ΤΑ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΑ- Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ- Η ΕΛΑΙΟΠΑΡΑΓΩΓΗ-ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΔΙ

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 25 Νοεμβρίου 2009, 07:29:34 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

 ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ


ΤΑ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΑ- Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ- Η ΕΛΑΙΟΠΑΡΑΓΩΓΗ-ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΗΣ  ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΔΙ.

Η ΕΛΙΑ-ΤΟ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΟ

Η ελιά είναι  γνωστή στη Μεσόγειο από τα πανάρχαια χρόνια .Oι Έλληνες ανέκαθεν λάτρευαν την ελιά  και την θεωρούσαν σύμβολο φρόνησης, ειρήνης και ευφορίας. Οι ελιές προτιμούν τα εύκρατα κλίματα, χωρίς ακρότητες θερμοκρασίας, γι' αυτό είναι διαδεδομένες στην Μεσογειακή ζώνη (Μικρά Ασία, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Αλγερία κ.α.). Η ελιά είναι δένδρο πολύτιμο για τον φαγώσιμο καρπό της, για το λάδι, για το ξύλο και για τη σκιά  του φυλλώματός της , ενώ κατατάσσεται ανάμεσα στα πιο χρήσιμα δένδρα.
Η ελιά στην Μ. Ασία ευδοκιμεί κυρίως στις παραλίες, όπου δάση ολόκληρα από ελιές καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις. Την καλλιέργεια της ελιάς την είχαν κυρίως οι Έλληνες. Όλα τα παράλια του Κιανού Κόλπου(Τρίγλια, Σιγή,Αρβανιτοχώρι, Μουδανιά, Ελιγμοί, Κίος κ.α) με το ηπιότατο κλίμα καλύπτονταν από απέραντους ελαιώνες.

ΟΙ ΕΛΙΕΣ ΤΗΣ ΤΡΙΓΛΙΑΣ-ΤΑ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΑ

«Γη της Επαγγελίας» ονόμαζαν οι παλιοί Τριγλιανοί, την «αλησμόνητη» πατρίδα Τρίγλια. Εύφορη γη ο Μεράς (μεράς=γεωργική περιοχή)της Τρίγλιας. Απέραντος ελαιώνας  όλη την περιοχή που έφτανε μέχρι την ακροθαλασσιά. Εκτός από τις ελιές είχε συκαμιές, αμπέλια, συκιές, κυδωνιές, καρυδιές, απιδιές, δαμασκηνιές, κερασιές, μποστάνια κ.α. «Πλούσια τα ελέη του τόπου». Στα βυζαντινά χρόνια η Τρίγλια ήταν αμπελότοπος. Η γη, το κλίμα και τα μοναστήρια (μοναστηρότοπος) ευνοούσαν την αμπελοκαλλιέργεια και την οινοποιεία (Τρίγλειος οίνος). Τα μοναστήρια της Τρίγλιας είχαν αμπέλια. Η αμπελοκαλλιέργεια στο Βυζάντιο ήταν κερδοφόρα. Η γη των αμπελιών ήταν δέκα φορές πιο ακριβή από την αρόσιμη γη, παρόλο που το σιτάρι ήταν απαραίτητο είδος διατροφής. Κατά τους πρώτους χρόνους της Οθωμανικής κατάκτησης, οι Χριστιανοί στα Μουδανιά και στα γύρω-Σιγή-Τρίγλια κλπ. αναφέρονται ως αμπελουργοί και ως ψαράδες, αφού ήταν παραθαλάσσιοι τόποι. Τα κτήματα της περιοχής, κατά την πρώτη Οθωμανική περίοδο, ανήκαν στα μοναστήρια (ιερές ιδιοκτησίες). Αντίπαλος των αμπελιών και του σταφυλιού ήταν η ελιά. Οι αλατισμένες ελιές και το λάδι αποτελούσαν επίζηλα είδη διατροφής. Στην Τρίγλια, τα νεότερα χρόνια επικράτησε πλήρως η καλλιέργεια της ελιάς. Εκατοντάδες χιλιάδες οκάδες υπολογιζόταν η παραγωγή της ελιάς κάθε χρόνο. Όλοι οι κάτοικοι της Τρίγλιας , άλλος λίγο άλλος πολύ, είχαν το δικό τους ελαιώνα.  Ελαιώνας είναι έκταση φυτεμένη με ελιές.
Τους ελαιώνες τους έλεγαν «λιοτόπια». Τα ελαιόδεντρα «λιόδεντρα».


■ Οι Τριγλιανές ελιές. Πουθενά αλλού, σε μεσογειακό τόπο, από το Γιβλαρτάρ ως τη Γάζα, δεν έδωσε η φύση τόσο απλόχερα την ευλογία της στο βιβλικό αυτό δέντρο όσο έδωσε στην Τρίγλια μας. Κάθε δέντρο της ελιάς έδινε δυο φορτία βαριά μουλαρίσια.    

Αναστάση Τακά: Επιστολή στο γιο, Μονόλογος-Χρονικό (σελ.29)
Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1983.


Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός

Συνεχίζεται...

