης και ούτω γίνεται δεκτόν όπως προσληφθή και δεύτερος ιερεύς.
Εν Τριγλία τη 8 Σεπτεμβρίου 1919
".

Σημειώνεται ότι το πρακτικό αυτό υπογράφεται αφενός από τους Εφοροδημογέροντες Ι. Κρυσταλλίδη, Αρμ. Στέργιο, Κ. Λουτσίδη και Χαρίδημο Τιτάγκο αφετέρου από πολίτες (Αριστοφάνη Γ. Κασούρη. Γεώργιο Μποτό, Βασίλειο Γκικάδη, Χαφείριο Αθ, Γιαζητζόγλου, Ιορδάνη Κ. Τακά, Γεώργιο Γιακουβάκη, Διογένη Λιλή, Αθανάσιο Γ. Φουτζουτζόγλου, Χρυσόστομο Κάπα Ανδρέα, Δημήτριο Τσιρακμάνη, Γεώργιο Πολυχρόνη, Δημήτριο Παπορίδη και άλλους.

Αν και το θέμα των Μονών που περιλαμβάνεται στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 29.10.1919 (σελ. 303) δεν έχει άμεση σχέση με τις εκκλησίες της Τρίγλιας, θεωρώ ότι πρέπει να αναφερθεί, αφού περιγράφεται σ' αυτό η κατάσταση των Μονών την εποχή εκείνη. Τις ημέρες εκείνες επισκέφθηκε την Τρίγλια ο Άγιος Σελευκείας, σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, με εντολή του Πατριαρχείου για να δει ο ίδιος την κατάσταση των δύο Σταυροπηγιακών Μονών, για τις οποίες η Εφοροδημογεροντία είχε ζητήσει να σταματήσει το επίδομα προς το Πατριαρχείο. Μετά την επίσκεψή του στις Μονές, ανακοίνωσε το αποτέλεσμα της μελέτης του και ειδικότερα, σε ότι αφορά τον Αγ. Ιωάννη (της Πελεκητής) «να διατηρηθή η προς δυσμάς (την θάλασσαν) πλευρά, αρκετά καλή σχετικώς και νυν διατηρουμένη, το ηγουμενείον και ο ναός, όστις κατά την γνώμην του είναι Βυζαντινός (καθ' ημάς μόνον το ιερόν ο δ' υπόλοιπος κτισθείς μετά πυρκαϊάν) οι δε λοιποί τοίχοι να διατηρηθώσι ως τοιούτοι περιβάλοντες τον ναόν δια την ασφάλειαν. Όσον δ' αφορά την Μονήν των Πατέρων αύτη να μείνη προς το παρόν ως έχει μη επισκευαζομένη μηδ' αυτού του ναού αυτής, ολιγωτέρας κατ' αυτόν ή μικράς μάλλον αξίας, επιφυλασσομένης της Κοινότητος προς τούτο εις καλλιτέρας εις τον μέλλον ημέρας. Μετά ταύτα ανέφερεν ημίν ότι το επίδομα, ως γνωστόν, προορισμένον δια την Θεολογικήν Σχολήν Χάλκης και συνεπώς θα ήτο άδικον και δύσκολον δι' αυτόν να αποστερηθή του πόρου τούτου. Μετά την παρατήρησιν ταύτην προταθέντος όπως κατ' έτος πληρώνονται δέκα Λοθ. (σ.σ. Λίρες οθωμανικές) παρά τινός εκ των Εφόρων, ενεκρίθη προτάσει εφόρου  όπως πληρώνωνται ετησίως είκοσι πέντε (αρ. 25) Λοθ.». Για διευκόλυνση του αναγνώστη, στο θέμα των χάρτινων λιρών Τουρκίας, σημειώνω ότι, μετά την ήττα της το 1918, εκδόθηκαν νέα χαρτονομίσματα με τη μορφή του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ και σχέση μιας παλιάς χρυσής με 9 νέες χάρτινες λίρες. Η υποτίμηση αυτή της λίρας εξηγεί αφενός την αναφορά στα επόμενα πρακτικά σε "Λοθ" αντί των "Λιρών Τουρκίας" αφετέρου στα μεγαλύτερα (αριθμητικά) ποσά για μισθούς, αξίες κλπ.

Στο πρακτικό της 3.11.1919 (σελ. 306) διαβάζουμε ότι συζητήθηκε στην Εφοροδημογεροντία το θέμα του τρόπου λειτουργίας των εκκλησιών, με αφορμή προφορική ανακοίνωση των ενοριτών του Αγ. Ιωάννου, αλλά αναβλήθηκε η λήψη απόφασης, προκειμένου οι ενορίτες να υποβάλουν γραπτώς και ενυπογράφως την αίτησή τους.

Μια σημαντική πληροφορία, για τον ναό της Παντοβασίλισσας, έχει καταγραφεί στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 3.1.1920 (σελ. 310) και συγκεκριμένα η προσφορά 100 Λοθ χάρτινων της Αικατερίνης Ζαρκαλή για να επισκευαστεί ο ιερός ναός της Παντοβασιλίσσης. Η επιδιόρθωση του εσωτερικού του ναού δόθηκε δια μειοδοσίας, από την εκκλησιαστική επιτροπή του Αγ. Γεωργίου Άνω, στον αρχιτέκτονα Αλεξ. Μαστραντώνη αντί 119 Λοθ.

Στο χωρίς ημερομηνία πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας (σελ. 311) αποφασίστηκε όπως ο κηρός των Εκκλησιών γίνει μονοπώλιο, προς όφελος των Σχολών. Αλλά και στο τελευταίο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας (από 29.3.1922, σελ. 395), στο οποίο ασχολήθηκε με εκκλησιαστικό θέμα, αποφάσισε «όπως ο κηρός ο χρησιμοποιούμενος κατά τας εορτάς του Πάσχα και εν γένει κατά πάσαν ιεροτελεστίαν πωλείται μόνο παρά των Εκκλησιών του Άνω και Κάτω συμπλέγματος. Εν εναντία περιπτώσει όσοι των κατοίκων θα αγοράσωσι κηρόν παρά των παντοπωλών να έχωσι υπόψιν των ότι ο κηρός ούτος θα σφραγίζεται αναλόγως του βάρους παρά τούτων δι' ιδιαιτέρας ταινίας παραδοθησομένης εις αυτούς παρά της Εφοροδημογεροντίας. Εν η δε περιπτώσει ήθελε παρουσιασθεί κηρός ασφράγιστος εν ταις Εκκλησίαις θα σφραγίζεται παρά των Επιτρόπων των Εκκλησιών και θα εισπράττεται το αναλογούν χρηματικόν ποσόν». Αποδεικνύεται έτσι ότι, μετά την επιστροφή των Τριγλιανών στο χωριό τους,  τα οικονομικά της Κοινότητας ήταν σε πολύ δυσχερή κατάσταση, ώστε να αναγκάζεται η Εφοροδημογεροντία να ασχολείται και να επιβάλει παρόμοια μέτρα και κυρώσεις, για το κερί των Εκκλησιών.

Στο παραπάνω πρακτικό αναφέρονται οι Εκκλησίες του Άνω και Κάτω συμπλέγματος, αν και στο διάστημα από 3.11.1919 μέχρι 29.3.1922 δεν βρέθηκε πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας σχετικό με τη λειτουργία δύο εκκλησιών στην Τρίγλια. Επομένως, στο ερώτημα αν, τελικά, λειτουργούσαν δύο εκκλησίες ή, απλά, ήταν τυχαία η αναφορά στις εκκλησίες του Άνω και Κάτω συμπλέγματος, η απάντηση πρέπει να είναι ότι λειτούργησε μόνο μία, αφού στα τελευταία δύο πρακτικά, πριν από το Μεγάλο διωγμό τον Αύγουστο 1922, αναφέρεται μόνο η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου κάτω.

