Αποστολέας Θέμα: Ένας περίπατος στην Τρίγλια του 1886  (Αναγνώστηκε 296 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 0
  • -Λάβατε: 80
  • Μηνύματα: 263
  • Age: 72
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 90
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Ένας περίπατος στην Τρίγλια του 1886
« στις: 31 Αύγουστος 2020, 08:13:47 μμ »
Ένας περίπατος στην Τρίγλια του 1886

Από το κείμενο: Εκδρομή από Κωνσταντι νουπόλεως εις Τρίγλιαν και Απολλωνιά δα του Ι.Ω.
Στο περιοδικό ν σύγγραμμα, Αστήρ του Πόντου: Έτος Β, Τεύχος 42, Εν Τραπεζούν τι, 1886
http://digital.lib.auth.gr/record/139830

Το 1886, ο Ι.Ω.(όπως υπογράφει), επισκέπτε ται την Τρίγλια και την Απολωνιάδ α. Μένει για λίγες μέρες στο σπίτι κάποιου φίλου του, πάνω στο Ντερέ, χωρίς να αναφέρει ποιος ήταν. Αργότερα, στον Αστέρα του Πόντου, περιοδικό που εκδιδόταν στην Τραπεζούν τα, περιγράφε ι την εμπειρία και τις εντυπώσει ς από το χωριό, σε τρεις συνέχειες .
Εδώ, μετά από μια σύντομη περίληψη της εντύπωσης που του έκανε η «κωμόπολη της Τρίγλιας», θα περιοριστ ούμε στη περιγραφή μιας ευχάριστη ς βόλτας στον Ντερέ.
Όπως μας πληροφορε ί, η κωμόπολη δεν φαινότανε και πολύ ωραία από τη θάλασσα, γιατί την κρύβανε οι λόφοι, όταν όμως ανέβαινες στη Καρακοφωλ ιά τότε η Τρίγλια εμφανιζότ αν μπροστά σου «ομοία ταις δεσποσύνα ις εκείναις, αίτινες υπό παμπάλαια ενδύματα πολλάκις κρύπτουσι ν εξαίσιαν καλλονήν. Αι μεν οικίαι αυτής ουδεμίαν σχεδόν παρουσιάζ ουσιν ευάρεστον θέαν, ως τα πολλά ερειπωμέν αι και παμπάλαια ι ούσαι, αλλ΄η εν μέσω χαριέντων και θελκτικών λόφων θέσις αυτής, το λαμπρόν αυτής κλίμα, τα διαυγή και γλυκέα ύδατα και πολλαί άλλαι φυσικαί καλλοναί καθιστώσι ν αυτήν τερπνότατ ον του θέρους εξοχικόν ενδιαίτημ α. Αι σχολαί (εννοεί τα παλαιά σχολεία στον Ντερέ) εξ όλων των οικιμάτων παρουσιάζ ουσι κατά τούτο εξαίρεσίν τινα, εν θέσει λαμπρά και καλώς εκτισμένα ι ούσαι».
Οι εκκλησίες, αρχαίες και νέες, είναι αποδεκτές . Αναφέρει ότι σε μία, υπάρχει μια αρχαία κολώνα και σε μια άλλη εκκλησία, μια ψηφιδωτή εικόνα της Θεοτόκου, μεγάλης αξίας.
Τα μοναστήρια, Των Πατέρων και του Αγίου Ιωάννου της Πελεκητής, τα βρήκε σε άθλια κατάσταση με ένα μόνο μοναχό να ζει στο καθ’ ένα από αυτά. Σχολιάζει ότι δεδομένης της μεγάλης περιουσία ς των μοναστηρι ών, η εγκατάλει ψη πρέπει να οφείλετε στην αδιαφορία των μοναχών.
Η Κωμόπολη έχει μικρά και ακανόνιστ α δρομάκια, υπάρχει όμως και ένας ωραίος ευθύς δρόμος, στις όχθες του «ρύακος», που είναι πλατύς και «κανονικός» και μπορούν να περπατούν οι πολίτες. Το απόγευμα όμως, ωραίος περίπατος γίνεται στους λαμπρούς και με πολλά δένδρα κήπους που βρίσκοντα ι λίγο έξω από την κωμόπολη. Πηγαίνοντ ας προς τους κήπους αυτούς, συναντάς τους κατοίκους να επιστρέφο υν, πάνω στα γαϊδουράκ ια τους, από τη δουλειά τους στους αμπελώνες και τους ελαιώνες τους, όπου δουλεύουν μέχρι το βράδυ. Συναντάς επίσης και άμαξες που τις σέρνουν βούβαλοι οι οποίες κουβαλάνε διάφορα βαριά αντικείμε να, με πολύ θόρυβο.
Περπατώντ ας με την παρέα, μπήκαμε «εις την παρά την οδόν» κήπο του φίλου μου, όπου φάγαμε πολλά φρούτα. Η μεγάλη αγάπη του φίλου μου για τα δένδρα και τα φυτά, ο κόπος που καταβάλει για να ευπρεπίζε ι τον κήπον, τον έκαναν αληθινό παράδεισο, όπου «ύδωρ γλυκύ ρέει και διαυγέστα τον, εξ ου έπιον δια τινος ομηρικής εποχής κυπέλλου και σύκα γλυκερά και βότρυς πολυστάφυ λοι και μήλα και δαμάσκηνα και κυδώνια και άπια και πλείστ’ άλλα τερψίθυμα οπωρικά». Πάνω από αυτόν τον κήπον και τους άλλους γύρω του υψώνονται λόφοι κατάφυτοι εξ ελαιών γεμάτων καρπών και αμπέλων που στενάζουν από το βάρος των σταφυλιών .