Στάθης Δημητρακός

H  ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΓΛΙΑ

■ Στην παλιά πατρίδα οι ρετσεπέρηδες (αγρότες) καλλιεργούσαν την γη σ΄όλες τις περιφέρειες με τα λισγάρια (1) ή σε ίσωμα ήτο το κτήμα ή σε μπαϊρι (ανηφοριά).Παντού δούλευε το λισγάρι, ζευγάρια με άλογα για να τα οργώσουν δεν ζέβανε, αν και μερικοί είχαν ζευγάρια διότι σπέρνανε μερικά σιτηρά μέρη, αλλά δεν βάζανε άροτρα μέσα στα λιοτόπια (2)φοβούμενοι μήπως σπάζουν τις ρίζες των δέντρων (3) και αυτός βέβαια ο φόβος τους ήτο δικαιολογημένος. Λοιπόν, συγκεντρώνονταν παρέες από οκτώ και δέκα άτομα και κάνανε τις λεγόμενες λινοβοθειές (αλληλοβοήθειες), σήμερα στα δικά μου- αύριο στα δικά σου. Αυτά γίνονταν στους μικροπαραγωγούς. Στους μεγαλοκτηματίες κάνανε ταϊφάδες (παρέες)που τους δούλευαν με γρόσια μεροκάματο. Ο νοικοκύρης έβαζε έναν που τον λέγανε κεχαγιά δηλαδή αρχιεργάτης. Αυτός θα εύρισκε τους εργάτες και γύριζε να βρει μάλιστα τους καλύτερους λισγαράδες(4) που ήταν γεροί και δυνατοί. Έπρεπε κιόλας να ταιριάζουν γιατί δούλευαν τσιφτέ (από δυο μαζί), δηλαδή αν ήσαν λ.χ 10 εργάτες θα σχημάτιζαν 5 ζευγάρια, γι΄αυτό έπρεπε να συμφωνούν ο ένας με τον άλλον. Αν ήτο ο ένας από τους δυο πιο αδύνατος, το ζόρι έπεφτε στον δυνατό, γι΄αυτό έπρεπε να ισοδυναμούν στις δυνάμεις τους .Τώρα το αφεντικό είχε να κάνει με τον κεχαγιά, τους θα πήγαινε να βρει τους εργάτες, τους θα φρόντιζε για τη θροφή τους, ψωμιά, κατίκι (φαγητό), θα ΄παιρνε τον χεϊμπέ (δισάκι) κατά εντολή βέβαια του αφεντικού και θα πήγαινε στο φούρνο του Προύσαλη και θα έπαιρνε λ.χ 10 ψωμιά, μετά θα πήγαινε στο μπακάλικο του Αρμόδιου ή στου Καλπάκη και θα ΄παιρνε γαράτα (ψαριά παστά), κολιούς, παλαμίδα, λακέρτα κτλπ. Θα γέμιζε και ένα γαλόνι με λάδι, θα γέμιζε με νερό δύο μεγάλες καλίτσες (στάμνες). Αυτά όλα θα τα φόρτωνε στου αφεντικού το μερκέπι (γαϊδούρι), θα έκανε καβάλα και πουρνό-πουρνό (πρωί)θα έβγαινε στο Σεργί να τους περιμένει. Γιατί αποβραδίς ήτο το ραντεβού στο Σεργί και όσοι είχαν χτηνά καλώς εστί, αν όχι βάδιζαν και με το λισγάρι στον ώμο με τα πόδια. Όταν θα πήγαιναν στο κτήμα, θα αρχινούσε η δουλειά. Ο κεχαγιάς δεν έπιανε λισγάρι, αυτός θα γύριζε πάνω κάτω και θα προσέχει τους εργάτες, ποιος δουλεύει και ποιος δεν δουλεύει για να το αναφέρει το βράδυ στο αφεντικό να τον σχολάσουν για να βάλουν άλλον στη θέση του. Η δουλειά που θα κάνει όλη την ημέρα θα είναι να μαζέψει κάμποσα πίτσια(5) για τα κατσικόπλο(6) του αφεντικού. Αυτά γινόντανε κατά την εποχή εκείνη που με πολλούς κόπους και μόχθους βγάζανε ο κόσμος το καρβέλι....                    

Η ελαιοδενδροκαλλιέργεια στην Παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης (Τρίγλια 1912- Ν. Τρίγλια  1995)
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο)


Λεξιλόγιο- Σχόλια.
(1)λισγάρι ή λισκάρι= σκαπτικό εργαλείο με ξύλινο στέλεχος «μανίκι»-λαβή που κατέληγε στη συνέχεια σε δύο  σιδερένια αιχμηρά διχαλωτά άκρα, τα οποία βυθίζονταν στο χώμα σε σχεδόν κατακόρυφη θέση, όταν το πατούσαν με όλο το βάρος του σώματος. Η καλλιέργεια του ελαιώνα γινόταν κυρίως με το λισγάρι, το δικέλλι και την τσάπα.
Δικέλλι= σκαπτικό εργαλείο με ξύλινο στέλεχος που μοιάζει σαν τσάπα, αλλά   καταλήγει σε δύο σιδερένια  αιχμηρά άκρα.
Τσάπα=σκαπτικό εργαλείο που αποτελείται από ξύλινο στέλεχος και από ένα κοφτερό πλατύ μεταλλικό εξάρτημα.
Για το ξεχέρσωμα, εκτός από το λισγάρι χρησιμοποιούσαν και τον κασμά.
Κασμάς= σκαπτικό εργαλείο σαν αξίνα.  
(2)λιοτόπια=ελαιώνες
(3)ρίζες των δέντρων=Οι ρίζες στις ελιές είναι χοντρές και επιφανειακές, οι περισσότερες έχουν βάθος 20-70 εκ., λίγες  προχωρούν σε βάθος 1-1,20μέτρα. Οι ρίζες καλύπτουν επιφάνεια 7-8 φορές μεγαλύτερη από τη φυλλώδη.
(4)λισγαράδες= εργάτες γης που δούλευαν με το λισγάρι.
(5)πίτσια= παράριζα
(6)κατσικόπλο=μικρό κατσίκι

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός
Συνεχίζεται...