Στο πρακτικό της 11.7.1921 (σελ. 364) καταγράφεται η δοξολογία που πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου κάτω, για τις νίκες του Ελληνικού Στρατού «επί τη καταλήψει Κοτναίου και Εσκή Σεχήρ». Συγκεκριμένα: «Η Κοινότης ημών επί τη χαρμοσύνω προελάσει του Στρατού μας και δια τας λαμπράς νίκας αυτού κατά του αιωνίου εχθρού ευχαριστούσα τω Παναγάθω πανδημεί εδοξολόγησε τον Θεόν εν τω ιερώ ναώ του Αγίου Γεωργίου κάτω. Την δοξολογίαν ετίμησαν δια της παρουσίας των οι κάτωθι αξιωματικοί του κατά ξηράν και θάλασσαν Στρατού προς ους εσαεί ευγνώμων τυγχάνει η Κοινότης».

Το πρακτικό υπογράφεται από 1) τον πρόεδρο της Κοινότητος Κ. Κονδυλένιο, 2) τα μέλη της Εφοροδημογεροντίας Αρμόδιο Στέργιο, Νικ. Καλπάκη, Γεωρ. Α. Τακά, Αλέξανδρο Μαστραντώνη και Κ. Ε. Λουτσίδη, 3) τον Κυβερνήτη Δωρίδος Πρωτοπαππά, 4) τρεις αξιωματικούς (υπογραφές δυσανάγνωστες), 5) τον Διευθυντή των Εκπαιδευτηρίων και 6) τους πολίτες Λυκούργο Ν. Τσάκωνα, Γεώργιο Ζ. Βουδούρης Σταύρο Μπατούρογλου, Αναστ. Ν. ......

Στο τελευταίο από 17.7.1922 πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας (σελ. 404), σχετικά με τις εκκλησίες, αναφέρεται ότι συγκεντρώθηκε ο λαός στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (μάλλον, του Κάτω) για να ακούσει της αποφάσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως για τη Δυτική Μ. Ασία. Συγκεκριμένα: «Σήμερον 17 Ιουλίου του έτους 1922 μετά την ακρόασιν του επισήμου Κειμένου των αποφάσεων της Ελληνικής Κυβερνήσεως περί Δυτ. Μ. Ασίας, συνελθών αυθορμήτως άπας ο λαός της ημετέρας Κοινότητος ανεξαρτήτου φυλής και θρησκεύματος εν τω Ναώ Αγ. Γεωργίου, αφού εξέφρασε την χαράν Αυτού, απεφάσισε να προβή εις την εκλογήν μικτής επιτροπής αποτελουμένης εκ των Εφοροδημογερόντων Κων Κωνστ. Κονδυλένιου, Βασιλ. Βασιλειάδου, Γεωρ. Τακά, Αρμ. Στεργίου, Αλεξ. Μαστραντώνη, Γεωργίου Κασούρη και Κωνστ. Λουτζίδου και του Κου Αρήφ ογλού Σερκέτ αντιπροσώπου της ενταύθα Τουρκικής Παροικίας, ήτις αφού προφορικώς εκφράση την χαράν και τας ευχαριστίας, συγχρόνως δε παρακαλέση Υμάς, όπως διαβιβάσητε τα ανωτέρω προς την Σεβαστήν Ελληνικήν Κυβέρνησιν και προς την εν Σμύρνη Ύπατην Αρμοστείαν».

Το πρακτικό υπογράφεται από τους Εφοροδημογέροντες Κ. Κονδυλένιο, Αρμόδιο Στέργιο, Γεώργιο Α. Τακά και Κ. Λουτζίδη.

Συμπερασματικά, με τον Κανονισμό του Ιανουαρίου 1908 ορίστηκε η εκ περιτροπής λειτουργία εκκλησιών του άνω και κάτω συμπλέγματος, δύο μήνες αργότερα (16.3.1908) αποφασίστηκε να λειτουργούν ο Άγιος Γεώργιος άνω και ο Άγιος Γεώργιος κάτω, αλλά η απόφαση άλλαξε και ορίστηκε να εφαρμοστεί ο Κανονισμός για την εκ περιτροπής λειτουργία, πριν αναχωρήσει ο Χρυσόστομος από την Τρίγλια τον Ιούλιο 1908. Μετά την επιστροφή του (Ιούνιος 1909), για τη δεύτερη εξορία του, και την απόφαση για ανέγερση νέων Σχολείων στη θέση της νέας Κεντρικής εκκλησίας, αποφασίστηκε (19.4.1910) 1) να λειτουργεί παντοτεινά ο Άγιος Ιωάννης, 2) από τις δύο εκκλησίες του κάτω συμπλέγματος να λειτουργεί η Παναγία τους έξι καλοκαιρινούς μήνες  και ο Άγιος Γεώργιος κάτω τους έξι χειμερινούς, ενώ στο άνω σύμπλεγμα (Άγιος Γεώργιος Κυπαρισσάς και Παντοβασίλισσα) θα εφαρμόζεται το σύστημα του Κανονισμού. Μετά την επιστροφή των Τριγλιανών στο χωριό τους από την Προύσα, στα τέλη του 1918, και τη δυσχερή  οικονομική κατάσταση της Κοινότητας, αποφασίστηκε την 26.4.1919 με ψηφοφορία 1) η λειτουργία μιας μόνο εκκλησίας και 2) η επιλογή της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου κάτω. Αν και στο πρακτικό της 8.9.1919 (σελ. 296) συζητήθηκε το θέμα του ανοίγματος και δεύτερης εκκλησίας (Άγιος Ιωάννης), αφενός απορρίφθηκε η πρόταση και αντ' αυτής αποφασίστηκε η πρόσληψη δεύτερου ιερέα, αφετέρου δεν βρέθηκε σχετικό πρακτικό στο επόμενο διάστημα. Τελικά, και στα δύο τελευταία πρακτικά πριν από το Μεγάλο διωγμό αναφέρεται ότι λειτουργούσε ο Άγιος Γεώργιος κάτω.


Οι Ιερείς της Τρίγλιας

Στην αρχή αυτού του κεφαλαίου θεωρώ υποχρέωσή μου να καταγράψω ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Χρύσανθου Γεράκη, αδελφού του παππού μου Πολυνείκη Γεράκη, για την προσφορά του στην Τρίγλια αλλά και τη Ραφήνα, όπου εγκαταστάθηκε μετά το Μεγάλο διωγμό του 1922.

Ο Χρύσανθος ήταν το δεύτερο τέκνο και το πρώτο αγόρι του προππάππου μου Ιωάννη (Μοσχογιάννη) Γεράκη, γεννήθηκε το 1868, απεβίωσε την 29.9.1929 και ετάφη δίπλα στο νότιο τοίχο της μικρής εκκλησίας (Παναγίτσα), στο ύψωμα πάνω από το νεκροταφείο της Ραφήνας. Στον περιφραγμένο τάφο του και στον μαρμάρινο σταυρό αναγράφεται «ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ Ι. ΓΕΡΑΚΗΣ, 1868-1929».

Ο Χρύσανθος παντρεύτηκε την Εριφύλη  Σταυρίδου, ανηψιά του Σακελλαρίου Κωνσταντίνου Σταυρίδου, ιερέως, και απέκτησαν την Χαρίκλεια την 15.1.1901, αλλά η Εριφύλη απεβίωσε ένα μήνα μετά τη γέννηση της κόρης της. Χειροτονήθηκε δόκιμος ιερέας σε ηλικία 29 ετών (1897) και το 1901 ιερέας, αν και σε πολλά πρακτικά του Κώδικα Πρακτικών της Τρίγλιας υπογράφει ως «ιερομόναχος», αλλά και σε πρακτικά του 1920 ως «Αρχιμανδρίτης». Είχε διοριστεί επανειλημμένως στο διάστημα από 1908 έως 1915, ιερέας στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου Άνω, όπου βρισκόταν και η πατρική του κατοικία, και είχε συνυπογράψει πολλά πρακτικά με την παρουσία του Χρυσόστομου, Μητροπολίτη Σμύρνης, στην Τρίγλια. Μετά την εγκατάστασή του στη Ραφήνα, δίδαξε μέχρι το θάνατό του σε σχολείο στο Δήλεσι. Η κόρη του Χαρίκλεια παντρεύτηκε στη Ραφήνα τον Μενέλαο Κανονίδη, βοηθό του Μιλτιάδη Κανονίδη, που είχε αναλάβει την κατασκευή του συνοικισμού της Ραφήνας, σύμφωνα με το βιβλίο «Ραφήνα-Αληθινές ιστορίες» του Θαν. Πιστικίδη (σελ. 65). Μετά το γάμο του, ο Μενέλαος εγκαταστάθηκε στη Ραφήνα και απέκτησαν δύο παιδιά την Στέλλα Κανονίδου, συζ. Γεωρ. Μπούτσικα, η οποία εξακολουθεί να ζει στη Ραφήνα (και αμφισβητεί αυτή την άποψη του Θαν. Πιστικίδη), και τον Χρήστο, ο οποίος απεβίωσε.
Σ.Σ. (11/3/2022) Η Στέλλα Κανονίδου απεβίωσε την 19/11/2020 στη Ραφήνα.

