Θ. Πιστικίδης: 1938-1940, Η ζωή μου πάνω στο «εύδρομο» ΕΛΛΗ.

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 15 Αυγούστου 2015, 10:08:26 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Θ. Πιστικίδης: 1938-1940, Η ζωή μου πάνω στο «εύδρομο» ΕΛΛΗ.
(από το βιβλίο Θ. Πιστικίδης «Πες μας παππού...», 1986, σελ 74)

Πως είναι άραγε η ζωή σε ένα πολεμικό, και ειδικά στην ΕΛΛΗ, τις παραμονές, σχεδόν του πολέμου; Όχι όπως νομίζεται πάντως. Θα εκπλαγείτε!
Ο Θανάσης Πιστικίδης υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο πλοίο αυτό το 1938-39 και περιγράφει τις εμπειρίες του στο βιβλίο του, «Πες μας παππού...», 1986, σελ 74-124. Σήμερα με την επέτειο του τορπιλισμού της ΕΛΛΗΣ, νομίζω ότι είναι πολύ επίκαιρο.
Πάντα υπάρχει όμως και μια δεύτερη ανάγνωση. Πιστεύω ότι πίσω από τα δείπνα και τις δεξιώσεις παιζόταν, και πάντα παίζονται, πολύ σοβαρά πολιτικά παιχνίδια, ειδικά μια τέτοια δύσκολη εποχή που είχε αρχίσει να μυρίζει μπαρούτη.
Το κείμενο είναι σχεδόν 50 σελίδες (μικρού μεγέθους). Αναγκάστηκα να αφαιρέσω πολλά χιουμοριστικά επεισόδια, χωρίς να αλλοιώσω το κλίμα της εποχής. Καλή ανάγνωση.


Την στρατιωτική μου θητεία την υπηρέτησα σαν ναύτης στο Πολεμικό ναυτικό. Αν για τους περισσότερους νέους η διάρκεια μιας στρατιωτικής θητείας είναι ένας χρόνος χαμένος από τη ζωή τους, μια αναστολή θα λέγα στις δραστηριότητες τους, στην καριέρα τους, για μένα υπήρξε μια ανάσα. Και ακόμα μια ευκαιρία να βγω από τον αγώνα που με έζωνε από μικρό παιδί, μια ευκαιρία να βγω από το σπίτι και το κλειστό μου περιβάλλον, να δω τον έξω κόσμο του καφενείου και της οικοδομής, να αποκτήσω καινούργιες εμπειρίες (*). Εδώ στάθηκα τυχερός, γιατί κατατάχτηκα στο Ναυτικό που τόσο πολύ ήθελα. Και γιατί καταταχτήκαμε μαζί και στην ίδια ειδικότητα με ένα καλό μου φίλο, τον Στράτο Καλεμκερή. Καταταχτήκαμε στις 2-4-38. Παρουσιαστήκαμε στο Προγυμναστήριο Πόρο. Εκεί μείναμε ένα μήνα, μέχρι την ορκωμοσία.
Τότε, στη κλάση της Α΄ σειράς Στρατεύσιμων, ιδρύθηκε για πρώτη φορά και λειτούργησε στο Πόρο, η πρώτη σχολή θαλαμηπόλων μεσοδόμων, όπως την έλεγαν. Ήταν ο προπομπός, θα μπορούσα να πω χωρίς να πέσω έξω, των σημερινών σχολών Τουριστικών Επαγγελμάτων. Επέλεξαν, λοιπόν, όσους από μας είχαμε δηλώσει ότι είχαμε κάποια σχέση με το επάγγελμα του δίσκου, είχαμε μ' άλλα λόγια δουλέψει γκαρσόνια και μας έστειλαν εκεί.