Στάθης Δημητρακός

■ Στην παλιά μας πατρίδα την Τρίγλια,  υπήρχε η αλληλεγγύη ή όπως το έλεγαν οι Τριγλιανοί λινοβοθειές, αλληλοβοήθεια δηλαδή. Οι άνθρωποι βοηθιόντουσαν αναμεταξύ τους, π.χ. πήγαιναν μαζί στο λισγάρι και δούλευαν μαζί τα λιοτόπια τους.
   Δεν λέγανε ότι «εσύ μαθές έχεις πιο πολλές μέρες μεροδούλια». Αυτά δεν τα υπολόγιζαν γιατί οι άνθρωποι είχαν μεταξύ τους αγάπη και ομόνοια.
   Εκεί όταν γλεντούσαν χαιρόντουσαν όλοι μαζί κι όταν πάλι γινότανε κάποιο δυσάρεστο, έκλαιγαν πάλι όλοι μαζί.[...]. Εκεί όταν κάποιος δεν έκανε μαξούλι τρέχαν όλοι να τον βοηθήσουν, να στηριχθεί στα πόδια του.

Λινοβοθειές (αλληλοβοήθεια)
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, «Τριγλιανά Νέα», 5 Απριλίου 1983, φύλλο 41
Τριγλιανά Λαογραφικά



■ [...]ο Μεράς (περιοχή της Τρίγλιας) δουλευότανε με τα λισγάρια και στο λισγάρεμα δεν υπήρχαν άλλοι ανώτεροι από τους Τριγλιανούς. Το αφεντικό που θα έπαιρνε έναν εργάτη στο κτήμα του για λισγάρεμα, πρώτα θα έβλεπε τις σμίλες  (διχάλα) (1)  του λισγαριού πως είναι, αν ήσαν φαρδιές τον έπαιρνε αλλά αν ήταν στενές δεν τον παίρνανε στη δουλειά. Επειδή, ο Μεράς (2) ήτο πολύ μεγάλος και  με το λισγάρισμα πίσω – πίσω αργούσαν πολύ να δουλευτεί, γι' αυτό παίρνανε και εργάτες από άλλα χωριά. Αλλά αυτοί οι ξένοι δεν μπορούσαν να τα βγάλουν με τους Τριγλιανούς, ερχόντουσαν μια μέρα, δύο, την τρίτη κλώτσαγαν την μπιέλα(3)  και έφευγαν. Τα αφεντικά, οι Τριγλιανοί- πονηροί τότε- λισγάρεμα δούλευαν τσιφτέ(4) δηλαδή από δύο- δύο μαζί ζευγάρι, τ' αφεντικά ξέρανε ότι οι ξένοι δεν γνώριζαν καλά τη δουλειά και βάζαν ένα ξένο μαζί μ' ένα Τριγλιανό. Ε! αυτό που δεν ήθελαν οι εργάτες Τριγλιανοί, του δίναν ντουμάνι(5),  α  και από εδώ,  α και εκεί, κουραζότανε ο ξένος και μια μέρα, δύο μέρες, την τρίτη την έκανε κοπάνα. Μετά  λέγανε στ' αφεντικά, οι Τριγλιανοί εργάτες «ειδέστονα γένιε(6) λαός(7)», «αυτά τα παρώρια [8]δεν μπορούν να τα βγάλουσι μαζί μας γι' αυτό και τώρα θα το κάνεις μεροδούλι 5 γρόσια (9) πάρα πάνου και όχι μονάχα ψωμί με δυο καλίτσες (στάμνες) νερό, αλλά θα μας φέρνεις και κατίκι (φαγητό), φασούλι μαϊρεμένο, όχι χαμψία(10) γαράτα (παστά) και ψωμί θα μας φέρνεις χάσικο(10)  απέ του Προύσαλη ντο φούρνο και όχι μαύρο απ' του Δήμα , ΄κούεις με, άμα δε τα κάνεις αυτά ο ταϊφάς (παρέα) αύριο φεύγει». Τώρα το αφεντικό τι να κάνει αναγκαστικά υπέκυπτε και έκανε ότι ηθέλανε οι εργάτες.

Πως γινόταν η καλλιέργεια των κτημάτων στην παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο)

Λεξιλόγιο-Σχόλια
(1)σμίλες (διχάλα)= τα αιχμηρά διχαλωτά άκρα του λισγαριού.
(2)Μεράς= η αγροτική περιοχή
(3)μπιέλα= εξάρτημα μηχανής, συνήθως κυλινδρικό με το οποίο  μεταβιβάζεται ένα τμήμα μηχανής σ΄ένα άλλο/ μτφ. κλωτσάω ή βαράω μπιέλα=κουράζομαι, εξαντλούμαι.
(4)τσιφτές= δυάδα
(5)ντουμάνι= πυκνός καπνός/ δίναν ντουμάνι=παίρναν φωτιά
(6)γένιε=έγινε
(7)λαός= λαγός. Στο Τριγλιανό ιδίωμα, τo γάμα (γ) πέφτει σε μεσοφωνηεντική θέση π.χ έτρωε, έκλαια, εγέλαα αντί έτρωγε, έκλαιγα, γέλαγα.
[8]παρώρι=(παρά την ώρα) ανόητος, βραδύνους.
(9)γρόσι=τούρκικο νόμισμα,1/100 της τούρκικης λίρας, 1 γρόσι αντιστοιχούσε σε 40 παράδες.
(10)χαμψία=είδος σαρδέλας στην Προποντίδα./ χαμψία γαράτα=σαρδέλες παστές.
(11)χάσικο ψωμί= άσπρο ψωμί