Επανερχόμενοι στο θέμα των ιερέων που διορίστηκαν και υπηρέτησαν στις εκκλησίες της Τρίγλιας, διαπιστώνουμε ότι στον Κώδικα Πρακτικών έχουν καταγραφεί πολλά στοιχεία σχετικά με το διορισμό των ιερέων, το μισθό και τις υποχρεώσεις τους, αλλά και τις καταγγελίες, που υποβλήθηκαν για μερικούς από αυτούς και τις ποινές που τους επιβλήθηκαν. Σημειώνεται ότι, οι ιερείς που υπηρέτησαν στις εκκλησίες της Τρίγλιας ήταν είτε Τριγλιανοί, όπως ο Χρύσανθος Γεράκης, ο Σακελλάριος Σταυρίδης και άλλοι είτε από άλλα μέρη, και οι περισσότεροι προσέφεραν πολλά σ' αυτόν τον τόπο και για το λόγο αυτό, θεωρώ ότι πρέπει να αναφερθούν τα ονόματά τους σ' αυτή την εργασία, ως ελάχιστο φόρο στη μνήμη τους. Υπενθυμίζεται ότι στην προηγούμενη ενότητα των Εκκλησιών έχει καταγραφεί ο Κανονισμός  της Ορθοδόξου Κοινότητος Τριγλίας με τα άρθρα που αφορούν στις εκκλησίες, τους Ιερείς και τους Επιτρόπους.

Δύο μήνες μετά την έγκριση του κανονισμού, στο πρακτικό της 23.4.1908 (σελ. 51) καταγράφεται  η κοινή συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας και των επιτρόπων εκκλησιών για τον αναδιορισμό των ιερέων της Κοινότητος: "... συσκεφθέντες περί του ζητήματος των ιερέων των ενοριών απεφάσισαν τον αναδιορισμόν των αυτών ιερέων δια το επιόν έτος των εφημεριών της κοινότητος συνωδά τω 10ω  άρθρω του επισήμου κανονισμού της κοινότητος".
Υπενθυμίζεται ότι στο άρθρο 9 (θ') του Κανονισμού ορίζονται τα δύο συμπλέγματα εκκλησιών (το κάτω από τις τέως ενορίες Αγ. Γεωργίου, Παναγίας και Αγ. Ιωάννου και το άνω από τις τέως ενορίες Αγ. Γεωργίου Κυπαρισσά, Παντοβασιλίσσης και Αγ. Δημητρίου) και στο άρθρο 10 (ι') περιγράφονται τα καθήκοντα και δικαιώματα της τριμελούς επιτροπής κάθε συμπλέγματος. Το πρακτικό αυτό υπογράφεται, εκτός από τους Εφοροδημογέροντες, και από τους επιτρόπους Ν. Νυστάζο, Δημητρό Ευγενού και Γεώργιο Στυλιανού, που σημαίνει ότι ο αναδιορισμός ιερέων αφορούσε στο άνω σύμπλεγμα εκκλησιών. Δυστυχώς, δεν έχει καταγραφεί στις προηγούμενες σελίδες του Κώδικα ο διορισμός ιερέων, ώστε να γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι αναδιορισμένοι, αλλά από το πρακτικό του επόμενου έτους (1909), στο οποίο επαναλαμβάνεται ο αναδιορισμός των ιερέων και αναφέρονται τα ονόματά τους, τεκμαίρεται ότι υπηρετούσαν οι ίδιοι.

Τον επόμενο χρόνο, στο πρακτικό της 25.4.1909 (σελ. 68) έχει καταγραφεί η κοινή συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας και των Επιτρόπων των εκκλησιών για τον αναδιορισμό των ιερέων και των μισθών τους. Αποφασίστηκε να παραμείνουν στις θέσεις τους οι ιερείς και προσελήφθη ο Αρχιμανδρίτης Βασίλειος ως ιερέας στο κάτω σύμπλεγμα «αντί του αποχωρήσαντος τέως αρχιερατικού ενταύθα επιτρόπου αιδεσίμου Οικονόμου παπά Χρήστου. Ως μισθός αυτών ετήσιος ωρίσθη υπό της συνεδριάσεως δια μεν τους ιερείς του κάτω συμπλέγματος ανά 1800 γρ. εις έκαστον δια δε του άνω συμπλέγματος ο εξής ετήσιος μισθός δια τον οσιώτατον Χρύσανθον Γεράκην γρ2000 δια δε τον Πανοσιώτατον Σακελλάριον κ. Κωνσταντίνον (σ.σ. θείος της συζύγου  του Χρύσανθου Γεράκη) γρ1600. Επίσης δε υποχρεούνται οι εν λόγω ιερείς όπως έκαστος εξ αυτών εναλλάξ μεταβαίνει εκάστην εβδομάδα και λειτουργεί εις την ιεράν Μονήν των Πατέρων. Εν περιπτώσει δε καθ' ην τις εκ των ρηθέντων ιερέων δεν μεταβή προς λειτουργείαν κατά την εβδομάδα αυτού θα αποζημιοί την Εφορείαν δι' 25 γροσίων άτινα θα περιέρχονται εις το Ταμείον της Μοναστηριακής Επιτροπής προς όφελος αυτής».

Παραμένουν ανεξήγητοι οι λόγοι της διαφοροποίησης των ετήσιων μισθών μεταξύ των ιερέων αφενός του άνω και του κάτω συμπλέγματος αφετέρου του άνω συμπλέγματος. Αλλά αυτή η διαφοροποίηση φαίνεται να εξακολουθεί και στα επόμενα χρόνια, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια. Επίσης, προκαλεί εντύπωση η ποινή που ορίστηκε για την ενδεχόμενη περίπτωση μη μετάβασης ιερέα στην Μονή Πατέρων, για να λειτουργεί κάθε εβδομάδα.

Τον επόμενο χρόνο, στο πρακτικό της 26.4.1910 (σελ. 98) έχει καταγραφεί η κοινή συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας και των Επιτρόπων του άνω συμπλέγματος, για τον αναδιορισμό των ιερέων και των μισθών τους. Αποφασίστηκε να παραμείνουν στις θέσεις τους οι ίδιοι ιερείς του άνω συμπλέγματος, δηλαδή ο αιδεσιμώτατος Σακελλάριος κυρ Κωνσταντίνος και ο οσιώτατος ιερομόναχος κυρ Χρύσανθος με τους ίδιους όπως και πέρυσι μισθούς. Επαναλαμβάνεται η υποχρέωση των δύο αυτών ιερέων «όπως μεταβαίνωσι καιρού επιτρέποντος εναλλάξ και λειτουργώσι εις το μοναστήριον των Αγίων Πατέρων, λαμβάνοντες ως επιμίσθιον δι' εκάστην λειτουργείαν το αναλογούν εκ των 20 γροσίων άτινα η Μοναστηριακή Επιτροπή ωρίσθη όπως δίδη ως ετήσιον μισθόν εις τους εν λόγω ιερείς». Στο πρακτικό του 1910 παρατηρείται σαφής διαφοροποίηση της υποχρέωσης των δύο ιερέων για τη μετάβαση και λειτουργία στη Μονή Πατέρων, αλλά και της αμοιβής τους για τη συγκεκριμένη υπηρεσία.

Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, συνεδρίασαν σε κοινή συνεδρίαση η Εφοροδημογεροντία και οι Επίτροποι του κάτω συμπλέγματος (26.4.1910, σελ. 99) για τους ιερείς αυτού του συμπλέγματος και τη λειτουργία των εκκλησιών και «απεφασίσθη όπως ιερείς παραμείνωσι οι αυτοί οίοι και πέρυσι, δηλ. ο αιδεσιμώτατος ιερεύς παπα Χρήστος και ο Πανοσιώτατος Αρχιμ. κυρ Βασίλειος με τον αυτό ετήσιον μισθόν αντί 1800 γρ. Και εφέτος μεν διορίζεται εις τον Άγιον Ιωάννην ο αιδέσιμος κυρ Χρήστος εις δε τας άλλας δύο Εκκλησίας ο αρχιμανδρίτης κυρ Βασίλειος. Το επόμενον δε έτος ο μεν τελευταίος θα μετατεθή εις τον Άγιον Ιωάννην ο δε πρώτος εις τας δύο κάτω Εκκλησίας Αγίου Γεωργίου και Παναγίας».

Μετά το θάνατο του Σακελλαρίου Κωνσταντίνου Σταυρίδου, ιερέα του άνω συμπλέγματος, η Εφοροδημογεροντία αποφάσισε, στην από 31.12.1910 συνεδρίαση (σελ. 109), την πρόσληψη του πρωτοπρεσβύτερου Μιχαήλ με τις ίδιες υποχρεώσεις του θανόντος, αλλά με μειωμένο μηνιαίο μισθό 150 γρ, αντί των 195 γρ που λάμβανε ο προκάτοχός του.

Τον επόμενο χρόνο, στο πρακτικό της 25.4.1911 (σελ. 120) συζήτησαν σε κοινή συνεδρίαση η Εφοροδημογεροντία και οι Επίτροποι των εκκλησιών, για το θέμα των ιερέων, και αποφασίστηκε ο διορισμός 1) του Πανοσιώτατου Αρχιμανδρίτη κυρ Βασιλείου στον Άγιο Γεώργιο κάτω με ετήσιο μισθό 1000 γρόσια (σημαντικά μειωμένος), 2) του αιδέσιμου ιερέως κυρ Χριστόδουλου στον Άγιο Ιωάννη με ετήσιο μισθό 1800 γρόσια, 3) του οσιώτατου ιερομονάχου κυρ Χρύσανθου στον Άγιο Γεώργιο άνω με ετήσιο μισθό 2000 γρόσια, και 4) ανατίθεται στην Ιερά Μητρόπολη η εξεύρεση και ο διορισμός κατάλληλου ιερέως για την ενορία της Παντοβασίλισσας με ετήσιο μισθό που δεν θα υπερβαίνει τα 1700 γρόσια. Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 4.10.1911 (σελ. 128) αναγνώσθηκε η από 29.9.1911 επιστολή του Αγίου Προύσης, με την οποία δηλώνεται ότι διορίστηκε ως Αρχιερατικός Επίτροπος και εφημέριος του κάτω συμπλέγματος ο Πανοσιολ. Αρχιμ. Αγαθάγγελος. Δύο μήνες αργότερα (6.12.1911, σελ. 133), όμως, έγινε καταγγελία εναντίον του εφημερίου Αγαθαγγέλου, στάλθηκε επιστολή προς τον Μητροπολίτη για την παύση του, ο Μητροπολίτης απάντησε ότι ο εφημέριος απέκρουσε τις κατηγορίες αλλά στάλθηκε και δεύτερη επιστολή, στην οποία εξετέθη εν εκτάσει το θέμα και ζητήθηκε η ανάκλησή του. Μετά από κοινή σύσκεψη της Εφοροδημογεροντίας και της Εκκλησιαστικής Επιτροπής αποφασίστηκε η παύση του εφημερίου, επειδή η περαιτέρω παραμονή του ήταν επιζήμια ηθικά και υλικά και υπήρχε φόβος να λάβει σοβαρές διαστάσεις το θέμα. Στο πρακτικό της 17.12.1911 (στην ίδια σελίδα) αναφέρεται ότι ο Μητροπολίτης επικύρωσε, με την υπ' αριθμ. 212/14.12.1911 επιστολή του, την παύση του τέως εφημερίου, έδωσε στην Εφοροδημογεροντία το δικαίωμα να τον αντικαταστήσει και διορίστηκε προσωρινά ο Αιδεσιμώτατος Αθανάσιος με μηνιαίο μισθό 150 γρόσια, με παροχή κατοικίας εντός της σχολής.

Στο πρακτικό της 25.4.1912 (σελ. 141) καταγράφεται η κοινή συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας και των Επιτρόπων, για τον αναδιορισμό και μετάθεση των ιερέων και αποφασίστηκε «Ο μεν Παπα Χριστόδουλος Σταυρίδης διορίζεται Εφημέριος του Κάτω συμπλέγματος, ο Πανοσιότατος Αρχιμ. Βασίλειος Ιωαννίδης ως τοιούτος εις την Ι. Εκκλησίαν του Αγίου Ιωάννου, ο δε Παπα Χρύσανθος εις το Άνω σύμπλεγμα δι' εν έτος αρχόμενον από της 23 Απριλίου 1912 και λήγον τη 23 Απριλίου 1913, άπαντες επί ετησίω μισθώ χιλίων διακοσίων γροσίων. Προκειμένου δε περί ιερέως δια τας καθ' ημάς Ι. Μονάς απεφασίσθη όπως η περί τούτου φροντίς ανατεθή τη Μοναστηριακή Επιτροπή». Παρατηρείται σημαντική μείωση των μισθών των ιερέων, με την απόφαση αυτή, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αλλά άλλαξε, δύο ημέρες αργότερα (27.4.1912, σελ. 142), ως προς τον ιερέα Βασίλειο Ιωαννίδη. Συγκεκριμένα, μετά από αναφορά ενοριτών του Αγίου Ιωάννου «αδύνατος τυγχάνει η υπηρεσία του ιερέως Βασιλείου εν τη Ιερά Εκκλ. της εν λόγω ενορίας» και η Εφοροδημογεροντία αποφάσισε να παραμείνει μεν ως εφημέριος της ενορίας Αγίου Γεωργίου ο ιερέας Χριστόδουλος με ετήσιο μισθό 1200 γρόσια και για τον ιερέα Βασίλειο παρακαλείται η Μοναστηριακή Επιτροπή να τον τοποθετήσει ως ιερέα των Ιερών Μονών και για την κενή θέση ιερέως του Αγίου Ιωάννου ανατέθηκε στην Ιερά Μητρόπολη να βρει και να διορίσει το κατάλληλο πρόσωπο. Η υπόθεση αυτή, όμως, έχει και συνέχεια, όπως φαίνεται στο πρακτικό της 30.4.1912 (στην ίδια σελίδα 133), αφού στην κοινή συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας και των Επιτρόπων του Αγίου Ιωάννου συζητήθηκε το θέμα  των δύο αναφορών που υποβλήθηκαν από αντίθετες μερίδες ενοριτών υπέρ και κατά του Αρχιμ. Βασιλείου και αποφασίστηκε, προς ικανοποίηση και των δύο πλευρών, να διορισθούν ο Αρχιμ. Βασίλειος και ο Σύγγελος Καλλίνικος, ως συνεφημέριοι με ετήσιο μισθό 1000 γρόσια καθένας, με τον όρο εναλλάξ κάθε εβδομάδα ο μεν ένας να λειτουργεί στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννου  και ο άλλος στην Ιερά Μονή των Πατέρων ή στη Μονή Αγ. Ιωάννου της Πελεκητής, ικανοποιουμένης έτσι και της Μοναστηριακής Επιτροπής . Τα τυχερά θα διανέμονται εξ ημισείας μεταξύ των δύο συνεφημερίων, δηλαδή ο λειτουργών στην Ιερά Μονή θα απολαμβάνει τα εκεί τυχερά και ο λειτουργών στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννου θα απολαμβάνει τα της εκκλησίας. Το μηνιαίο φώτισμα θα τελούν οι δύο εφημέριοι εναλλάξ και τα δικαιώματα των γάμων, βαπτίσεων, κηδειών, μνημοσύνων και αναγνώσεως διαφόρων ευχών στα σπίτια θα διανέμονται εξ ημισείας. Εγκρίθηκε να πληρώνει ετησίως η Μοναστηριακή Επιτροπή στον ταμία της Εφοροδημογεροντίας 800 γρόσια, ως επίδομα για τον ιερέα που θα λειτουργεί στις Μονές.

