ΤΩΝ ΑΚΟΙΜΗΤΩΝ: Μονή Στουδίου, Μονή Μηδικίου, Μονή Νταού (Ταώ)

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 06 Απριλίου 2015, 01:45:11 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 2 Επισκέπτες διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΤΩΝ ΑΚΟΙΜΗΤΩΝ

Των Ακοιμήτων Μοναχών και Μονών


Στο Βυζάντιο υπήρχαν μοναστήρια που οι μοναχοί τελούσαν ιερές λειτουργίες καθ' όλο το εικοσιτετράωρο. Με αυτή την προοπτική δημιουργήθηκαν κάποια μοναστικά κέντρα που οι μοναχοί  τους ονομάζονταν « Ακοίμητοι Μοναχοί» και οι μονές ονομάζονταν «των Ακοιμήτων». Τέτοιες  σπουδαίες μονές υπήρξαν : η Μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, η Μονή Μηδικίου στην Τρίγλια της Βιθυνίας και σύμφωνα με την παράδοση το ίδιο τυπικό ακολουθούσε κάποια εποχή  ένα μοναστήρι  της Αττικής,  η Μονή Νταού Πεντέλης στην Ραφήνα.

Ο μοναχισμός στο Βυζάντιο

Ο μοναχισμός ήταν ένα κίνημα που έμελλε όχι μόνο να επηρεάσει συστηματικά τη ζωή και τις αντιλήψεις των Βυζαντινών, αλλά να επιζήσει ως τις μέρες μας. Ο μοναχισμός ως κίνημα ήταν κίνημα λαϊκών (και όχι κληρικών) που αποζητούσαν την χαμένη αγνότητα των αποστολικών χρόνων. Τον μοναχικό βίο στο Βυζάντιο ασπάστηκαν άνθρωποι απ' όλα τα κοινωνικά στρώματα, ταπεινής ή ευγενούς καταγωγής . Αυτοκράτορες όπως ο Μιχαήλ Α΄Ραγκαβές (811-813) ή ο Ιωάννης ΣΤ' Κατακουζηνός τερμάτισαν τη ζωή τους ως μοναχοί. Ακόμα και πόρνες ή ληστές μπορούσαν  κι αυτοί  να ασπαστούν τον μοναχικό βίο , περνώντας από το δρόμο της αμαρτίας στο δρόμο της αρετής.

Η  ζωή των μοναχών στο μοναστήρι

Το μοναστήρι  στον κοινοβιακό μοναχισμό είχε μορφή και οργάνωση στρατοπέδου με εξωτερικό τοίχο να το προστατεύει. Η ζωή των μοναχών στο κοινόβιο ήταν κατανεμημένη κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η εργασία αποτελούσε ένα κομμάτι, η προσευχή και η ανάγνωση το άλλο, η τροφή και η ξεκούραση το τρίτο. Ειδικότερα, η καθημερινή προσευχή περιλάμβανε επτά (7) ακολουθίες: την νυχτερινή αγρυπνία που τελείωνε πριν την αυγή, τον όρθρο, που άρχιζε με την ανατολή του ηλίου, την τρίτη, έκτη και ενάτη ώρα (που αντιστοιχούν σήμερα στις 9π.μ, 12π.μ και 3μ.μ.), τον εσπερινόν (ή λυχνικόν)μετά ή πριν από το δεύτερο ή τελευταίο γεύμα και τέλος το απόδειπνο μετά τη δύση του ηλίου.  Με το σήμαντρο (ή κρούσμα ή ξύλον), μια ξύλινη σανίδα που την χτυπούσαν με ένα ξύλινο σφυρί δηλωνόταν κάθε φορά η σύναξη των μοναχών είτε στο καθολικόν της μονής είτε στην τράπεζα.
Η τράπεζα ήταν ίδια για όλους, όλοι έτρωγαν σιωπηλοί, καθισμένοι, γύρω από ένα μαρμάρινο ή πέτρινο τραπέζι ενώ ένας μοναχός διάβαζε όρθιος δυνατά είτε περικοπές από την Αγία Γραφή είτε άλλα ιερά κείμενα, όπως  Βίους Αγίων, ομιλίες Πατέρων κ.α.
Οι εργασίες στο μοναστήρι ή στα κτήματα ήταν κατανεμημένες σε διακονήματα. Μεγάλο μέρους του χρόνου των μοναχών ήταν φυσικά αφιερωμένο στις λειτουργίες και στις προσευχές. Τα πρωτεία σ' αυτό κατείχε η Μονή των Ακοιμήτων στην Κωνσταντινούπολη, όπου η λειτουργία στο καθολικό δεν γνώριζε παύση.