■ ....Η βασική της παραγωγή ήταν η ελαιοκαρπία(1) και σε μικρότερη έκταση η σηροτροφία  (κουκούλια). Οι μεγαλοκτηματίες διατηρούσαν στα κτήματα τους ντάμια (μικρά αγροτόσπιτα) και έκαναν ταϊφάδες  (παρέες) από 25— 30 άτομα εργάτες για τον τρύγο της ελιάς και τις καλλιέργειες των κτημάτων.
   Εκείνη την εποχή όλα γινόντουσαν δια της χειρός, λισγάρισμα(1), τσαπίσματα κλπ. και επειδή στη Μικρασία έκανε βαρυχειμωνιές αναγκαστικά υπήρχαν αυτά τα ντάμια(2) για να προφυλάγεται ο κόσμος από  τις κακοκαιρίες, βροχές, χιόνια, παγωνιές. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα οκτάωρα  εργασίας, όπως είναι εδώ σήμερα, εκεί τότε οι άνθρωποι δούλευαν από νύχτα σε νύχτα. Όταν λάχαινε να χαλάσει ο καιρός συγκεντρωνόντουσαν όλοι μέσα στα ντάμια.
   Στον ταϊφά ήσαν μερικοί παραμυθάδες,  αγράμματοι που όμως είχαν τέτοιο «λέειν» και τέτοιο ταλέντο όπου δεν τους έφθαναν ούτε οι σημερινοί μορφωμένοι μυθιστοριογράφοι.  Ένα παραμύθι διαρκούσε πολλές εβδομάδες και τελειωμό δεν είχε.
   Και σαν τέτοιος  παραμυθάς, από τους κορυφαίους, ήταν ο Λεωνίδας Τοπάλης, γι' αυτό και οι εργάτες ρωτούσαν αποβραδίς να μάθουν ο  Μπαρμπαλεωνίδας  αποσαυριού(4) με ποιο ταϊφά και σε ποιανού λιοτόπι θα πάει.                
   Τ' αφεντικά όμως δεν τον ήθελαν, όχι που δεν ήταν εργατικός, αλλά επειδή γινόντουσαν χασομέρια από τους  εργάτες. Οι εργάτες έλεγαν στ'  αφεντικά «άμα δεν έρτει ο Μπαρμπαλωνίδης και εμείς δεν ερχούμαστε στη δουλειά» και έτσι αναγκα¬στικά υπέκυπταν τ' αφεντικά.[...]

Οι παραμυδάθες της Παλιάς Τρίγλιας.
Σταύρος Δ.Μαργαρίτης
Εφημερίδα «Μελτέμι αλλαγής», Ραφήνα, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1977, φύλλο 4-5

Λεξιλόγιο-Σχόλια
(1)ελαιοκαρπία= η παραγωγή καρπού της ελιάς.
(2)λισγάρισμα=σκάψιμο με το λισγάρι.
(3)ντάμια=μικρά αγροτόσπιτα
(4)ταϊφάς ή νταϊφάς=ομάδα, παρέα
(5)αποσαυριού= η επαύριος, η επόμενη μέρα.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός
Συνεχίζεται...

Στάθης Δημητρακός

Η ΕΛΑΙΟΠΑΡΑΓΩΓΗ(1), ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΔΙ

Μαύρα μάτια έχεις φως μου, μαύρα ΄ναι σαν της Τρίγλιας  την  ελιά
κι όποιος τα γλυκοφιλήσει  Χάρο δε φοβάται πια.
                                            Δίστιχο της παλιάς Τρίγλιας   