Υπενθυμίζεται ότι, όπως αναλύεται στην 8η ιστορία αυτής της Ενότητος (Η Διοίκηση της Τρίγλιας και η Εφοροδημογεροντία), το 1913 ήταν μια δύσκολη χρονιά για την Τρίγλια, λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης, που είχε σαν αποτέλεσμα την παραίτηση το Μάιο 1913 της Εφοροδημογεροντίας, που είχε εκλεγεί τον Ιανουάριο. Μέσα σ' αυτό το κλίμα, φαίνεται ότι δεν πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας για το διορισμό ιερέων, των οποίων η θητεία έληξε στις 23.4.1913. Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 19.5.1913 (σελ. 177), εγκρίθηκε «όπως πληρωθή η θέσις κανονικού ιερέως της ενορίας Αγίου Ιωάννου, ως τοιούτος δε ενεκρίθη όπως ορισθή ο προσωρινός ιερατεύων αιδεσιμώτατος κ. Βασίλειος Ιωακειμίδης με ετήσιον μισθόν των Γρ. 1200 χιλίων διακοσίων, προσκληθείς δε ούτος και λαβών γνώσιν του διορισμού του επισήμως εδήλωσεν ότι αποδέχεται τον μισθόν αυτόν και ότι θα εργασθή τιμίως ευσυνειδήτως και χριστιανικώς θα εκπληρεί τα καθήκοντά του». Παρατηρείται, βέβαια, ότι ο συγκεκριμένος ιερέας της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου αναγράφεται με το επώνυμο «Ιωαννίδης» στο πρακτικό της 25.4.1912 (σελ 141) και με το επώνυμο «Ιωακειμίδης» στο πρακτικό της 19.5.1913 (σελ. 177), αλλά και στα επόμενα.

Οι ιερείς της Τρίγλιας ασχολήθηκαν, εμμέσως, και με τα κοινοτικά θέματα, όπως πχ το Φεβρουάριο 1914, ως Εφορευτική Επιτροπή για την εκλογή Εφοροδημογεροντίας και Μοναστηριακής Επιτροπής, δεδομένου ότι δεν είχαν προσέλθει πολίτες στη Γενική Συνέλευση. Λεπτομέρειες, για τη διαδικασία διανομής των ψηφοδελτίων από τους ιερείς, τη διενέργεια της ψηφοφορίας, το άνοιγμα της σφραγισμένης κάλπης από τους ιερείς με την παρουσία πολιτών και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, αναγράφονται στην 8η ιστορία αυτής της Ενότητας (Η Δοίκηση της Τρίγλιας και η Εφοροδημογεροντία). Οι ιερείς που υπέγραψαν το σχετικό πρακτικό (25.2.1914, σελ. 196) ήταν ο ιερέας Χριστόδουλος Σταυρίδης Βουγλίτσης, ο Ιερομόναχος Χρύσανθος Γεράκης, και ο πατέρας Βασίλειος Ιωακειμίδης.

Στο πρακτικό της 25.4.1914 (σελ. 205) καταγράφεται η έκτακτη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας, για το διορισμό των ιερέων της Κοινότητος. «Ούτω ιερεύς των δύο εκκλησιών του κάτω συμπλέγματος – Μητροπόλεως και Αγίου Γεωργίου κάτω- διωρίσθη ο και πέρυσιν ευδοκίμως εργασθείς δι' εν έτος Αιδεσιμώτατος Χριστόδουλος Σταυρίδης με ετήσιον μισθόν Γρ. 1200. Της ενορίας του Αγίου Ιωάννου ο και πέρυσιν επίσης ευδοκίμως εργασθείς Αιδεσιμώτατος Βασίλειος Ιωακειμίδης με ετήσιον μισθόν Γρ. 1500 δι' εν έτος. Του άνω συμπλέγματος ο και πέρυσιν ευδοκίμως εργασθείς Ιερομόναχος Χρύσανθος Γεράκης δι' εν έτος με ετήσιον μισθόν Γρ. 1200».

Από το πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 9.12.1914 (σελ. 213) προκύπτει ότι είχε επιβληθεί από τη Μητρόπολη Προύσας ποινή αργίας στους ιερείς της Κοινότητας αφού «εν τη συνεδρία ταύτη ενεκρίθη όπως προσωρινώς μέχρι της προσεχούς Κυριακής δοθή εις τους ιερείς της Κοινότητός μας η απαιτούμενη κανονική άδεια του να εκτελώσιν τα θρησκευτικά αυτών καθήκοντα, παρά την επιβληθείσαν εις αυτούς αργίαν υπό της Ιεράς Μητροπόλεως Προύσης, οπότε ελπίζεται ότι θα κανονισθή το ζήτημα το προκαλέσαν την αργίαν».

Η έκτη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 23.4.1915 (σελ. 221) με τις Εκκλησιαστικές Επιτροπές, είχε ως αντικείμενο τον αναδιορισμό των ιερέων, και εγκρίθηκε «όπως συνεχίσωσιν οι ιερείς τα θρησκευτικά αυτών καθήκοντα εις τους ιδίους Κοινοτικούς ημών ναούς και υπό τους ιδίους όρους, ούτω ιερεύς του κάτω συμπλέγματος Παναγία Μητροπόλεως και Αγίου Γεωργίου αναδιοριζόμενος και αύθις ο Αιδεσιμώτατος Χριστόδουλος Σταυρίδης δια το τρέχον έτος 1915-6 με ετήσιον μισθόν Γρ 1200 του άνω συμπλέγματος Παντοβασιλίσσης και Αγίου Γεωργίου ο Πανοσιώτατος Χρύσανθος Γεράκης με ετήσιον μισθόν Γρ 1200 της ενορίας δε Αγίου Ιωάννου ο Αιδεσιμώτατος Βασίλειος Ιωακειμίδης με ετήσιον μισθόν Γρ 1500».

Αυτό ήταν το τελευταίο πρακτικό πριν από τον πρώτο διωγμό (εξορία) των Τριγλιανών στην Προύσα τον Ιούλιο 1915. Στην επόμενη σελίδα 222 έχει καταγραφεί το από 31.12/13.1.1917 έγγραφο του Ευγένιου Καλαφάτη σχετικά με τα ιερά σκεύη, άμφια και αργυρά αντικείμενα, ο κατάλογος των οποίων παραδόθηκε από τον Αιδ. Χρύσανθο (Γεράκη) στην Ιερά Μητρόπολη Προύσας και λεπτομερώς περιγράφεται στην 7η ιστορία αυτής της Ενότητας (Εικόνες και Ιερά αντικείμενα εκκλησιών, στην περίοδο 1915-1918).

Μετά την επιστροφή των Τριγλιανών στο χωριό τους, στα τέλη του 1918, και το μεγάλο οικονομικό πρόβλημα της Κοινότητας, πραγματοποιήθηκε Γενική Συνέλευση (26.4.1919, σελ. 272) στην οποία συζητήθηκε εκτενώς το θέμα της λειτουργίας μιας ή δύο εκκλησιών με αντίστοιχους έναν ή δύο ιερείς. Το πρακτικό αυτό περιγράφεται αναλυτικά στο κεφάλαιο «Εκκλησίες της Τρίγλιας», υπερψηφίστηκε η πρόταση για μία εκκλησία και μεταξύ των τριών υποψηφίων υπερψηφίστηκε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου κάτω.

Τρείς μήνες αργότερα (23.7.1919, σελ. 282) η Εφοροδημογεροντία συνεδρίασε για να συζητήσει την πρόταση των ιεροψαλτών και των επιτρόπων του ιερού ναού ότι ο μισθός τους των 4 λιρών ήταν ανεπαρκής και η Εφοροδημογεροντία αποφάσισε να τον αυξήσει στα 600 Γρ.