Εγώ και ο φίλος μου ο Στράτος ο Καλεμκερής, που κι αυτός είχε δουλέψει σαν σερβιτόρος για πολύ καιρό στη Ραφήνα, στο εστιατόριο του Κυριάκου Δρακούλη και μετά του θείου του Δημοσθένη Καλεμκερή «Μόντε Κάρλο», είμαστε από τους πρώτους που γραφτήκαμε σαν μαθητές. Πριν ακόμα τελειώσουμε την εκπαίδευση, έρχεται ένα επείγον σήμα από το Υπουργείο Ναυτικών που έλεγε να γίνει αμέσως η επιλογή των δύο καλυτέρων μαθητών της σχολής και να σταλούν στη Κέρκυρα για ειδική υπηρεσία. Έτσι, σε είδος διαγωνισμού, μας βάλανε κατά ζεύγη, να στρώνουμε τραπέζια σε διάφορους τρόπους που είχαμε διδαχτεί. Η τύχη μας βοήθησε. Το δικό μας ζευγάρι εγώ και ο φίλος μου ήρθαμε πρώτοι. Μας έδωσαν αμέσως τα πτυχία μας και φύγαμε για Κέρκυρα. Έτσι μπορούμε να πούμε πως εμείς οι δύο είχαμε τα αρχαιότερα με υπ΄ αριθμόν ένα και δύο πτυχία τουριστικών επαγγελμάτων.
Εκεί μας τοποθέτησαν τραπεζοκόμους «υψηλών προσώπων», Βασιλιάδων και Μεταξάδων, που πηγαινοέρχονταν εκείνο το καλοκαίρι στην Κέρκυρα. Παράλληλα, ανήκαμε στο πλήρωμα του εύδρομου ΕΛΛΗ, του πολεμικού μας εκείνου που έμελλαν λίγο αργότερα, το δεκαπενταύγουστο του 1940, να το τορπιλίσουν οι Ιταλοί στην Τήνο.
Το εύδρομο ΕΛΛΗ ήταν τότε τιμητική φρουρά του Βασιλιά Γεωργίου, που παραθέριζε εκείνο το καλοκαίρι στην Κέρκυρα και ήταν μόνιμα αγκυροβολημένο «αρόδο» έξω από το λιμάνι της Κέρκυρας, κοντά στο νησάκι Βίδο.
Ας μη τα πολυλογώ, όμως. Παρ' όλη τη δουλειά και την συνεχή ενασχόληση, το καλοκαίρι εκείνο ήταν για μένα ένα όνειρο. Ένας αξέχαστος σταθμός στη ζωή μου. Από την οικοδομή και γκαρσόνι σε καφενείο εγώ, και γκαρσόνι εστιατορίου ο φίλος μου, βρεθήκαμε ξαφνικά με κολλαριστές στολές, κλειστά κολάρα, χρυσά κουμπιά και γαντοφορεμένοι να σερβίρουμε Βασιλιάδες με μεγάλες στολές. Πρωθυπουργούς, Υπουργούς φρακοφορεμένους, ξένους Ναυάρχους, ανθρώπους της πολύ υψηλής αριστοκρατίας, αυλικούς και άλλα «επιφανή πρόσωπα».
Το καλοκαίρι εκείνο του 1938, για να υποβάλουν τα σέβη τους στον Γεώργιο τον Β΄, παρέλασε από την Κέρκυρα, όχι μόνο ολόκληρος ο Αγγλικός στόλος της Μεσογείου, κατά μοίρες, με επικεφαλής τη Ναυαρχίδα του το θωρηκτό του κόσμου το ΧΟΥΝΤ. Όπως θυμόμαστε στον πόλεμο που ακολούθησε το βύθισαν οι Γερμανοί ανοιχτά της Ισλανδίας. Ακόμα παρέλασαν μοίρες του Γαλλικού , Ιταλικού, Γιουγκοσλάβικου στόλου και εκπαιδευτικά Ναυτικών Δοκίμων, Πολωνέζικα κ.α.
Την επίσκεψη κάθε μοίρας, μετά την καθιερωμένη πρώτη επίσκεψη αξιωματικών «συνήθως του Υπάρχου» για τον χαιρετισμό της σημαίας, ακολουθούσε επίσημο γεύμα για τους ανώτερους αξιωματικούς, στο Καρέ της ΕΛΛΗΣ, για 20-25 συνήθως άτομα και μετά δύο τρεις μέρες ακολουθούσε μεγάλη δεξίωση στο κατάστρωμα.
Στις δεξιώσεις αυτές έπαιρναν μέρος από εκατό ως διακόσια άτομα. Μετείχαν σ΄ αυτές εκτός από τους φιλοξενούμενους αξιωματικούς των ξένων πολεμικών και οι ντόπιες Κερκυραϊκές αρχές (Νομάρχης, Δήμαρχος, Λιμενάρχης κλπ.) και ένας συρφετός της Αθηναϊκής αριστοκρατίας παρεπιδημούσε επίτηδες στην Κέρκυρα και είχε κατακλύσει το «Μπέλα Βενέτσια» το πιο αριστοκρατικό ξενοδοχείο της Κέρκυρας, καθώς και άλλα πολυτελή ξενοδοχεία.