■ Όταν γινότανε ο τρύγος της ελιάς, αυτό το λέγαμε μαξούλι(2) που ήτο και το βασικότερο. Οι άνθρωποι τότε ήσαν πολύ μονιασμένοι και γι' αυτό βοηθούσε ο ένας τον άλλον. Ο τρύγος της ελιάς κρατούσε πολύ διάστημα, πιάσε από τον Νοέμβριο και μέχρι τον Γενάρη, προπαντώς όταν ήτο μαξουλοχρονιά., γιατί οι λόγοι ήσαν πολλοί: Πρώτον, δεν υπήρχαν τα μέσα μεταφοράς και οι εκτάσεις ήσαν ανώμαλες. Δεν υπήρχαν αμαξωτοί δρόμοι, εκτός μόνο από την κεντρική αρτηρία που πήγαινε Μουδανιά-Προύσα και από την άλλη πλευρά Μηχαλίτσι-Κασαμπά.  Η μεταφορά του μαξουλιού γινότανε με τα χτηνά, όπου τα λέγανε μερκέπια (γαϊδούρια), γι' αυτό κάθε νοικοκύρης είχε το χτηνό του, στα χτηνά φορτώνανε κάτι πλατιές κούφες που ήταν κατά τέτοιο τρόπο φτιαγμενες πλατιές που βόλευαν το φόρτωμα . Δεύτερον, τα χτήματα ήσαν σε μακρινές αποστάσεις από το χωριό και οι δρόμοι στενοί και ανώμαλοι που μόνο μ' αυτά τα ζώα μπορούσε να γίνει η μεταφορά της ελιάς από τα χτήματα στο  χωριό. Γινόντουσαν κουμπανίες, παρέες από 20-30 άτομα και πήγαιναν στον τρύγο. Οι άντρες παίρναν τις μεγάλες βέργες και τα μικρά ραβδιά που τα λέγαν βιτσιά και οι γυναίκες βολεύανε τα φαγητά, μάλιστα εκτός από το μαγειρεμένο φαγητό, απαραίτητο θα πάρουν και ένα γαλόνι λάδι και ψάρια γαράτα (παστά), σκόρδα και κρεμμύδια. Αυτά όλα  και δυο καλίτσες (στάμνες) νερό, θα φορτωθούν στα χτηνά, μέσα στις κόφες και ποδαρόδρομο μες στα   χιόνια βαδίζοντας θα πάνε στα χτήματά τους. Είπαμε ότι γινόντουσαν παρέες παρέες που τις λέγαμε λινοβοηθειές (αλληλοβοήθειες), δηλαδή σήμερα στα δικά μου αύριο στα δικά σου. Λοιπόν, έξω που θα πήγαιναν, όπως γράφω και πιο πάνω πήγαιναν και με τα χιόνια, θ' απλώσουν τα τσόλια κάτω από τα δέντρα. Τα τσόλια ήσαν ενωμένα τσουβάλια υπό τύπου χαλιού. Μετά οι άνδρες ανέβαιναν στα δέντρα και με τις βεργιές αρχινούσε ο τρύγος. Τώρα όσες ελιές πέφταν μέσα στο τσόλι, έχει καλώς, οι δε άλλες θα μαζευτούν από τις γυναίκες μια- μια.(3) Όταν πια θα βραδιάσει θα φορτώσουν τα χτηνά και θα ΄ρθούν στο χωριό. Εν τω μεταξύ, επειδή πολλές φορές αργούσαν, διότι πήγαιναν πολύ μακριά, παίρναν μαζί τους φανάρια γιατί οι δρόμοι ήσαν ανώμαλοι και το χειμώνα ήταν πολύ δύσκολα, γιατί και πολλές φορές, τα χτήνα γλιστρούσαν και έπεφταν μες στα χιόνια, ήτο κι αυτός ένας λόγος παραπάνω το να πηγαίνουν πολλοί μαζί. Έπειτα αυτές οι ελιές θα ΄ρθουν στο χωριό και θα πέσουν μες στο κατόχι(4) κουβάρα (5), θα αρχίσει η διαλογή. Οι χοντρές ελιές θα μπουν μέσα σε μεγάλα βαρέλια, τα οποία τα λέγανε κάπια και άλλα πάλι πιο μεγάλα πέντε ως έξι τόνων, τα λέγανε μπόμπες. Αυτή η ελιά θα πάει στο εμπόριο. Η άλλη, η μικρή ελιά θα πάει στο λαδαργιό (ελαιοτριβείο) για λάδι. Οι γυναίκες πρόσφεραν την περισσότερη δουλειά. γιατί από τον τρύγο που ερχόντουσαν θα συνεχίσουν και στο σπίτι την διαλογή με την λάμπα ως τις πρωϊνές ώρες, ενώ οι άντρες άμα ξεφόρτωναν τα χτηνά μετά πήγαιναν στο καφενείο για καφέ.   

Tρύγος της ελιάς στην Παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ.Μαργαρίτης, Ν.Τρίγλια
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο)

(1) ελαιοπαραγωγή=η συνολική παραγωγή ελαιοκάρπου και ελαιολάδου σε ορισμένο τόπο/ ελαιόκαρπος= ο καρπός της ελιάς, η ελιά / ελαιόλαδο= το λάδι της ελιάς
(2)μαξούλι=σοδειά,συγκομιδή
(3) Οι ελιές που έπεφταν τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη, τις ονόμαζαν «αποκατιανές» ή «χαμάδα», τις μάζευαν και τις προόριζαν για λάδι.
(4)κατόχι=κατώϊ
(5)κουβάρα=σφαιρικά