Στο πρακτικό της 11.8.1919 (σελ. 287) της Εφοροδημογεροντίας συζητήθηκε, εκτός των άλλων, και το θέμα του ιερέα της Κοινότητος (χωρίς να αναφέρεται το όνομά του και χωρίς να έχει βρεθεί προηγούμενο πρακτικό για τον διορισμό του) και συγκεκριμένα για τη συμφωνία του με την προηγούμενη Εφοροδημογεροντία «όπως μετά την διακοπήν του Πατριαρχικού επιδόματος πληρώνηται παρ' αυτής κατά μήνα με 500 γρόσια ανεγνώρισε και εκανόνισεν η παρούσα Εφοροδημογεροντία τον διακανονισμόν της τέως Εφορίας παρά τας αντιρρήσεις τινών εκ των Εφόρων της τέως Εφορίας καθ' ας εσυμφώνησαν να μη πληρώνηται ο Ιερεύς. Ανεγνωρίσθη δε το δίκαιον του Ιερέως καθότι η προκάτοχος Εφοροδημογεροντία μετά την συμφωνίαν επλήρωνε ως απεδέχθη ... είναι εν τοις πράγμασι να πληρώνη τον Ιερέα».

Ένα μήνα αργότερα, στη Γενική Συνέλευση της 8.9.1919 (σελ. 296) συζητήθηκε, εκτός των άλλων, και το θέμα του ανοίγματος και δεύτερου ναού (Αγ. Γεώργιος Άνω) αλλά η Εφοροδημογεροντία ήταν αντίθετη και, τελικά, επικράτησε η άποψη του Αριστοφάνη Κασούρη να μην ανοίξει δεύτερη εκκλησία αλλά να προσληφθεί δεύτερος ιερέας. Το θέμα αυτό περιγράφεται αναλυτικά στο κεφάλαιο «Οι εκκλησίες της Τρίγλιας».

Ένα μήνα αργότερα (8.10.1919, σελ. 301), συνεδρίασε πάλι η Εφοροδημογεροντία «ίνα προλάβη συγκρούσεις μεταξύ των ιερέων της Κοινότητος κατά την εξάσκησιν των καθηκόντων αυτών έκρινε καλόν όπως ορίση το ποίμνιον εκάστου ούτως ως και έκπαλαι ήτο κεκανονισμένον. Και ώρισεν όπως αι ενορίαι Αγίου Γεωργίου άνω, Αγίου Δημητρίου και Παντοβασιλίσσης απαρτίζουσι το πνευματικόν ποίμνιον του ιερατεύοντος εν τη ιερά εκκλησία Αγίου Γεωργίου Άνω, αι δε ενορίαι Αγίου Γεωργίου κάτω, Μητροπόλεως και Αγ. Ιωάννου αποτελέσωσι το πνευματικόν ποίμνιον του ιερατεύοντος εν τη ιερά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου κάτω. Και ταύτα μεν έδοξε όσον αφορά δια τας βαπτίσεις, γάμους, θανάτους κλπ όσον δ' αφορά τους αγιασμούς εχωρίσθη η κωμόπολις καταλλήλως δια της κεντρικής της αγοράς οδού (σ.σ. υποθέτω ότι εννοεί τη σημερινή Eski Pazar Cad) εις δύο ων το μεν άνω ωρίσθη τω Αγ. Γεωργίω τω άνω το δε κάτω τω κάτω». Στην τελευταία παράγραφο του πρακτικού αναφέρεται ότι κλήθηκαν οι δύο ιερείς για να τους ανακοινωθεί η απόφαση της Εφοροδημογεροντίας και «ο μεν ιερεύς Νεόφυτος προσήλθεν ευχαρίστως και εδέχθη την γενομένην κατανομήν ο δε ιερεύς Χρήστος Βουγλίτσης δεν υπήκουσεν εις την γενομένην πρόσκλησιν εφ' ω η Εφοροδημογεροντία έγνω όπως επιβάλη αυτώ πρόστιμον μιάς Λίρας». Η ποινή εκτελέστηκε και στο πρακτικό της 27.11.1919 (σελ. 304) καταγράφεται η παραλαβή μιας ΛΤ από τον ιερέα Χριστόδουλο Βουγλίτση.

Από τα πρακτικό αυτό (8.10.1919) προκύπτουν και τα ονόματα των δύο ιερέων, που διορίστηκαν στην περίοδο μετά την επιστροφή των Τριγλιανών από την εξορία τους στην Προύσα, και υποθέτω ότι ο πρώτος ήταν ο Χρήστος Βουγλίτσης (σ.σ. υποθέτω ότι είναι ο ίδιος που αναφέρεται σε άλλα πρακτικά ως Χριστόδουλος Σταυρίδης Βουγλίτσης) και ο δεύτερος, που διορίστηκε μετά την 8.9.1919, ήταν ο ιερέας Νεόφυτος, χωρίς να έχουμε στοιχεία αφενός για το επώνυμό του αφετέρου για τους μισθούς τους.

Συμπερασματικά, μετά τον Κανονισμό του Ιανουαρίου 1908, αναδιορίστηκαν οι ιερείς του άνω και κάτω συμπλέγματος και από το πρακτικό του 1909 προκύπτει ότι ήταν συνολικά τέσσερις και ο ένας από τους δύο του άνω συμπλέγματος ήταν ο παπα Χρήστος Οικονόμου και στη θέση του διορίστηκε το 1909 ο πατέρας Βασίλειος (δεν αναγράφεται το επώνυμό του), ενώ για το άνω σύμπλεγμα οι ιερείς ήταν ο Χρύσανθος Γεράκης και ο Σακελλάριος Κωνσταντίνος Σταυρίδης. Για το κάτω σύμπλεγμα διορίστηκαν πάλι το 1910 ο Χρύσανθος Γεράκης και ο Σακελλάριος Κωνσταντίνος Σταυρίδης, ενώ για το άνω και πάλι οι ίδιοι, δηλαδή ο αιδ. παπα Χρήστος και ο Αρχιμ. κυρ Βασίλειος και συνολικά τέσσερις ιερείς. Μετά το θάνατο του Σακελλάριου Κωνσταντίνου Σταυρίδη αποφασίστηκε την 31.12.1910 ο διορισμός του πρωτοπρεσβύτερου Μιχαήλ. Το 1911 διορίστηκαν οι ίδιοι δύο (κυρ Βασίλειος και κυρ Χριστόδουλος Σταυρίδης) στο κάτω σύμπλεγμα και ο Χρύσανθος Γεράκης στο άνω και η Μητρόπολη διόρισε τον αιδ. Αγαθάγγελο στο άνω (για την Παντοβασίλισσα) αλλά σύντομα ζητήθηκε η παύση του και διορίστηκε προσωρινά ο αιδ. Αθανάσιος, δηλαδή και πάλι συνολικά 4 ιερείς. Το 1912 ο Χριστόδουλος Σταυρίδης μετατέθηκε στο κάτω σύμπλεγμα (Αγ. Γεώργιος κάτω) και ο Βασίλειος Ιωαννίδης (μάλλον Ιωακειμίδης) στον Αγ. Ιωάννη, ενώ ο Χρύσανθος Γεράκης αναδιορίστηκε στο άνω. Δημιουργήθηκε θέμα με την παραμονή του Αρχιμ. Βασιλείου στον Αγ. Ιωάννη και η Εφοροδημογεροντία αποφάσισε την πρόσληψη και του Σύγγελου Καλλίνικου ως συνεφημέριου με όρο να λειτουργεί καθένας εναλλάξ κάθε εβδομάδα στον Άγιο Ιωάννη και στη Μονή Πατέρων, δηλαδή αρχικά ήταν τρεις και προσλήφθηκε τέταρτος για την αντιμετώπιση του προβλήματος που δημιουργήθηκε από τους ενορίτες. Για το 1913 αναφέρεται μόνο η πλήρωση της θέσης του ιερέα του Αγ. Ιωάννου, με τον αιδ. Βασίλειο Ιωακειμίδη, αλλά από την ψηφοφορία που έγινε από τους ιερείς την 25.2.1914, προκύπτει ότι υπηρετούσαν  τότε ο ιερέας Χριστόδουλος Σταυρίδης Βουγλίτσης, ο Ιερομόναχος Χρύσανθος Γεράκης και ο πατέρας Βασίλειος Ιωακειμίδης, δηλαδή τρεις ιερείς. Οι ίδιοι ιερείς αναδιορίστηκαν και την 25.4.1914 και συγκεκριμένα ιερέας των δύο εκκλησιών του κάτω συμπλέγματος (Μητροπόλεως και Αγίου Γεωργίου κάτω) διορίστηκε ο αιδ. Χριστόδουλος Σταυρίδης, της ενορίας του Αγίου Ιωάννου ο αιδ. Βασίλειος Ιωακειμίδης και του άνω συμπλέγματος ο Ιερομόναχος Χρύσανθος Γεράκης, δηλαδή και πάλι τρεις ιερείς. Με το τελευταίο πρακτικό (23.4.1915), πριν τον πρώτο διωγμό, αναδιορίστηκαν οι ίδιοι ιερείς και συγκεκριμένα στο κάτω σύμπλεγμα (Παναγία Μητροπόλεως και Αγ. Γεώργιος) ο αιδ. Χριστόδουλος Σταυρίδης, στο άνω σύμπλεγμα (Παντοβασιλίσσης και Αγίου Γεωργίου) ο Πανοσιώτατος Χρύσανθος Γεράκης και στην ενορία Αγίου Ιωάννου ο αιδ. Βασίλειος Ιωακειμίδης, δηλαδή και πάλι τρεις ιερείς. Μετά την επιστροφή των Τριγλιανών στο χωριό τους, στα τέλη του 1918, συζητήθηκε σε Γενική Συνέλευση (26.4.1919) το θέμα της λειτουργίας μιας ή δύο εκκλησιών με αντίστοιχους έναν ή δύο ιερείς και υπερψηφίστηκε η πρόταση για μία εκκλησία και μεταξύ των τριών υποψηφίων υπερψηφίστηκε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου κάτω. Αν και δεν βρέθηκε πρακτικό για το διορισμό ιερέα μετά την απόφαση για λειτουργία μιας εκκλησίας και ενός ιερέα, από τα επόμενα πρακτικά συμπεραίνεται ότι αυτός που διορίστηκε το Απρίλιο 1919 ήταν ο Χρήστος Βουγλίτσης (σ.σ. ή Χριστόδουλος Σταυρίδης Βουγλίτσης, όπως αναφέρεται σε άλλα πρακτικά) και αυτός που προσλήφθηκε μετά την 8.9.1919 ήταν ο ιερέας Νεόφυτος, χωρίς να έχουμε στοιχεία για το επώνυμό του.