Άλλες ευκαιρίες για κοσμικές επιδείξεις και εμφανίσεις, μια που ολόκληρη η Αυλή του Γεωργίου Γλίξμπουργκ βρίσκονταν εκεί, δίνονταν και από τις μοίρες των ξένων στόλων. Οι επισκέψεις τους στη Κέρκυρα, κρατούσαν συνήθως οχτώ ως δέκα μέρες και αμέσως τις διαδέχονταν άλλες. Φυσικά ανταπέδιδαν και αυτοί τα γεύματα και τις δεξιώσεις.
Την πρώτη μας επαφή με την υψηλή κοινωνία, το πρώτο μας βάφτισμα το πήραμε την επομένη κιόλας μέρα που ήρθαμε στη Κέρκυρα. Ήταν στην ΕΛΛΗ.
Την προηγουμένη μέρα είχε καταπλεύσει η Ναυαρχίδα της Μεσογείου, του Αγγλικού στόλου, το Γουωτσπάιτ, μαζί με τα συνοδά πλοία μιας μοίρας. Το μεσημέρι έγινε η καθιερωμένη επίσκεψη για τον χαιρετισμό της σημαίας, από τον Κυβερνήτη, τον Ύπαρχο και έναν Πλωτάρχη. Έπειτα μας κάλεσαν και προσφέραμε το καθιερωμένο ποτό και ορίσθηκε για την επομένη, το επίσημο γεύμα προς τιμήν του Αρχηγού του Αγγλικού στόλου της Μεσογείου, Ναυάρχου Άντριους Κάννιγκαμ, που σ' αυτό θα έπαιρνε μέρος και ο Βασιλιάς.
Νωρίς το απόγευμα της άλλης μέρας, της ημέρας του επισήμου δείπνου, μας κάλεσε μας κάλεσε ο κυβερνήτης του ΕΛΛΗ, πλοίαρχος Αλφρέδος Λεοντόπουλος, και μας ρώτησε αν θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε τραπέζι στημένο σε «Αγγλικό στυλ». Μας έκανε κάμποση ώρα θεωρία και μας έδωσε οδηγίες για το πώς έπρεπε να φερθούμε το βράδυ στα τόσο «υψηλά» πρόσωπα. Πραγματικά στήθηκε ένα τραπέζι περίφημο που ούτε εμείς μπορούσαμε να το φανταστούμε.

Πέρασαν κάμποσες μέρες, μήνας ίσως στον ίδιο ρυθμό, όταν ξαφνικά ένα σήμα έδωσε εντολή στο πλοίο να αποπλεύσει για την Πάτρα, όπου θα γινόταν η παραλαβή νέων επισήμων. Ξεκινήσαμε το πρωί από την Κέρκυρα και νωρίς το απόγευμα βρισκόμαστε στην Πάτρα. Αγκυροβολήσαμε έξω από το λιμάνι, χωρίς να σβήσουμε τις μηχανές και περιμέναμε.
Λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος, ανέβηκαν οι επίσημοι στο πολεμικό. Ήταν ο δικτάτορας Μεταξάς που πήγαινε στη Κέρκυρα να ορκίσει καινούργιο Υπουργό δικαιοσύνης τον Ταμπακόπουλο, ενώπιον του Βασιλέως. Μαζί του ήταν ο περίφημος Γιάννης Διάκος (δαιμόνιος δημοσιογράφος, μυστικοσύμβουλος του Μεταξά και θεωρητικός του φασισμού στην Ελλάδα), ο Σπέτζας Υπουργός Παιδείας, ο Μανιαδάκης (γνωστή η ταυτότης του φαντάζομαι), ο υπασπιστής του Μεταξά Αντισυνταγματάρχης Νόμπελης και μερικοί ακόμη, καμιά δεκαριά, που δεν τους θυμάμαι. Ήταν τέλος και ένας τεράστιος λεβεντοτσολιάς, που έκαμε χρέη καμαρότου του Μεταξά. Με την βενζινάκατο της ΕΛΛΗΣ, επιβιβάστηκαν στο πολεμικό και αμέσως ξεκινήσαμε για Κέρκυρα. Ταξιδέψαμε όλη νύκτα με συσκότιση φώτων.

