Θ. Πιστικίδη: Αντίστροφη Μέτρηση- «Ώρα Μηδέν» -Ξερίζωμα

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 20 Αυγούστου 2015, 07:02:51 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Θ. Πιστικίδη: Αντίστροφη Μέτρηση- «Ώρα Μηδέν» -Ξερίζωμα
Από το βιβλίο: Τρίγλια Βιθυνίας, 1983, σελ 73


Κι ήρθε το καλοκαίρι του 1922, το καταραμένο εκείνο καλοκαίρι, ο τελευταίος Αύγουστος. Αρχίζει η υποχώρηση από την Αλμυρά Έρημο, το Σαγγάριο, το Εσκί-Σεχήρ, την Προύσα. Αυτοί πάλι εξαπατούν τον Λαό, του χρυσώνουν το χάπι. Ο Ελληνικός Στρατός δεν υποχωρεί, αλλά συμπτύσσεται κι όλο συμπτύσσεται. Τα μηνύματα της κατάρρευσης, της οπισθοχώρησης ή της σύμπτυξης, όπως ήθελαν, φτάνουν στην Τρίγλια. Οι αγρότες στα χωράφια συναντούν στρατιώτες αυτόμολους, που δεν τολμούν να μπουν στο χωριό και μαθαίνουν τα πάντα. Η ανησυχία απλώνεται σιγά-σιγά σ΄ όλη την Τρίγλια, στους Έλληνες αλλά και στους Τούρκους ακόμη. Δεκαεννιά-είκοσι Αυγούστου οι Τούρκοι της Τρίγλιας κάνουν μια επιτροπή και συζητούν με τον δήμαρχο Κονδυλένιο να τους προστατεύσουμε αν μπει ο Ελληνικός Στρατός, υποχωρώντας στην Τρίγλια, κι αυτοί αναλάμβαναν να μας προστατεύσουν αν θα έρχονταν ο Τούρκικος Στρατός.
Στις 22 Αυγούστου καταρρέει πλέον το Μέτωπο του Εσκί-Σεχήρ και τίποτε δεν κρύβεται πια. Η ώρα μηδέν πλησιάζει. Στις 26 ή 27 Αυγούστου τ' απόγευμα αναστατωμένος ο κόσμος ζητά να μάθει νέα του πολέμου, νέα της κατάρρευσης, η ανησυχία για τη ζωή του, για την τύχη του, είναι φανερή. Το μήνυμα ότι το μέτωπο έσπασε και οι Τούρκοι του Κεμάλ καίνε, σφάζουν και πλησιάζουν, έχει σπείρει την αγωνία και τον τρόμο στους Τριγλιανούς. Στο καφενείο της Κυψέλης ο Δήμαρχος και μερικοί δημογέροντες και πρόκριτοι συζητούν με τους Τούρκους για το θέμα της αλληλοπροστασίας, όταν μπαίνει στο καφενείο ο Τριγλιανός στρατιώτης Ιορδάνης Μπαρμπής, κατασκονισμένος από την ταλαιπωρία κι αναγγέλλει ότι και στην Προύσα και στην Κίο και στα Μουδανιά ο στρατός συγκεντρώνεται για να κτυπηθεί και να υποχωρήσει. Τους συνιστά να φροντίσουν, όσο μπορούν, να κάνουν ότι είναι δυνατό για να φύγει ο κόσμος. Αυτός είχε έρθει να πάρει την μητέρα του, αυτή μόνο είχε, να φέρει μήνυμα και να φύγει αμέσως. Μέσα στο καφενείο βρίσκεται και ο παλιός γερο-Δήμαρχος, ο Στεφανής ο Κασούρης, ακούει και παρακολουθεί τα πάντα. Μόλις λοιπόν μίλησε ο στρατιώτης και έφυγε, σηκώνεται ο γερο-Δήμαρχος και λέει:
-Άκουσε δω Δήμαρχε, τι κάθεσαι και συζητάς μ΄ αυτούς, τι θα μπορέσουν να σου προσφέρουν αυτοί οι 30 Τούρκοι; Αν αυτοί κινδυνεύσουν από τους δικούς μας, εμείς είμαστε σε θέση να τους κρύψουμε και στον κόρφο μας ακόμη, αυτοί τι μπορούν να κάνουν για μας, που είμαστε χιλιάδες; Πήγαινε στη Δημαρχία και γράψε και στείλε ένα γράμμα στην Πόλη στον Καβουνίδη να στείλει τα βαπόρια του να μας πάρει να σωθούμε, γιατί αλλιώς σωσμός δεν υπάρχει.
Τα λόγια του γερο-Δημάρχου ήσαν σοφά, ήσαν προφητικά, ήσαν η πραγματική σωτηρία.
   Ναι, ναι Δήμαρχε, αυτό να κάνεις, φώναξαν όλοι στο καφενείο.
Και ο Δήμαρχος σηκώθηκε, πήρε μαζί του τον γραμματέα της Δημαρχίας, τον δάσκαλο Γιώργο Νικολόπουλο, πήγαν στη Δημαρχία και έγραψαν το γράμμα. Κατεβαίνουν και στο λιμάνι να βρουν μοτόρι για να το στείλουν, αλλά που να βρεθεί μοτόρι. Η αγωνία κορυφώνεται δεν μπορεί πια να την κρύψει κανένας. Και Να! Το μοτόρι φάνηκε στ΄ Αρμουτζή στον πέρα κάβο, είναι φορτωμένο εμπορεύματα του Αρμόδιου Στεργίου. Φθάνει στη μικρή σιδερένια σκάλα (μόλο), ο καπετάνιος πετά τον κάβο (παλαμάρι) να του τον δέσουν, αλλά εκείνοι τον ξαναπετούν πίσω.
   Πάρε το γράμμα αυτό και φύγε αμέσως για την Πόλη, να το πας στον Καβουνίδη, να στείλει τα βαπόρια να σωθούμε του λένε.
   Να ξεφορτώσω, να πάρω πετρέλαιο και να φύγω.