Η Μονή Στουδίου Κωνσταντινουπόλεως

Η Μονή Στουδίου, το περίφημο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης, βρίσκεται στον έβδομο λόφο, στον Ξηρόλοφο, στην παλιά πόλη κοντά στα βυζαντινά τείχη και τη Χρυσή Πύλη. Η Μονή ιδρύθηκε το 454 από ένα πλούσιο συγκλητικό τον Στούδιο, από τον οποίο πήρε το όνομά της. Ο Στούδιος θαύμαζε τον μοναχικό βίο και γι' αυτό έκτισε το μοναστήρι σε μεγάλη έκταση ιδιοκτησίας του. Η Μονή Στουδίου ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Το καθολικό της Μονής (ο Ναός) ήταν στο κέντρο του συγκροτήματος  και ήταν τύπου τρίκλιτης βασιλικής.
Οι πρώτοι που εγκαταστάθηκαν ήταν η αδελφότητα των «Ακοιμήτων» Μοναχών. Ονομάστηκαν «Ακοίμητοι Μοναχοί», γιατί τελούσαν λειτουργίες  χωρίς διακοπή νυχθημερόν. Η Μονή γνώρισε μεγάλη φήμη επί Θεοδώρου Στουδίτη τον 9ο αιώνα, διάσημο για τους αγώνες του υπερ της λατρείας των εικόνων, τότε η αδελφότητα αριθμούσε πάνω από 700 μοναχούς.  Αναδείχθηκε η πολυπληθέστερη μονή της  Κωνσταντινούπολης και ένα από τα πιο μεγάλα πνευματικά κέντρα της  Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι μοναχοί της ονομάστηκαν Στουδίτες και η οργάνωση του βίου τους αποτέλεσε πρότυπο για τον ορθόδοξο κόσμο. Οι Στουδίτες πήραν θέση κατά της εικονομαχίας, υπερασπίστηκαν τις εικόνες. Η Μονή έκλεισε κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας. Ανασυστήθηκε το 1294 και λειτουργούσε μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Μονή Μηδικίου ή των Πατέρων, Τρίγλια Προποντίδας