Και το καλοκαίρι κύλησε ήρεμε στη Κέρκυρα. Με την παρουσία του φίλου μου του Στράτου, δεν μας έλειπε ούτε η Ραφήνα. Μπορούσαμε να συζητάμε τα σχετικά μα αυτήν και τα δικά μας, ώρες. Σιγά-σιγά οι μοίρες των ξένων στόλων αραίωσαν, ώσπου σταμάτησαν. Οι Αθηναίοι παραθεριστές άρχισαν και αυτοί να φεύγουν. Στις 15 του Σεπτέμβρη παρ΄ όλο που ο καιρός ήταν ακόμα πολύ καλός, το φουγάρο της ΕΛΛΗΣ άρχισε να καπνίζει από το πρωί. Ετοιμαζόμαστε για επιστροφή. Ο παραθερισμός του Βασιλιά τελείωσε. Από τον Ύψο που ήταν η μόνιμη κατοικία του, το θέρετρο του, μας ήρθαν με την άκατο οι βαλίτσες. Βαλίτσες. Βαλίτσες παντός τύπου και μεγέθους 20 -30 ποιος θυμάται τον αριθμό και μαζί ο ιδιαίτερος καμαρότος του ο κυρ-Δημητρός. Το ηλιοβασίλεμα έφτασε με την πολυτελή βενζινάκατο του ο βασιλιάς. Επιβιβάστηκαν όλοι και αφού πήραμε επάνω και την πολυτελή βενζινάκατο, ξεκινήσαμε με συσκότιση πάντα για το ταξίδι της επιστροφής. Όλη η βασιλική ακολουθία γευμάτισε κανονικά το μεσημέρι και το απόγευμα τους αποβιβάσαμε κάπου κοντά στη Σχολή Δοκίμων, ενώ εμείς αγκυροβολήσαμε μετά από λίγο στο Ναύσταθμο.

Μια σύντομη άδεια εξόδου τεσσάρων ημερών, τον Σεπτέμβριο, που με έφερε στη Ραφήνα. Σε λίγες μέρες επιστρέφοντας στο πλοίο σαλπάραμε για γυμνάσια με όλο το στόλο για το Ιόνιο. Αυτή την φορά ο επίσημος επιβάτης του πλοίου ήταν ο στεριανός υπουργός των Ναυτικών Παπαδήμας. Γερμανόφιλος, σαν τον προϊστάμενο του τον Μεταξά, ο Παπαδήμας, διπλωματικότατος ο κυβερνήτης (τι διάολο έκανε τόσα χρόνια στις πρεσβείες ακόλουθος) άλλαξε αμέσως το σκηνικό στο καρέ, στα τραπεζώματα.
-Υπουργέ μου, γερμανικότατο το τραπέζι μας. Τραπεζομάντηλο και μπόλικο μαύρο ψωμί και πρώτο πιάτο «παπουτσάκια». Ενώ στο Αγγλικό σύστημα τραπεζιού δεν υπήρχε τραπεζομάντηλο και μόνο ένα ελάχιστο ίχνος ψωμιού.
Ήταν δε τόσο στεριανός και άσχετος με τη θάλασσα ο υπουργός Ναυτικών, που δεν άντεχε ούτε τη φουσκοθαλασσιά. Και θυμάμαι ακόμα μια νύχτα των γυμνασίων, όπου σαν «καταδιωκόμενοι» είχαμε κρυφτεί στον κόλπο της Βασιλικής της Λευκάδας, και είδε τα σήματα «δι' αναλαμπών» και ρώτησε:
-Τι είναι αυτά τα φωτάκια που αναβοσβήνουν;

Στο μεταξύ, ήρθαν σήματα από τον Αρχηγό του Στόλου τον τότε ναύαρχο Δημήτριο Οικονόμου, να του σταλεί ο ένας από τους δύο καμαρότους στον ΑΒΕΡΩΦ. Ο κυβερνήτης κράτησε εμένα στο ΕΛΛΗ κι έστειλε το φίλο μου το Στράτο Καλεμκερή στον Οικονόμου στου ΑΒΕΡΩΦ.