■ [...]Ο τρύγος της ελιάς αρχινούσε από το Νοέμβριο  μέχρι και το Γενάρη και έβλεπες παρέες από 15-20 άτομα γυναίκες και άντρες να πηγαίνουνε όλοι μαζί, κάνανε τις λεγόμενες λινοβοθειές δηλαδή αλληλοβοήθειες, σήμερα στα δικά μου αύριο στα δικά σου, και έτσι κατ' αυτόν τον τρόπο δεν πελάγωνε ο κάθε νοικοκύρης, διότι ήτο κόπος μεγάλος αυτός. Οι ελιές θα τρυγηθούν με την βέργα, δουλειά των ανδρών και μετά πάλι οι γυναίκες θα τις μαζέψουν από κάτω μία – μία. Έπειτα όταν θα κουβαληθούν στο σπίτι, θα γίνει άλλη διαλογή. Θα βγει η χοντρή ελιά, η οποία θα μπει στην άρμη (σαλαμούρα), θα μπουν σε μεγάλα κάπια (βαρέλια) (1) 3.000-4.000 χιλιάδες οκάδες σε κάθε βαρέλι. Αυτά τα βαρέλια τα λέγανε και «Μπόμπες». Έπειτα το δεύτερο χέρι πάει στο λαδαριό (ελαιοτριβείο). Τις χοντρές ελιές ερχόντουσαν έμποροι και τις παίρνανε για την Κωνσταντινούπολη και άκουγες τους πωλητές στην Πόλη να φωνάζουν στα μαγαζιά «ωραίες Τριγλιανές χοντρές ελιές». Η παραγωγή της Τρίγλιας στην Πόλη είχε μεγάλη αξία. Τις δε υπόλοιπες όπως γράφω πιο πάνω πήγαιναν στο λαδαριό για λάδι. Τέτοια λαδαριά, η Τρίγλια είχε πολλά διότι κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα σύγχρονα μέσα όπως είναι σήμερα, τότε ήταν χειροποίητα όλα, γινόντουσαν με τα χέρια .Έβλεπες τον χαμουρκιάρη(2) να κρατάει στον αριστερό του ώμο το χαλινάρι του αλόγου και με τα δυο του χέρια να κρατά το ξύλινο φτυάρι και έφερνε ένα γύρω την πέτρα που πατούσε τις ελιές.  Μετά όταν τελείωνε το πάτημα και γινότανε το χαμούρι (3), το μετέφερε άλλος με το κουβαδάκι κοντά στον μάστορα και άλλος με τη σειρά του το έμπαζε μες τα τσόλια (σάκους) τα αράδιαζε ένα επάνω στο άλλο και γινότανε μια στοίβα (θημωνιά). Κατεβάζανε μετά τον μάγκανο(4) και περνούσαν ένα χονδρό ξύλο έως 4 μέτρα το όποιο το λέγανε μανέλα (5)και σπρώχνανε τη μανέλα 7-8 άνθρωποι και ο μάστορας από το έξω μέρος πήγαινε πίσω- πίσω και κάπου- κάπου, έχυνε με τον κουβά ζεστό νερό πάνω στην στοίβα. Τα πατούσαν μια -δυό φορές  και το λάδι πήγαινε κάτω στην δεξαμενή, μετά άνοιγε το καπάκι της δεξαμενής ο μάστορας και με μια γρατζούνα (μπούλκο) όπως το έλεγαν μάζευε το λάδι και από κάτω έμεναν τα νερά.
Μετά ερχότανε αυτός που κουβαλούσε το λάδι στα σπίτια  του καθενός, αυτόν τον λέγανε λαδά. Είχε ένα στενόμακρο βαρέλι το οποίο το λέγανε βούτη, στο επάνω μέρος ήτο στενό και στο κάτω φαρδύ όπου έβαζε μέσα ως 50 (πενήντα) οκάδες λάδι
Αυτή τη βούτη θα την πάρει ο λαδάς στον ώμο του όρθια στο επάνω μέρος ανοιχτή δίχως καπάκι και θα πάει στο σπίτι αυτουνού που έβγαλε το λάδι, και το πήγαινε λόγου χάριν από κάτω μαχαλά (6) στον επάνω μαχαλά. Βάδιζε μάλιστα και ξυπόλητος δίχως να φοράει κουντούρες(7), γιατί αν θα γλιστρούσε μια σε κείνα τα καλντιρίμια  (λιθόστρωτα )θα πήγαιναν άλλού  εκείνος, αλλού η βούτη και αλλού το λάδι. Όταν θα πήγαινε στο σπίτι που ήτο για να πάει να φωνάξει από κάτω «κοκόνα (κυρία) κατέβα κάτου εφέραμε το μαξούλι». Κατέβαινε μετά η κοκόνα και άνοιγε το λεγόμενο κελάρι και μέσα στο κελάρι είχε μεγάλα πήλινα πιθάρια που τα λέγανε καβανούς. Έτρεχε το ευλογημένο λάδι μες το πιθάρι και μετά η κοκόνα τον κερνούσε ρακί, τσίπουρο αγνό και μετά φεύγοντας ο λαδάς  φώναζε «άντε να το φάτε με υγεία».
Εκεί τα λαδάρια [8] αυτά δουλεύανε μέρα – νύχτα, μέχρι το πρωί και έτσι όποιος δεν είχε ύπνο και δεν μπορούσε να κοιμηθεί πήγαινε στο λαδαριό και καθότανε κοντά στο καζάνι και ζεσταινότανε και αν πάλι πεινούσε, άνοιγε το κελάρι μέσα είχε ψωμιά χάσικα από τον φούρνο του Προύσαλη και έκοβε ένα δυό φελιά (φέτες) και τις έκανε στην φωτιά καροτές (φρυγανιές) και μετά τις βουτούσε στο λάδι και έτρωγε, χόρταινε. Εκεί το τραπέζι ήταν κοινό για όλους, όποιος πήγαινε στο λαδαριό να κάτσει να φάει και «αν δεν καθότανε να φάει φαγητό, έτρωγε ξύλο».

Τα μαξούλια της ελαιοκαρπίας της παλιάς Τρίγλιας
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο)

Λεξιλόγιο-Σχόλια
(1)κάπια= μεγάλοι κάδοι ελιάς
(2)χαμουρκιάρης=αυτός που δουλεύει το χαμούρι (ζυμάρι) της ελιάς.
(3)χαμούρι=ζυμάρι,ελαιοπολτός.
(4)μάγκανο= χειροκίνητο μηχάνημα που συσφίγγει, πρέσσα.
(5)μανέλα=  μοχλός με τον οποίον κινείται κάτι περιστροφικά , στρόφαλος.
(6)μαχαλάς= συνοικία, κάτω μαχαλάς- πάνω μαχαλάς= οι δυο συνοικίες της Τρίγλιας.
(7)κουντούρες=τα παππούτσια
[8]λαδαριά=ελαιοτριβεία

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός
Συνεχίζεται...