   Μη ξεφορτώνεις, φύγε όπως είσαι, του φωνάζουν και να κάψεις το πετρέλαιο του Στεργίου που κουβαλάς (στο φορτίο ήταν και μερικά βαρέλια πετρέλαιο). «Φύγε» του φωνάζει και ο Στεργίου. Το μοτόρι ξαναβάζει πλώρη για την Πόλη και πηγαίνει το μήνυμα της σωτηρίας στον Καβουνίδη.
Και πράγματι ήταν η κατάλληλη ενέργεια στην κατάλληλη ώρα. Στις 25 Αυγούστου ο Τούρκικος στρατός κατέλαβε το Μπαλού Κεσέρ και το Ινεγκιόλ, όχι πολλά χιλιόμετρα από μακριά μας, και πλησίαζε την Προύσα. Οι μάχες μαίνονται στην περίχωρα της Προύσας, Μπάσκιοϊ, Μιχαλίτσι και ως την Πάνορμο. Στις 28 Αυγούστου Γάλλοι καταλαμβάνουν τα Μουδανιά για να (προστατέψουν) τα τρένα και τους άμαχους. Η προδοσία είχε συντελεστεί, τ' αργύρια της προδοσίας είχαν καταβληθεί. Παράλληλα είχε εκδηλωθεί ενδιαφέρον για την φύλαξη των Τεμένων στην Προύσα από Άγγλους, Γάλλους και Ιταλούς.
29 Αυγούστου, νωρίς-απόγευμα. Το πρώτο πλοίο της σωτηρίας φτάνει. Ο Καβουνίδης ανταποκρίθηκε στην έκκληση και, πάντα αυθόρμητος και καλός πατριώτης, δεν στέλνει μόνο τα δικά του τα βαπόρια, αλλά ναυλώνει κι ένα Εγγλέζικο φορτηγό το «Τζένεραλ Γκόρντον» και το στέλνει. Βγάζει ακόμη το πλοίο του από επισκευή και το στέλνει κι αυτό ρυμουλκούμενο στην Τρίγλια. Έχει στείλει με το μοτόρι μήνυμα να είναι όλοι έτοιμοι στην παραλία να τους παραλάβει. Πρώτο το μικρό επιβατηγό το «Χελιδών» φορτώνει κόσμο και τον μεταφέρει στο μικρό νησάκι Καλόνυμος (ή Καλόλιμνος) και ξαναγυρίζει και ξαναφορτώνει. Ακολουθεί το ναυλωμένο εγγλέζικο «Γκόρντον». Φόρτωσε κι αυτό και φεύγει για να βγάλει τους Τριγλιανούς στην Τένεδο. Ακολουθεί το «Τρίγλια», που κάνει δυο δρομολόγια. Το πρώτο προς Ραιδεστό και το δεύτερο προς Τένεδο, ακολουθούν το «Αιγαίον» και τελευταίο το «Βιθυνία». Το «Αιγαίο» ήταν και αυτό ναυλωμένο από τον Καβουνίδη και τράβηξε προς Πειραιά και το «Βιθυνία» τράβηξε προς Θεσσαλονίκη. Λίγες μέρες αργότερα τ΄ άλλο βαπόρι του Καβουνίδη, το «Ευστράτιος», κατεβαίνοντας από Ρουμανία, μ΄ εντολή του Καβουνίδη παρέλαβε όσους Τριγλιανούς παρέμεναν ακόμη στη Ραιδεστό και τους μετέφερε στη Θες/νίκη ή στον Πειραιά, όπου εκείνοι ήθελαν. Η καλή μοίρα της τύχης της χάρισε ένα τέτοιο τέκνο, έναν τέτοιο άνθρωπο, έναν άνθρωπο τόσο δοσμένο στην Πατρίδα και στους πατριώτες του, που σ΄ αυτή την κρίσιμη στιγμή, έγινε ο Σωτήρας μας.
Και δεν ήταν μόνο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ένας ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ο Φίλιππος Καβουνίδης, ήταν και ένα ατρόμητο ΠΑΛΙΚΑΡΙ. Αγνοώντας τη θανατική του καταδίκη από τους Τούρκους και τις παρακλήσεις της γυναίκας του Αικατερίνης να μην έρθει ο ίδιος στην Τρίγλια, μήπως αναγνωρισθεί και συλληφθεί, αυτός όχι μόνο ήρθε στην Τρίγλια με τα βαπόρια, για να επιβλέψει τη φόρτωση, αλλά, παίρνοντας και μερικούς ανθρώπους του πληρώματος και μερικούς ψύχραιμους Τριγλιανούς, βγήκε στη Τρίγλια, πήγε στο σχολείο, πήρε όλα τα όργανα της Φιλαρμονικής κι ύστερα πήγαν στις εκκλησίες, απ΄ όπου σήκωσε όσα μπορούσε από τα ιερά κειμήλια, την Παντοβασίλισσα, την Αγία Επίσκεψη, Ευαγγέλια, Σταυρούς, δισκοπότηρα, εξαπτέρυγα κ.ά.
Η τραγωδία της επιβίβασης των κατοίκων στα πλοία είναι γνωστή και χιλιογραμμένη. Μέσα σ΄ αυτή τη σκοτεινή κόλαση, μέσα σ' αυτή τη φοβερή κοσμοχαλασιά, και ενώ ο ήλιος αργόσβυνε στον ξεθωριασμένο ουρανό, η Τρίγλια είχε αδειάσει, οι Τριγλιανοί έπαιρναν το δρόμο του άγνωστου, το δρόμο της περιπέτειας. Δεν θα ξανάβλεπαν πια ΠΟΤΕ την ΤΡΙΓΛΙΑ. Γι΄ αυτούς η ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ είχε σημάνει. Σε πολύ λίγες μέρες, η ώρα μηδέν σήμανε και για όλο τον Ελληνισμό της Μ. Ασίας με το ολοκαύτωμα της Σμύρνης και τον τραγικό απαγχονισμό του ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΥ δεσπότη της ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΑΛΑΦΑΤΗ.

Πέντε χωριανοί, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό.
   Εμείς δεν φεύγουμε, στείλαμε τις γυναίκες μας, τα παιδιά. Εμείς θα μείνουμε μια-δυο μέρες όσο μπορέσουμε. Άιντε στο καλό.
Ήταν οι: Θεολόγος Καγιάς, Αντώνης Λέου (Κουκής), Λεωνίδας Τζιτζιφύλλης, Νικόλαος Καρτηρλής και  Αναστάσης Πιτακάς.
Πριν γύρει ο ήλιος, άρχισαν να μπαίνουν στο χωριό Τούρκοι στρατιώτες άτακτοι, εξαγριωμένοι και οι Τούρκοι του χωριού ήδη διαγούμιζαν, γλεντούσαν τη νίκη τους και βασάνιζαν τους πέντε Τριγλιανούς που είχαν μείνει στο χωριό. Αφού τους γύμνωσαν τελείως, τους έδιναν μικρές μαχαιριές, για να αργοπεθαίνουν από την αιμορραγία και όταν ήταν πια πτώματα κι ελαφρά ανάσαιναν, τους έβαλαν μέσα σ' ένα σακί τον καθέναν κι έβαλαν τα άλογα με τους μεθυσμένους Τσέτες και με στρατιώτες καβάλα, τους ποδοπάτησαν και τους αποτελείωσαν. Τώρα γιατί οι άνθρωποι αυτοί έμειναν στο χωριό, ενώ θα μπορούσαν κάλλιστα να φύγουν, είναι κάτι πολύ περίεργο, ίσως η μεγάλη αγάπη τους για την Τρίγλια... ίσως... ίσως... Ήθελαν εκεί ν' αφήσουν τα κόκκαλα τους και τ' άφησαν. Παραλίγο να ήταν και ο πατέρας μου ο έκτος της παρέας, που έλειπε στη Προύσα για δουλειές (*).
Έτσι κάπως έπεσε η αυλαία. Οι Τούρκοι πέτυχαν τον σκοπό τους. Ο ξεριζωμός των Ελλήνων είναι γι' αυτούς γεγονός.

