ΚΑΠΝΟΣ-Δουμάνης

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 08 Μαρτίου 2010, 06:37:30 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΚΑΠΝΟΣ-Δουμάνης ή Ντουμάνης

Το Τριγλιανό επώνυμο Δουμάνης ή Ντουμάνης προέρχεται από την τούρκικη λέξη duman(ντουμάνι) που σημαίνει καπνός. Ο καπνός(nicotiana tabacum) είναι μονοετές, ποώδες φυτό και ανήκει στο γένος νικοτιανή, το οποίο καλλιεργείται για τα φύλλα του. Τα φύλλα του ξηραινόμενα και  μετά από κατάλληλη επεξεργασία χρησιμοποιούνται για κάπνισμα.
   Τον καπνό τον μετέφερε στην Ευρώπη από την Αμερική ο Χριστόφορος Κολόμβος. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ο καπνός έγινε γνωστός στο τέλος τον 16ου αιώνα ή στις αρχές του 17ου αιώνα και διαδόθηκε γρήγορα και πλατιά. Αμέσως, όμως εκδηλώθηκε και ισχυρή αντίδραση εναντίον του από το ιερατείο που υποχρέωσε τον Σουλτάνο να απαγορέψει το κάπνισμα. Τα σχετικά διατάγματα όριζαν ακόμη και την ποινή θανάτου για τους παραβάτες. Τα μέτρα είχαν προσωρινά αποτελέσματα. Σύντομα ατόνησαν και αντικαταστάθηκαν από φορολογία.
    Από τον καπνό, κατά την πιο ισχυρή εκδοχή, προήλθε το οικογενειακό όνομα Ντουμάνης ή Δουμάνης, το οποίο είναι επαγγελματικό επώνυμο. O Δουμάνης ή  Ντουμάνης- ο καπνάς-  είναι αυτός που καλλιεργεί (καπνοπαραγωγός) ή  κατεργάζεται τον καπνό (καπνεργάτης) ή πουλάει καπνό (καπνοπώλης).
     Ο καπνός ήταν απόλαυση του βίου για τους Μικρασιάτες Έλληνες, αλλά ιδιαίτερα για τους Τούρκους. Κάπνιζαν με το τσιγαριλίκι (πίπα) και με τσιμπούκι.  Εύχρηστος ήταν και ο ναργιλές με τον οποίον κάπνιζαν ιδιαίτερη ποιότητα καπνού, το τουμπεκί. Ο ναργιλές ή αργιλές ήταν είδος ανατολίτικης συσκευής καπνίσματος που αποτελούνταν από τον «λουλά» (δίσκος) στον οποίο καιγόταν ο καπνός, από ένα γυάλινο δοχείο με νερό μέσα από το οποίο περνούσε ο καπνός πριν πάει σ' ένα μακρύ και ευλύγιστο σωλήνα που το λέγανε μαρκούτσι και που κατάληγε στο στόμα του καπνιστή. Τον ναργιλέ τον έπιναν στα καφενεία. Έφερναν και αναμμένο καρβουνάκι για να ανάψει ο πελάτης τον ναργιλέ.
       Στη Ραφήνα πρόλαβα τους ναργιλέδες που «έπιναν» σε ένα καφενείο του Καλλιπολίτη «Μπάρμπα-Αντώνη»Γιακουμή. Αυτοί που  έπιναν ήταν Μικρασιάτες, Μαρμαρινοί και Τσεσμελήδες ψαράδες που εγκαταστάθηκαν στο Νότιο Ευβοϊκό και έρχονταν με τα καΐκια τους στην ψαρόσκαλα της Ραφήνας.  
         Καπνοθήκη είναι η κοινώς λεγόμενη ταμπακιέρα. Στα παλιότερα χρόνια ήταν απαραίτητο εξάρτημα των καπνιστών, όταν δεν υπήρχαν τσιγάρα. Οι καπνοθήκες ήταν απλές θήκες(καπνοσακούλες) από δέρμα ή ύφασμα που τις κρεμούσαν  στη ζώνη ή ήταν μικρά κομψά μεταλλικά κουτάκια. Οι πλούσιοι είχαν ταμπακιέρες ασημένιες σκαλιστές. Οι καπνιστές που χρησιμοποιούσαν καπνό χύμα, το βάζανε σε ταμπακιέρες (καπνοθήκες) μαζί με τα τσιγαρόχαρτα. Τα τσιγαρόχαρτα για το στρίψιμο του τσιγάρου ήταν άφθονα, δεν υπάγονταν σε κανένα έλεγχο, πουλιόνταν ελεύθερα στα μαγαζιά και έφεραν την μάρκα του εργοστασίου κατασκευής. Το στρίψιμο το μαθαίνανε από την πρώτη μέρα που άρχιζαν το κάπνισμα.
   Προς στα τέλη του 19ου αιώνα τα καπνά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπάγονταν στο μονοπώλιο της Γαλλικής εταιρείας Regie des Tabacs(ΡΕΖΙ). Ο καπνός ήταν από τα σπουδαιότερα προϊόντα της Μ.Ασίας. Το μονοπώλιο καθιερώθηκε από το 1883. Όταν καθιερώθηκε το μονοπώλιο οι περισσότεροι κάπνιζαν φτηνό και παράνομο καπνό τον λεγόμενο « κατσάκικο» καπνό που  σημαίνει λαθραίος καπνός.  
 
Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός

Πηγές:
1. Ανδρέας Καλατζάκος, «Ονόματα – Επώνυμα- Παρατσούκλια», Ελεύθερη σκέψις 2000.
2. Δημήτρης Τομπαΐδης, «Ελληνικά επώνυμα Τουρκικής προέλευσης», Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1990.
3.«Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής», ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1998.
4.«Συντεχνίες & Επαγγέλματα στη Θράκη (1685-1920)», Κ.Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Εκδόσεις Πιτσιλός, Αθήνα 1985.
5. «Κίος η αλησμόνητη», Βασίλη Κουλίγκα, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα- Γιάννενα 1995.
6. «Γεωγραφία της Μικράς Ασίας», Παντ. Μ. Κοντογιάννη, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Αθήνα 1921.
7. Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία»
8. Εγκυκλοπαίδεια «Νέα Δομή».