Στάθης Δημητρακός

■ Βγαίνοντας έξω από την κωμόπολη, από την περιοχή που τη λέγανε Σεργί και τραβώντας για το νέο Νεκροταφείο, από τον αμαξωτό δρόμο, αριστερά ήταν η φάμπρικα(1) του Αναστάση Μπρούσαλη. Αυτό το εργοστάσιο ήτο εξοπλισμένο με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα της εποχής. Εκτός από τις μηχανές του ελαιοτριβείου οπού έβγαζε χιλιάδες τόνους λάδι, σε συνέχεια είχε και σύγχρονο τμήμα αλευρομύλου που έβγαζε άλευρα, εκτός από τα πιτυρούχα έβγαζε και λευκό φαρίνα, διότι στην παλαιά πατρίδα ο κόσμος δεν ζύμωνε, παρά αγόραζε ψωμί από τους φούρνους.[...].
[....]Η παραγωγή του εργοστασίου από άλευρα και λάδι ήταν πολύ μεγάλη, την διοχέτευε δε ο Μπρούσαλης στο εμπόριο. Ερχότανε θυμάμαι αυτοκίνητα μεγάλα φορτηγά (Μπήρλες) και φόρτωναν άλευρα για την Προύσα και άλλα πάλι φόρτωναν λάδι και τα μετέφεραν στα Μουδανιά, επειδή ήταν εκεί η αποβάθρα (σκάλα) (2)και σε συνέχεια τα φόρτωναν στα φορτηγά πλοία που πήγαιναν στην Κωνσταντινούπολη, Θράκη και αλλού.[....].

Η φάμπρικα του Αναστάση Μπρούσαλη στην Παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ.Μαργαρίτης, «Τριγλιανά Νέα», 10 Οκτωβρίου 1977, φυλλ. 12  
Τριγλιανά Λαογραφικά

Λεξιλόγιο- Σχόλια.
(1)φάμπρικα= εργοστάσιο, το εργοστάσιο είχε ελαιοτριβείο με μηχανήματα, ενώ τα λαδαριά ήταν χειροκίνητα.  
(2)σκάλα=Σκάλα του Μουδανιού,το λιμάνι των Μουδανιών. Λιμάνι με μεγάλη σπουδαιότητα, το οποίο προσέδιδε στην πόλη των Μουδανιών ρόλο οικονομικού κέντρου της περιοχής.



   

■ [...]Η αγροτική περιφέρεια της Τρίγλιας ήτα αρκετά μεγάλη και εύφορη, χωρίς να έχει όμως αξιόλογους σ' έκταση κάμπους. Ήταν γεμάτη από χαμηλούς λόφους η περιοχή γύρω, αλλά με καλό έδαφος και είχε αρκετά νερά. Πρώτη καλλιέργεια και απασχόληση των Τριγλιανών αγροτών ήταν η ελιά.[...]Όπως στην Ελλάδα λέμε «ελιά Καλαμών», η Κωνσταντινούπολη, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και, προπάντων, η Ρωσία  έλεγε «Τριγλιανή ελιά».Η Τριγλιανή ελιά ήταν φαγώσιμη κι ύστερα από τον τρύγο διαλεγόταν κι ένα 20% προϊόν διαλογής, πήγαινε για λάδι και το υπόλοιπο το 80% παστωνόταν σε τεράστιους κάδους ξύλινους, τα κάπια. Όταν ήταν γινωμένος ο καρπός, τον έβαζαν σε μικρότερα βαρέλια των 100 περίπου οκάδων και φορτωνόταν σε μεγάλα δικάταρτα και τρικάρτατα καράβια που έφευγαν για το εξωτερικό και την Πόλη...Με χιλιάδες τόνους μετριέται η εξαγώγιμη αυτή ελιά και τα λάδια της εξαιρετικής ποιότητας και νοστιμιάς. Τα τρικάρτατα αυτά καράβια, πηγαίνοντας, τις Τριγλιανές ελιές στη Ρουμανία και τη Ρωσία, φόρτωναν και έφερναν από εκεί ξυλεία όχι μόνο για την Τρίγλια αλλά και για την Πόλη, την Κίο, τα Μουδανιά και όργωναν κι αυτό ακόμη το Αιγαίο, φθάνοντας ως τα νησιά και τον Πειραιά.[...]


Θανάση Πιστικίδη, «Τρίγλια Βιθυνίας», Ραφήνα 1983
Τι ήταν η Τρίγλια (σελ.135-136)

Επιμέλεια: ΣτάθηςΔημητρακός
Συνεχίζεται...

Στάθης Δημητρακός

■ Των μάλλον πεφημισμένων προϊόντων της Τουρκίας ήσαν, μεταξύ άλλων και αι ελαίαι της Τρίγλιας (Τίρλια ζειτούν)(1), αίτινες μέσου μεγέθους ούσαι και στρογγυλαί ενείχον την σάρκαν παχείαν και βουτυρώδη, προτιμώμεναι υπό της διεθνούς κοινωνίας της Κωνσταντινουπόλεως, όπου, ως επί το πολύ κατηναλίσκοντο, και εχρησίμευον εν ταίς τραπέζαις των πλουσίων ως ορεκτικά και παρά τω λαώ ως άρτημα τροφής θαυμάσιον μαύρο χαβιάρι τιτλοφορούμεναι. Εκλεκτότερον είδος ήσαν αι μη σιτευόμενοι εν άλμη (σαλαμούρα), αι εν κοφίνοις αλατιζόμεναι μέχρις ού  αποβάλωσι την πικρίαν και αποστραγγισθώσιν ωμοιάζον δε προς τας εν Ελλάδι θρούμπας(2) λεγομένας. Αύται σελεϊζεϊτούν(3) ονομαζόμεναι εχρησίμευον προς οικιακήν χρήσιν του παραγωγέως, όστις κρατεί και ιδιαιτέρως εκλεκτάς ελαίας εν άλμη δια την ετησίαν ανάγκη της οικογενείας [...].