(*) http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=1290.msg2045;topicseen#new


Βασίλης Σακελλαρίδης

Μπράβο Ευγενία. Συγχαρητήρια για την ανάρτηση.
Ο Θανάσης Πιστικίδης σε ένα εξαιρετικό κείμενο, διασώζει γεγονότα και λεπτομέρειες από εκείνες τις δύσκολες μέρες που μείναν χαραγμένες στις καρδιές ολων των Τριγλιανών πρώτης γενιάς και αποτελούν κληρονομιά μνήμης για όλους τους απόγονους Τριγλιανών. Ας μην ξεχάσουμε ποτέ, τον μεγάλο ευεργέτη Φίλιππο Καβουνίδη, την αποτελεσματική συμβολή του Κασούρη, την ωριμη στάση του Αρμόδιου Στεργίου και φυσικά τον πολυγραφότατο Θανάση Πιστικίδη.

Ευγενία Μυτιληναίου

Αντιγράφοντας το απόσπασμα αυτό σκεφτόμουνα πως μια σωστή απόφαση την σωστή στιγμή (από τους Τριγλιανούς προεστούς) και η γρήγορη ανταπόκριση του Φ. Καβουνίδη, αλλάξανε το ρου της ιστορίας και της μοίρας του χωριού όλου.

Αν αργούσανε έστω και λίγο θα τους είχανε σφάξει, άρα, εσύ και γω καθώς και πολλοί άλλοι, μπορεί να μην είχαμε καν γεννηθεί (γιατί θα είχαν σκοτωθεί οι γονείς μας). Η Ραφήνα και η Ν. Τρίγλια μπορεί ποτέ να μην είχαν δημιουργηθεί, τα κειμήλια που σώσανε μπορεί να είχαν χαθεί για πάντα...
Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν, είναι πραγματικοί ΣΩΤΗΡΕΣ ενός ολόκληρου χωριού. Υπάρχουμε και εμείς και τα χωριά μας τώρα, γιατί αυτοί, μονιασμένοι, χωρίς δεύτερες σκέψεις και κωλυσιεργίες έκαναν το σωστό.