Οι Επίτροποι Εκκλησιών της Τρίγλιας

Στο πρακτικό της Γεν Συνέλευσης της 9.1.1908 (σελ. 36), υπό την  προεδρία του Ναθαναήλ, Μητροπολίτη Προύσας, έλαβε το λόγο ο Χρυσόστομος, Μητροπολίτης Δράμας, και εισηγήθηκε, εκτός από την εκ περιτροπής λειτουργία των εκκλησιών, και 1) τη μείωση των εκκλησιαστικών επιτροπών σε δύο τριμελείς για το κάτω σύμπλεγμα (Αγ. Γεώργιος κάτω, Παναγία Μητροπόλεως και Άγιος Ιωάννης) και για το άνω σύμπλεγμα (Άγιος Γεώργιος Κυπαρισσιώτης και Παντοβασίλισσα) και 2) τον ορισμό ενός κεντρικού κοινοτικού ταμείου, στο οποίο θα υποβάλλουν τους λογαριασμούς οι επιτροπές κάθε μήνα.

Στη Γενική Συνέλευση της 13.1.1908 (σελ. 39), υπό την προεδρία του Χρυσόστομου, εκτός από την έγκριση του Κανονισμού της Ορθοδόξου Κοινότητος Τρίγλιας, εξελέγησαν επίτροποι 1) για το κάτω σύμπλεγμα οι κ. Φίλιππος Χ''Αποστόλου, Δημήτριος Γεωργίου και Δημοσθένης Τακάς, και 2) για το άνω οι κ. Γεώργιος Στυλιανού, Ν. Νυστάζος και Δημήτριος Ευγενού.

Στο επόμενο πρακτικό της 2.2.1908 (σελ. 41), ο Σωτήριος Αβράμογλου δήλωσε, ιδιωτικώς μεν αλλά με το κύρος του Κώδικα, ότι, ως (σ.σ. μάλλον, πρώην) επίτροπος της Παναγίας Μητροπόλεως, το ελαιοτόπιο στη θέση Πουλιά ιδιοκτησίας της ιεράς εκκλησίας που είχε πουληθεί στον Βασίλειο Δάσκαλον ..., μεταπουλήθηκε και αγοράστηκε πάλι από την εκκλησία για να γίνη εκκλησιαστικό κτήμα της Κοινότητος και επειδή δεν ήταν δυνατόν να γραφτεί στα Κυβερνητικά αρχεία στο όνομα της εκκλησίας γράφτηκε στο δικό του όνομα, ως επιτρόπου της εκκλησίας, και δήλωσε, προς γνώση των κληρονόμων του, ενώπιον των συμπολιτών του, ότι το κτήμα αυτό δεν είναι δικό του αλλά αγοράστηκε με χρήματα της εκκλησίας.

Το επόμενο έτος και στη Γενική Συνέλευση της 11.1.1909 (σελ. 64), υπό την προεδρία του Δωροθέου, Μητροπολίτη Προύσας, συζητήθηκαν η εκλογή των μελών της Εφοροδημογεροντίας και των Επιτρόπων των εκκλησιών, με μυστική ψηφοφορία: Φίλιππος Χ''Αποστόλου (23), Δημήτριος Ευγενού (21), Δημοσθένης Τακάς (19), Νικόλαος Νυστάζος (17), Γεώργιος Στυλιανού (14) και Δημήτριος Τακάς (12) με επιλαχόντες τους Φίλιππο Καβούνη (11), Δημήτριο Γιαννικίδη (11) και Ιωάννη Κοκκαλά (9).

Στη συνεδρίαση της 11.1.1910 (σελ. 85) των προκρίτων του άνω και κάτω συμπλέγματος, υπό την προεδρία του Αρχιδιακόνου της Ι.Μ. Προύσης κ. Δωροθέου, εξελέγησαν ως Επίτροποι: 1) για το κάτω σύμπλεγμα οι Αναστάσιος Βελισάρης, Θεοδόσιος Οξούζογλου και Βασίλειος Κουτουπάς και 2) για το άνω οι Ιορδάνης Ν. Τακάς, Αθανάσιος Χ''Θάνου και Δημήτριος Μισοκύλης. Μετά την παραίτηση 1) του Αναστασίου Βελισάρη από τον κάτω σύμπλεγμα συντάχθηκε πρακτικό την επόμενη ημέρα (12.1.910, σελ. 86), υπό την προεδρία του ιδίου Αρχιδιακόνου, και αυτός αντικαταστάθηκε με τον Αναστάσιο Μιχαλιτζή, 2) του Επιτρόπου Αγ. Γεωργίου άνω Ιορδάνη Τακά, και αυτός αντικαταστάθηκε, με άλλο πρακτικό (12.1.910, σελ. 86), με τον Χρυσόστομο Γάγαλο, 3) του επιτρόπου Παντοβασιλίσσης Αθ. Χ''Θάνου, και αυτός αντικαταστάθηκε με άλλο πρακτικό (12.1.910, σελ. 87) με τον Μενέλαο Π. Πατρή και 4) του Επιτρόπου Αγίου Δημητρίου Δημητρίου Μισοκύλη και αυτός αντικαταστάθηκε με το ίδιο πρακτικό με τον Δημήτριο Βεξιγιάννη.

Στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της 19.4.1910 (σελ. 93), υπό την προεδρία του Χρυσόστομου, Μητροπολίτη Σμύρνης, εξελέγησαν: 1) για τον Αγ. Ιωάννη οι Σταύρος Καραδιαμαντής, Στέφανος Μπαρουκτσής και Δημ. Νανάης, 2) για τον Αγ. Ιωάννη (σ.σ. προφανές λάθος) οι Ζαφ. Γιατζόγλης, Βασιλ. Κουτουπάς και Θεοδ. Ορφανίδης.

Στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της 8.1.1912 (σελ. 136) αποφασίστηκε, εκτός των άλλων «Προκειμένου περί Εκκλησιαστικών επιτροπών απεφασίσθη όπως η διορισθείσα και εκλεγείσα Εφοροδημογεροντία συνεννοουμένη μετά των σχετικών ενοριών εκλέξη τους επιτρόπους των Ιερών Εκκλησιών». Λίγες ημέρες αργότερα, στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 13.1.1912 (σελ. 138) αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, να προσκληθούν οι ενορίτες για να διοριστούν οι Επίτροποι των εκκλησιών. Δεν βρέθηκε πρακτικό στις επόμενες σελίδες για το διορισμό Επιτρόπων, αλλά στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 25.4.1915 (σελ. 141), με τη συμμετοχή των εκκλησιαστικών επιτρόπων, για τον διορισμό ιερέων, υπογράφουν και οι ακόλουθοι Επίτροποι: Δημήτριος Σ. Δεληγιάννης, Γεώργιος ..ρήγος, Βασίλειος Γιαρένης, Βασίλειος Χ''Ζαφίρης.

Στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της 12.1.1914 (σελ. 190), καταγράφεται, εκτός των άλλων, και το θέμα της αποχώρησης του Βασιλείου Κουτουπά, Επιτρόπου της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου κάτω, και της αντικατάστασής του από τον Νικόλαο Δ. Τσιρακμάνη. Στη συνέχεια αναφέρεται ότι «των λοιπών Επιτρόπων ως εκλεγέντων πέρυσι μελλόντων να συνεχίσωσι προς συμπλήρωσιν της διετούς αυτών περιόδου εκτός του κ. Βαιλείου Γιαρένη όστις ως ασθενών από πολλού αντικατεστάθη υπό του κ. Ιορδάνου Νικολ. Τακά».

Στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της 11.1.1915 (σελ. 215) καταγράφεται, εκτός των άλλων: «Όσον αφορά δε εις τας εκ/κάς επιτροπάς απεφασίσθη να παρακληθώσιν, όπως παραμείνωσιν  οι αυτοί επίτροποι. Εάν δε τυχόν τι εκ των μελών αυτών κατηγορηματικώς ήθελεν αρνηθή να εξακολουθήση εργαζόμενον ανατίθεται η αντικατάστασις εις την έντιμον Εφοροδημογεροντίαν». Με δεδομένο ότι, δεν βρέθηκε πρακτικό διορισμού εκκλησιαστικών επιτρόπων, για το 1914 και το 1915, εκτός εκείνου για την αντικατάσταση του Βασιλ. Γιαρένη με τον Ιορδ. Τακά, δεν γνωρίζουμε τα ονόματα των επιτρόπων των εκκλησιών που υπηρέτησαν στην περίοδο μέχρι τον Ιούλιο 1915. 

Όπως είναι γνωστό, τον Ιούλιο 1915 οι Τριγλιανοί εκτοπίστηκαν στην Προύσα και επέστρεψαν στα τέλη του 1918. Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 27.8.1919 (σελ. 191) καταγράφεται, εκτός των άλλων, και ο διορισμός του Αλέξανδρου Μαστραντώνη ως Επιτρόπου του Ιερού Ναού Αγ. Γεωργίου (σ.σ. προφανώς, του κάτω, αφού λίγους μήνες πριν, την 26.4.1919, είχε αποφασιστεί η λειτουργία μόνον αυτής της εκκλησίας).

Αυτό είναι και το τελευταίο πρακτικό στο οποίο αναφέρονται Επίτροποι των εκκλησιών της Τρίγλιας.


Μάκης Αποστολάτος

Συμπληρωματικά, στο θέμα των Ιερέων της Τρίγλιας, παρουσιάζεται και ένα μέρος της από 11/5/1902 ανταπόκρισης από την Τρίγλια, που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 105 της 16/5/1902 της ημερήσιας εφημερίδας "Κωνσταντινούπολις" (https://triglianoi.gr/index.php/topic,2072.0.html ), και αφορά στην αντικατάσταση του αρχιμ. Βασιλείου Ιωαννίδου, τέως εφημερίου της κάτω ενορίας του Αγίου Γεωργίου, με τον  αρχιμανδρίτη Γερμανό Κωνσταντινίδη από το Νεοχώρι Βιθυνίας.

Υπενθυμίζεται ότι ο αρχιμ. Βασίλειος Ιωαννίδης επαναδιορίστηκε, μεταγενέστερα, εφημέριος σε εκκλησίες της Τρίγλιας, με αποφάσεις της Εφοροδημογεροντίας, όπως αναφέρεται στο παραπάνω άρθρο.

Εις αντικατάστασιν του τέως εφημερίου της κάτω ενορίας του Αγίου Γεωργίου αρχιμ. Βασιλείου Ιωαννίδου διωρίσθη υπό του συμπαθούς και ρέκτου γενικού αρχιερατικού επιτρόπου του αγίου Προύσης πανοσολ. κ. Νεοφύτου ο αρχιμανδρίτης Γερμανός Κωνσταντινίδης εκ Νεοχωρίου Βιθυνίας, όστις εχρημάτισε Μ. Σύγκελος του Πατριαρχείου επί Νεοφύτου του Β', επισπασάμενος δια της ευθύτητος του χαρακτήρος του την αγάπην του τότε πατριάρχου και πάντων των γνωρισάντων αυτόν, έπειτα δε και αρχιερ. επίτροπος του πεπνυμένου ημών ιεράρχου αγίου Προύσης. Συγχαίροντες τη ειρημένη ενορία επί τη αποκτήσει τοιούτου πεπειραμένου λειτουργού του υψίστου, πεπείσμεθα ότι ο αρχιμανδρίτης Γερμανός δια της χαρακτηριζούσης αυτόν συνέσεως και μετριοπαθείας θέλει διαπρέψει και εν τη νέα αυτού θέσει.

Μάκης Αποστολάτος

Με βάση το από 21 Νοεμβρίου 1919 πιστοποιητικό γεννήσεως και βαπτίσεως Κοινότητος Τριγλίας, του ιερέα Φωτίου Τσακιρίδη ή Τσακιργιαννίδη, προκύπτει ότι το Νοέμβριο 1919 υπηρετούσε και ο ιερέας αυτός στην εκκλησία Άγιος Γεώργιος Άνω. Στο παραπάνω άρθρο για τους ιερείς της Τρίγλιας περιγράφεται η δύσκολη περίοδος του 1919, μετά την επιστροφή των Τριγλιανών από την εξορία τους στην Προύσα, κατά την οποία λειτουργούσε μόνον η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Κάτω και μετά από απόφαση της Δημογεροντίας (πρόταση Αριστοφάνη Κασούρη) προσλήφθηκε δεύτερος ιερέας για τον Άγιο Γεώργιο Άνω. Από το πιστοποιητικό αυτό προκύπτει ότι ο ιερέας ονομαζόταν Φώτιος Τσακιρίδης, αν και υπογράφει ως Τσακιργιαννίδης.

Μεταφέρεται αυτούσιο το κείμενο του πιστοποιητικού:
"ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΕΩΣ
ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΤΡΙΓΛΙΑΣ
Ο υποφαινόμενος Ιερεύς Φώτιος Τσακιρίδης πιστοποιώ δια του παρόντος ότι εκ των νομίμων συζύγων Αθανασίου Κουλουργιώτη και Χρυσής Γεωρ. Κοτζά Στρατί εγεννήθη εν τη ενορία Αγίου Γεωργ. Άνω τη 1 Νοεμβρίου 1919 παιδίον Άρρεν όπερ βαπτισθέν υπ' εμού κατά τας διατυπώσεις της καθ' ημάς Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας τη 20 Ν/βρίου 1919 ανεδέξατο εκ της ιεράς Κολυμβήθρας η Σουλτάνα Κ. Τσαμούταλη ονομάσασα αυτό Δημήτριον επί παρουσία και των συνυποφαινομένων μαρτύρων.

Εν Τριγλία τη 21 Ν/βρίου 1919 Ανάδοχος Σουλτάνα Τσαμούτσαλη

Οι Μάρτυρες Κ. Στουτσίδης?, Βασίλης Αραπκιλής

Ο Βαπτίσας ιερεύς Φώτιος Τσακιργιαννίδης"