Ελαίαι Τρίγλειας και γεωργικά προϊόντα
Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης- «Βρύλλειον Τρίγλεια», Αθήναι 1934,(σελ.116)

Λεξιλόγιο-Σχόλια   
(1)Τίρλια ζεϊτούν= Τίρλια έλεγαν οι Τούρκοι την Τρίγλια. Ζεϊτούν=ελιά. Σήμερα την Τρίγλια, οι Τούρκοι την ονομάζουν Ζειτίνμπαγ= ελαιότοπος.
(2)θρούμπα= Ελιά από τις μεσόκαρπες ποικιλίες με βάρος καρπού 2-5 γραμμάρια. Έχει διάφορες ονομασίες : Θρουμπολιά,, Χονδρολιά, Καλολιά, Ξανθολιά κ.α. Απαντάται στην Κρήτη, στις Κυκλάδες, στην Πελοπόννησο, στη Θάσο, στη Μυτιλήνη και στη Χαλκιδική.  Είναι ελαιόδεντρο μετρίου αναστήματος έως υψηλού. Υπάρχει μέχρι 700 μέτρα υψόμετρο.Παράγει βρώσιμη ελιά (θρούμπα), που περιέχει 28% λάδι.
(3)σελεϊζετούν=Μετά τον τρύγο της ελιάς, διάλεγαν κάμποσες καλές ελιές. Τις έβαζαν σε μια κόφα και τις αλάτιζαν με χοντρό αλάτι. Κατά διαστήματα τις άδειαζαν σε άλλη κόφα. Οι ελιές αυτές χωρίς άρμη, έχαναν γρήγορα την πικράδα τους και γίνονταν βρώσιμες. Προορίζονταν για τις ανάγκες της οικογένειας.   

■ [...] Θυμάμαι τους γέρους στα καφενεία να εξιστορούν τα γεγονότα.
Ορμάνια(1) τα κτήματα κι οι μπαχτσέδες(2) Τα πίτσια (3) περάσαν και τα δέντρα στο μπόϊ, ο τόπος γέμισε βατσινιά (4).
Για να παλέψουν μ' αυτή την άγρια φύση, που βρήκαν μπροστά τους, δημιούργησαν «ταϊφάδες». Ομάδες δηλ.  από 15 ως 20 ανθρώπους, που έπεφταν όλοι μαζί σε μια περιοχή κι άλλοι έκοβαν τα πίτσια, άλλοι κλάδευαν, κι άλλοι δούλευαν το λισκάρι τσιφτέ (δυάδες ).
Τον τρόπο αυτό εργασίας τον ονόμασαν «λινοβοθιές» (αλληλοβοήθεια) και συνήθως έλεγαν δουλεύομε στις λινοβοθιές. Έτσι, περνώντας από περιοχή σε περιοχή, προχωρούσε η δουλειά. Όσο για το ωράριο εργασίας ήταν άγνωστο. Η ανατολή του ηλίου τους έβρισκε πάντα στα κτήματα  κι αν δε νύχτωνε καλά, δεν έφευγαν. Το θαύμα έγινε μέσα σ' ένα χρόνο ή σ' ένα  χειμώνα., τα κτήματα έγιναν όπως ήσαν πριν. Ο τόπος ημέρεψε και τα ορμάνια έγιναν πάλι ζηλευτά κτήματα.[...]

Θανάση Πιστικίδη, «Τρίγλια Βιθυνίας», Ραφήνα 1983
Γυρισμός από την Προύσσα, Φθινόπωρο 1918 (σελ.254-255)

Λεξιλόγιο- Σχόλια
(1)ορμάνια ή ρουμάνια= περιοχές με πολλά πυκνά φυτά, άγριο πυκνό δάσος.
(2)μπαχτσέδες=κήποι, χωράφια με μουριές.
(3)πίτσια=παράριζα.
(4)βατσινιά= η βάτος / βάτσινο= βατόμουρο.
   
ΠΗΓΕΣ: 1. Όλοι οι προαναφερθέντες Τριγλιανοί συγγραφείς με αντίστοιχα κείμενά τους: - Αναστάσης Τακάς, Σταύρος Μαργαρίτης, Τρύφων Ευαγγελίδης, Θανάσης Πιστικίδης.   
2.«Όλα για την ελιά , ελαιόλαδο» Γρηγόρης Μπούκας, Καλλιεργητής.
3. «Γεωγραφία της Μ.Ασίας» Παντ. Κοντογιάννης, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1921.
4.«Το γλωσσικό ιδίωμα της Τρίγλιας», Ηρώ Πιστικού-Παπαγεωργίου, «Τριγλιανά Νέα,», Θεσσαλονίκη,Ιανουάριος-Φεβρουάριος, Μάρτιος 2004», Αρ.φύλλου 111, σελ.4.   
5.Γλωσσάρι της Τρίγλιας, Στάθης Δημητρακός, Ηρώ Πιστικού- Παπαγεωργίου, Ηρακλής Ψάλτης «Τριγλιανά Νέα» (συνέχειες).
6. «Τα Τριγλιανά κρασιά- Τρίγλειος οίνος»- Στάθης Δημητρακός, «Τριγλιανά Νέα»
Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2002, αρ.φύλλου 107, σελ.4 
7. «Λαογραφικά Παλλαδαρίου Προύσας Μ.Ασίας», Κωνσταντίνου Γ.Μαντά, Έδεσσα 1983.
8. «Κίος 1912- 1922,  Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Βασίλη Κουλίγκα, Εκδόσεις Δωδώνη 1988.
9.Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία»
10. Εγκυκλοπαίδεια «Δομή»
11. Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ν.Π Ανδριώτη, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1995.
12. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
13. Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος- Φυτράκης, Ελευθεροτυπία 1993 
14. Λεξικό των Ξένων Λέξεων στην Ελληνική Γλώσσα, Ηλία Ι.Κωνσταντίνου, Εκδόσεις Επικαιρότητα. 

Επιμέλεια:Στάθης Δημητρακός