Στην περιοχή της Τρίγλιας της Προποντίδας ιδρύθηκαν και λειτούργησαν τον 8ο – 9ο αιώνα σπουδαία μοναστήρια και μοναστικές κοινότητες.  Μια από τις Μονές ήταν η Μονή Μηδικίου ή των Πατέρων. Ιδρύθηκε το 780 και είναι κτισμένη σε μια  κοιλάδα μεταξύ δύο λόφων, του λόφου «Σταυροπήδι», παραφθορά της λέξης «Σταυροπήγιον» και του λόφου «Μικρών Αλωνιών». Επειδή η θέση που κτίστηκε η Μονή ήταν καταπληκτική, κοντά στη θάλασσα ,κατάφυτη και  με πολλά νερά, προσείλκυε  πολλούς μοναχούς. Η Μονή είχε σχήμα παραλληλόγραμμο με λίγα και μικρά παράθυρα και έμοιαζε αν την έβλεπες από έξω ως φρούριο. Περιβαλλόταν από τείχος ύψους 25 μέτρων  και βίγλας(=παρατηρητήριο, σκοπιά)  για την άμυνα των μοναχών από  ληστοπειρατές.  Υπέστη επιθέσεις από Φράγκους κατά τον 12ο αιώνα και από Τούρκους κατά τον 14ο και 15ο αιώνα. Πολλές πυρκαγιές αλλοίωσαν το Ναό (καθολικό) της Μονής , αφιερωμένο στον Άγιο Σέργιο  αλλά και όλο το κτιριακό συγκρότημά της. Μετά τις καταστροφές από τις πυρκαγιές γίνονταν  εργασίες  ανακαίνισης και ανοικοδόμησης . Ο Άγγλος περιηγητής του 17ου αιώνος John Covel που επισκέφθηκε στην Τρίγλια το 1676 την Μονή Μηδικίου και την Μονή Πελεκητής αναφέρει ότι η Μονή Μηδικίου είχε τότε 25 μοναχούς. Το 1922, ο Τρ.Ε. Ευαγγελίδης μας πληροφορεί ότι στη Μονή υπήρχαν τρεις μοναχοί μαζί με τον ηγούμενο.   Σήμερα το σωζόμενο μοναστηριακό κτίριο, τίποτα  δεν θυμίζει  από την παλιά αίγλη της περιώνυμης Μονής Μηδικίου.     
  Σημαντικότατες είναι δύο πληροφορίες που αφορούν τη ζωή της Μονής Μηδικίου: Πρώτον, η Μονή υπήρξε κατά την περίοδο εικονομαχίας (8ος  -9ος αιώνας),  καταφύγιο των εικονολατρών και υπέστη πολλά δεινά  από τους εικονομάχους. Δεύτερον , οι μοναχοί εφάρμοζαν το σύστημα των «Ακοιμήτων».  Ο Τρύφων .Ε.Ευαγγελίδης στο βιβλίο «Βρύλλειον- Τρίγλεια» (σελ.43) γράφει  : [...]Το διέπον  την Μονή σύστημα ήτο των «Ακοιμήτων» λεγομένων μοναχών, οίτινες  διαιρούμενοι κατά τινας εις  3ή 6 χορούς έψαλλον νυχθημερόν  την ακολουθία της Μονής» [...] ,[...] Ο πολύς Θεόδωρος Στουδίτης  (759-826)  ομιλών περί Ακοιμήτων λέγει: «...όρα γαρ γενόμενον, ψαλμωδία την ψαλμωδίαν διαδέχεται, ανάγνωσις την ανάγνωσιν, μελέτη την μελέτην, προσευχή την προσευχήν καθάπερ κύκλος άγων και συνάπτων ημάς τω Θεώ» (σελ.135).
Μετάφραση:
«Πρόσεξε αυτό που συμβαίνει, η ψαλμωδία διαδέχεται την ψαλμωδία ,  η ανάγνωση την ανάγνωση , η μελέτη την μελέτη, όπως ακριβώς ένας κύκλος που μας οδηγεί και μας ενώνει με το Θεό».
Η μετάφραση  είναι της φιλολόγου Δέσποινας Παρασκευά- Κράνη, από το βιβλίο της «Τριγλεία της Βιθυνίας, τόπος Οσίων, Μαρτύρων και Ομολογητών» (σελ.25).