Σε λίγο όμως άλλαξε ο κυβερνήτης και ο ύπαρχος. Στη θέση του κυβερνήτη μας ήρθε ο επίσης πλοίαρχος Ευάγγελος Φλόκας και στη θέση του ύπαρχου ο πλωτάρχης Νίκος Κοτσιλίρης. Ο νέος κυβερνήτης με προσέλαβε προσωπικό του καμαρότο στο δικό του καρέ κι έτσι γλύτωσα την τραπεζαρία των αξιωματικών που σε αυτήν, στο μεταξύ, είχα ενταχθεί, μια και είχαν τερματιστεί τα επίσημα γεύματα και οι δεξιώσεις.
Όπως όλοι ξέρουμε, η διεθνής κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε. Το χειμώνα και την άνοιξη του 1939, η Ευρώπη άρχισε να ταρακουνιέται από τα φασιστοειδή της Ευρώπης του Χίτλερ και Μουσολίνι. Παρ' όλες τις εκλεκτικές συγγένειες της Μεταξικής Δικτατορίας μαζί τους, έπρεπε να ληφθούν κάποια μέτρα αμύνης.
Το ΕΛΛΗ διατάχθηκε στα μέσα Μαρτίου να φύγει για την Πάτρα, να αγκυροβολήσει μόνιμα εκεί και ο κυβερνήτης του Ευάγγελος Φλόκας να αναλάβει και να οργανώσει τη Ναυτική Αμυντική Περιοχή Νο1, που περιελάμβανε όλο το Ιόνιο, από τους Οθωνούς ως το Ταίναρο, και πήρε και τον τίτλο του Διοικητή Ν.Α.Π.1.
Η άφιξη και το αγκυροβόλιο ενός μεγάλου πολεμικού πλοίου στην Πάτρα, την τότε Πάτρα, απετέλεσε, όπως αποδείχθηκε, κοντά στα άλλα, κι ένα κοσμικό γεγονός. Μετά την πρώτη εθιμοτυπική επίσκεψη του τότε δημάρχου, βασιλείου Ρούφου, του νομάρχη Αχαΐας Πέπα, του λιμενάρχη Καραδήμου, του διοικητού της Μεραρχίας στρατηγού Παπαδόπουλου, άρχισαν οι κοσμικές σχέσεις και επαφές. Γρήγορα το καρέ, το σαλόνι δηλαδή της ΕΛΛΗΣ, έγινε ένα από τα κοσμικότερα της Πάτρας από όπου παρέλασαν όλα τα λαμπερά και βροντερά ονόματα του βιομηχανικού, εμπορικού και πολιτικού κόσμου της τότε Πάτρας.
Ζύγωνε κιόλας το Πάσχα του 1939. Φτιάξαμε τότε μια χορωδία από ναύτες για να ψάλουν την Μ. Παρασκευή τα εγκώμια στην εκκλησία του Παντοκράτορα. Μέσα σ΄ αυτούς ήμουν και γω, γιατί από μικρό, εδώ στη Ραφήνα, ο δάσκαλος με έστελνε σχολιαρούδι στο αναλόγιο σαν κανόναρχο και έλεγα συχνά τον Απόστολο στην εκκλησία.
Την Μ. Παρασκευή λοιπόν βρισκόμαστε όλοι στην εκκλησία. Όχι μόνο εμείς της χορωδίας αλλά και οι άλλοι ναύτες, όσοι είχαν πάρει άδεια εξόδου, τόσο από το πολεμικό πλοίο όσο και από το λιμεναρχείο. Είμασταν τόσο πολλοί που είχαμε γεμίσει με κολλαρίνα την εκκλησία. Ενώ λοιπόν περιμέναμε να φτάσει η λειτουργία στο «Η ζωή εν τάφω», έρχεται ο αγγελιοφόρος υπαξιωματικός και μας ειδοποιεί να αφήσουμε αμέσως την εκκλησία και να γυρίσουμε ο καθένας στην υπηρεσία του. Εμείς στο πλοίο μας και οι άλλοι στο λιμεναρχείο. Αδειάσαμε αμέσως την εκκλησία και κατηφορίσαμε προς το λιμάνι ανήσυχοι. Όταν φθάσαμε μάθαμε πως όλες οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας ήταν σε επιφυλακή γιατί ο Μουσολίνι, εκείνο το βράδυ, είχε κάνει απόβαση και κατέλαβε την Αλβανία. Μ. Παρασκευή του 1939 οι Ιταλοί είχαν περάσει την Αδριατική και ήταν πια στα σύνορά μας.