Η Μονή Παντοκράτορος Νταού Πεντέλης Ραφήνας
           
Η  Μονή Παντοκράτορος Νταού Πεντέλης Ραφήνας, βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Πεντελικού όρους σε υψόμετρο περιπου 250μ. Απέχει από την παραλία της Ραφήνας ΒΔ περίπου 6 χιλιόμετρα. Κτίστηκε πριν τον 10ο αιώνα ως ανδρικό κοινόβιο, είχε μεγάλη άνθηση, αίγλη και πολυπληθέστατη αδελφότητα.   Καταστράφηκε  για πρώτη φορά από επιδρομείς Σαρακηνούς ή Νορμανδούς. Ξανακτίστηκε τον 12ο αιώνα χάρη στη γενναία συμβολή του Νικόλαου Καματηρού (γόνου της μεγάλης Βυζαντινής Οικογένειας Καματηρών, από το κτήμα της οποίας προήλθε το τοπωνύμιο Καματερό, 7-8 χλμ. ΒΔ της Αθήνας ) και αφιερώθηκε στον Παντοκράτορα Σωτήρα Χριστό. Το 1204 οι Φράγκοι κατέλαβαν ολόκληρη την Ελλάδα και την Αττική, έδιωξαν τους Ορθόδοξους μοναχούς από το μοναστήρι. Αργότερα το μοναστήρι προσάρτηθηκε στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία της Αθήνας. Το 1465 όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αθήνα, έδιωξαν τους Φράγκους  και κατέστρεψαν για δεύτερη φορά ολοσχερώς τον Ναό της Μονής. Ένα και πλέον αιώνα η Μονή έμεινε έρημη. Την πρώτη πληροφορία για τη Μονή έχουμε σε ένα Πατριαρχικό έγγραφο (σιγίλλιον) του έτους 1614, στο οποίο αναφέρεται ότι  ο ναός ξανακτίστηκε εκ βάθρων στη θέση Ταώ από δύο γαιοκτήμονες της Αττικής, τον Δημήτριο Αναδρομάρη και τον Ιωάννη Ντούζη τον Αλεξηνά. Στην ανοικοδόμηση βοήθησαν με δωρεές ο Μητροπολίτης Αθηνών Σωφρόνιος, ο Επίσκοπος Σισανίου Λαυρέντιος,  ο ιερέας Νεκτάριος και  ο ιερομόναχος και κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης Θεοφάνης Καρύτσης ή Καρύκης. (Το όνομα του φέρει ο γνωστός Ναός του Αγίου Γεωργίου Καρύτση στην Αθήνα). Η Μονή ονομάστηκε Σταυροπηγιακή    (ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο). Η Νταού, όπως όλες οι Μονές, περιβαλλόταν από περίβολο και στη μέση ήταν το Καθολικό, το οποίο μέχρι σήμερα διέφυγε τις αλλεπάλληλες καταστροφές. Το κτίσμα είναι λιθόκτιστο με πλατείς τοίχους και παρουσιάζει από πλευράς αρχιτεκτονικής, στοιχεία Βυζαντινά, Φραγκικά και Ιβηρικά  (Γεωργιανά). Το Καθολικό αποτελείται από τον κυρίως ναό, τον εσωνάρθηκα και τον εξωνάρθηκα. Ο κυρίως ναός είναι ορθογώνιος, πανύψηλος  με τρούλο που στηρίζεται σε έξι σημεία, με πρόναο που έχει πύργο. Το Καθολικό του ναού έχει γυναικωνίτη. Ο γυναικωνίτης ήταν για τους άρχοντες.  Το πιο σημαντικό είναι ότι ο ναός έχει οκτώ Άγιες Τράπεζες και φαίνεται ότι ανήκε στο σύστημα  των Ακοιμήτων . Ενδιαφέρον παρουσιάζει  η πληροφορία από τις  σημερινές αδελφές της Μονής ότι ο κυρίως ναός της μονής που διέθετε οκτώ συνολικά Αγίες Τράπεζες,  αποσκοπούσε στο να είναι δυνατή η εκ περιτροπής τέλεση τρίωρων Λειτουργιών σε κάθε μία από τις οκτώ αυτές Αγίες Τράπεζες, δεδομένου ότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν την τέλεση Θείας Λειτουργίας για δεύτερη φορά την ίδια μέρα στην ίδια Αγία Τράπεζα. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Λειτουργία στη μονή ήταν αδιάλειπτη 24 ώρες το εικοσιτετράωρο (τρίωρες Λειτουργίες επί οκτώ Αγίες Τράπεζες), και δεν έπαυε ποτέ, καθιστώντας τη μονή ΤΑΩ μια «Μονή των Ακοιμήτων». Μετά την ανοικοδόμηση συναθροίστηκαν στη μονή πάνω απο 180 μοναχοί. Η μονή αναπτύχθηκε και άνθιζε. Στα τέλη του 17ου  αιώνα(1680) Αλγερινοί  πειρατές  με κουρσάρικα καράβια λεηλατούσαν και ερήμωναν τα παράλια μέρη. Οι πειρατές εκείνη την εποχή ήταν κυρίαρχοι των θαλασσών και είχαν τόσο αποθρασυνθεί ώστε έκαναν «γιουρούσια», ακόμη και σε μακριά από την παραλία, χωριά και μονές,  λεηλατούσαν και κατέσφαζαν λαϊκούς και κληρικούς αδιακρίτως. Τότε, είχαν πιάσει λιμάνι στον όρμο της Ραφήνας κατά τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Κάποιος υπηρέτης της Μονής που μισούσε τους μοναχούς συνεννοήθηκε με τους πειρατές και τους έμπασε από κρυφή δίοδο (σήραγγα) στη Μονή. Οι πειρατές κατέσφαξαν 179 μοναχούς ενώ αυτοί γιόρταζαν την Ανάσταση, λεηλάτησαν και ερήμωσαν τη Μονή. Σώθηκε δε μόνο ένας ιερέας με τον υποτακτικό του, που είχε πάει στο Μετόχι Χοιροτσακούλι (Γεροτσακούλι), στην ανατολική πλευρά της Πεντέλης και έκανε Ανάσταση στους εκεί κολίγους. Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα  επιστρέφοντας βρήκε  λίγο μακρύτερα από την Μονή  δύο από τους μοναχούς φονευμένους. Κάτι  φοβερο κατάλαβε πως συμβαίνει. Ανέβηκε και διανυκτέρευσε  στο βουνό πάνω από τη Μονή και το πρωί είδε από εκεί ψηλά να αναχωρούν από την Ραφήνα με σηκωμένα τα κόκκινα πανιά τους  τα πειρατικά καράβια. Ο ιερέας κατέβηκε στη Μονή βρήκε όλους τους μοναχούς φονευμένους. Πήγε στη Μονή Πεντέλης, πήρε μοναχούς και  τους ενταφίασε.   
    Μετά το μαρτυρικό αυτό τέλος η Μονή έγινε μετόχι της Μονής Πεντέλης, παρέμεινε σχεδόν ερειπωμένη. Ο Δ. Γ. Καμπούρογλου στο βιβλίο του «ο Αναδρομάρης» έκδοση 1914 γράφει: «Σκεπασμένον από σκοτεινά δάση, μεταξύ χαραδρών και χειμμάρων, κρύπτεται ένα ερειπωμένο μυστήριο. Η γνωστή μας Μονή Ταώ». « ...Το περίεργον οικοδόμημα έχει και ένα περίεργον πύργον με κρυψώνα».Έτσι γνώρισαν τη Μονή οι Τριγλιανοί πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην Ραφήνα από τον Αύγουστο του 1923 και μετά.  Η περιοχή γύρω από τη Μονή ήταν και είναι  πανέμορφη. Κατάφυτη από πεύκα και  πλαισιωμένη με πανύψηλα υπεραιωνόβια πλατάνια, κυπαρίσσια και αγριοκυπάρισσα.   Γύρω  στα βουναλάκια και στις ρεματιές της Νταού υπήρχαν και υπάρχουν μυρτιές,  πικροδάφνες, σχίνα, πουρνάρια, κουμαριές, θυμάρια, βατομουριές και πολλά αγριολούλουδα. Ονομαστές ήταν οι πηγές της Πεντέλης και οι πηγές που υπήρχαν στη περιοχή της Νταού, όπως για παράδειγμα του Κίτσου η Βρύση.   Τώρα πια έχουν  στερέψει. Στην είσοδο του μοναστηριού  και στην αρχή της ρεματιάς υπάρχει πηγή (βρύση) που παλιότερα έτρεχε πολυ νερό ολόκληρο το χρόνο,  τώρα τρέχει σπανίως και εποχιακώς.
Η ερειπωμένη Μονή ήταν προσκύνημα και χώρος αναψυχής.  Μέχρι το 1963 έμεναν κατά καιρους ένας-δυό μοναχοί(μετοχιάρηδες) αποσπασμένοι από τη Μονή Πεντέλης. 
Η μονή έμεινε έρημη και πάλι 283 χρόνια (1680-1963).Το 1963 εγκαταστάθηκε γυναικεία αδελφότητα μοναχών(11 μοναχές). Σήμερα είναι κοινοβιακό  μοναστήρι με περίπου 30 μοναχές, το οποίο  ακολουθεί πιστά την ιερά παράδοση του Ορθόδοξου Μοναχισμού. Η Μονή υπάγεται στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών.
Για το όνομα της Μονής Νταού Πεντέλη, υπάρχουν διάφορες εκδοχές της προέλευσής του: Σε «Πατριαρχικό έγγραφο» (σιγίλλιον-1614), φαίνεται ότι Ταω ονομάζεται τότε η τοποθεσία, όπου ήταν η Μονή. Ενισχύεται αυτό από την επιγραφή της Πύλης του περιβόλου της Μονής, όπου αναγράφεται «Ταώ δαπάνη 1648» πιθανώς ο χρόνος των τελευταίων επισκευών.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   
Από παλιά το όνομα Ταω χρησιμοποιούνταν από τους  λόγιους και  τους λογιότατους μοναχούς, ενώ το όνομα Νταού  το οποίο επικρατεί μέχρι σήμερα χρησιμοποείται από το λαό.  Το Μοναστήρι γιορτάζει στις 6 Αυγούστου, Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.

Πηγές:
1.Σ. Ευθυμιάδης, Α. Κυρκίνη- Κοτούλα, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Δημόσιος και Ιδιωτικός βιος στην Ελλάδα Ι: Από την αρχαιότητα εως και τα Μεταβυζαντινά χρόνια, Τόμος Β, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στο Βυζάντιο και Μεταβυζαντινό κόσμο, Κεφάλαιο 2, Ενότητα 2.4 «Η ζωή των μοναχών στο κοινόβιο» ( σελ.239-241)ΕΑΠ, Πατρα 2001.
2. Ιστορία του Ελληνικού  Έθνους, Βυζαντινός Ελληνισμός, Μεσοβυζαντινοί χρόνοι, Τόμος Η, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε, 1979. 
3. Εγκυκλοπαίδεια Υδρία
4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή
5. Τρύφ. Ε. Ευαγγελίδου, «Βρύλλειον- Τρίγλεια», Αθήνα 1934.
6.Δέσποινα Παρασκευά- Κράνη, «Τριγλεία της Βιθυνίας, τόπος Οσίων Μαρτύρων και Ομολογητών», Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής
7.Ιερονόμαχος Θεοδόσιος (Σεπετσής) Μικραγιαννίτης, "Ιερά Μονή Μηδικίου",  Ιανουάριος 2010, Τριγλιανά Νέα αρ. φύλλου 129.
8. Ευαγγέλου Π. Λέκκου «Τα Ελληνικά Μοναστήρια», Ιερά Μονή Παντοκράτορος Νταού Πεντέλης, Ελεύθερος Τύπος- Αθήνα 1995
9.Δ.Γρ. Καμπούρογλου «Ο Αναδρομάρης »,  Αθήναι, 1914
10.Δ.Γρ. Καμπούρογλου «Ο Αναδρομάρης της Αττικής»,  Αθήναι, 1920
Ανατύπωση Βιβλιοπωλείο Διονυσίου Νότη Καραβία. 
11.Γεωργ. Α. Σωτηρίου : «Η Νταού Πεντέλη», Ημερολόγιον Οδοιπορικού Συνδέσμου – 1925.
12.«Εις οσμήν ευωδίας πνευματικής» ,Διμηνιαίο έντυπο πνευματικής οικοδομής Ιεράς Μονής Παντοκράτορος Ταω Πεντέλης, Έτος 1ο Νοέμβριος 2008, Τεύχος 1ο.