Σε λίγες μέρες και για κανένα μήνα, η ζωή πάνω στην ΕΛΛΗ, εκεί στην Πάτρα κυλούσε ήρεμα. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και στην υπόλοιπη Ευρώπη όπου ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, προ πάντων ο πρώτος είχαν αρχίσει να ανάβουν τις φωτιές του καινούργιου πολέμου.
Από τα μέσα Μαΐου είχαν αρχίσει να σφίγγουν και τα δικά μας τα ζωνάρια. Ένα ξαφνικό σήμα διέταξε την ΕΛΛΗ να αποπλεύσει από την Πάτρα για τον Ναύσταθμο, για να ενταχθεί εκεί σε μοίρα του στόλου. Αλλά ο κυβερνήτης δόθηκε εντολή, να παραμείνει στη Πάτρα. Εκεί μαζί με ορισμένο αριθμό αξιωματικών και οπλιτών και με την ιδιότητα του ως Διοικητή της Ναυτικής Αμυντικής περιοχής Ιονίου Ν.Α.Π.1, να οργανώσει την παράκτιο άμυνα, από τους Οθωνούς μέχρι και το Ταίναρο.
Βρέθηκε γρήγορα ένα παλιό τριώροφο κτήριο, όπου εγκατασταθήκαμε. Εμένα μου ανέθεσαν υπηρεσία τηλεφωνητού και την μεταφορά της αλληλογραφίας. Ήμουν «ταχυδρόμος»! Ο διοικητής πια της υπηρεσίας πλοίαρχος Φλόκας ταξίδευε συνεχώς στα νησιά του Ιονίου και σε όλες τις γειτονικές παραλιακές πόλεις. Μαζί με τους τοπικούς λιμενάρχες, όπως πληροφορήθηκα μετά τον πόλεμο, είχε οργανώσει θαυμάσια τη Ναυτική Άμυνα της περιοχής του.
Όσο για μένα, το διάστημα μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου που πήρα το απολυτήριο μου από την Πάτρα, πέρασε πολύ ευχάριστα και ξένοιαστα. Έτσι τέλειωσε η στρατιωτική «ναυτική» μου θητεία, μια πραγματικά ωραία ζωή, διαρκείας 20 μηνών.
Και τώρα αφού εκπληρώσαμε την προς την πατρίδα υποχρέωση, η ζωή ξαναρχίζει, στον ίδιο πάλι το σκοπό.. Μεροκάματο στις οικοδομές την ημέρα και γκαρσόνι στο καφενείο το βράδυ(*). Αλήθεια, πώς να ξεφύγει από τη μοίρα του αυτή ένα παιδί, ένας άνθρωπος του χωριού όσες ανησυχίες κι να έχει, όση έφεση και να νοιώθει, όταν δεν έχει που να στηριχθεί, που να ακουμπήσει.
Και να σκεφτεί κανείς, πως αυτές όλες οι σκέψεις γίνονταν στη πιο ταραγμένη περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας. Στην περίοδο του 1940. Τότε, που ολόκληρη την Ευρωπαϊκή γη από τον Δνείπερο ως τα Πυρηναία, όργωναν οι γερμανικές ερπύστριες και τους ουρανούς έσχιζαν τα φασιστικά Στούκας. Τα Ευρωπαϊκά κράτη το ένα μετά το άλλο κατέρρεαν και στην ατμόσφαιρα της Ευρώπης η μυρουδιά της μπαρούτης ήταν διάχυτη. Στις 15 Αυγούστου το πολεμικό πλοίο που υπηρέτησα, η αγαπημένη μου ΕΛΛΗ, έπεφτε θύμα φασιστικών τορπίλων στο λιμάνι της Τήνου και μόλις έκλεισαν δύο μήνες από το γεγονός αυτό, ήρθε και επίσημα πια ο πόλεμος να μας κτυπήσει την πόρτα.

(*) Θ. Πιστικίδης: Τα εφηβικά μου χρόνια στη Ραφήνα του 1930
http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=1079.0