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Τριγλιανός Απόγονος
  • **
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 11
  • -Λάβατε: 63
  • Μηνύματα: 142
  • Τόπος: Φιλοθέη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 64
  • Φύλο: Άντρας
Απ: Ένας περίπατος στην Τρίγλια του 1886
« Απάντηση #1 στις: 01 Σεπτέμβριος 2020, 07:09:32 μμ »
Έχοντας διαβάσει αρκετές φορές το κείμενο, στα τέσσερα συνεχόμεν α φύλλα του εβδομαδια ίου περιοδικο ύ "Αστήρ του Πόντου", αποφάσισα να το μεταφέρω ολόκληρο εδώ για να έχουν την ευκαιρία όσοι παρακολου θούν το forum να το διαβάσουν, έστω και αν ταλαιπωρη θούν λίγο από την αυστηρή καθαρεύου σα, αλλά πολύ πλούσια σε λέξεις και μάλιστα αρκετές άγνωστες.

Προσωπικά, εντυπωσιά στηκα από τον γλαφυρό τρόπο που παρουσιάζ ει ο συγγραφέα ς την εικόνα της Τρίγλιας του 1886 και φαίνεται ότι έμεινε αρκετό καιρό (έφτασε μάλλον τον Ιούνιο και αναχώρησε κάποια ημέρα του Αυγούστου), φιλοξενού μενος από το φίλο του, που, δυστυχώς, δεν ονομάζει. Εκτός από τις περιγραφέ ς του για την κωμόπολη και τους ανθρώπους που γνώρισε, διαμόρφωσ ε άποψη για τους δασκάλους, διαπίστωσ ε κομματικέ ς και άλλες επιρροές, επισκέφθη κε τις δύο Μονές και έκανε αυστηρή περιγραφή της κατάστασή ς τους αλλά και για τους δύο (μόνον) μοναχούς που ζούσαν σ' αυτές και, γενικά, μας δίνει μια συνολική και σπάνια περιγραφή για την Τρίγλια του 1886.


ΕΚΔΡΟΜΗ ΑΠΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙ ΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΕΙΣ ΤΡΙΓΛΙΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΛΛΩΝΙΑ ΔΑ

(Αστήρ του Πόντου, Τραπεζούν τα, τεύχος 40/3.10.1886, τεύχος 41/10.10.1886, τεύχος 42/17.10.1886 και τεύχος 43/24.10.1886, Βιβλιοθήκ η ΑΠΘ)

Πολλάς άληθώς καί ποικίλας αποκομίζο νται εντυπώσει ς οί καθ’ έκαστον έτος τάς τυρβώδεις πδλεις κατά το θέρος φεύγοντες καί είς τάς έξοχάς διατρίβον τες. Ο δροσερός αήρ, τόν οποϊον καθ’ έκάστην έπί τών έξοχικών έκείνων τόπων άνέπνεον, τά διαυγέστα τα καί ψυχρδτατα τα ύδατα, άπερ έπινον, αί άθώαι διασκεδάσ εις, άς μετ’ άλλων φίλων καί συγγενών διεσκέδαζ ον υπό τάς σκιάς ύψηλών καί πλατυσκίω ν πλατάνων, καί τόσαι άλλαι ευάρεστοι τών καλλονών τής φύσεως απολαύσει ς, και μόνον αναμνήσεω ς αντικείμε να γινόμεναι προξενούσ ιν άφατον είς την καρδίαν τοΰ ανθρώπου θυμηδίαν και εύχαρίστη σιν. ’Ιδού τί μοί έγραφε φίλος περί τών έν ταϊς έξοχαϊς απολαύσεω ν : «εκεί ο άνθρωπος ανανεούτα ι, αί δυνάμεις του αναζωογον ούνται· απαλάττετ αι δι’ αθώων και τερπνών διασκεδάσ εων προς καιρόν τών βιωτικών ασχολιών καί τών κοπώσεων τού πνεύματος, καί κατερχόμε νος είτα τών εξοχών τούτων διανύει τον βίον του νέαις εφοδιασμέ νος δυνάμεσι·  πού τύρβη εκεί και ασχολία; πάντοτε ανάπαυλα, τέρψις, διάχυσις». Αλλά ταύτης τής τέρψεως καί διαχύσεως δικαιότατ α βεβαίως πρέπει νά απολαύωσι κατά τούς θερινούς μήνας οί το λοιπόν τοΰ έτους άκαμάτως καί καρποφορώ ς έργασθέντ ες· διότι μετά τούς πόνους πρέπει νά επέλθη ανάπαυλα καί μάλιστα τοιαύτη, ίνα ανακτησάμ ενοι τάς διά τής έργασίας απολεσθεί σας δυνάμεις Ισχυρότερ α καί θαρραλεώτ εεα άποδυθώσι ν είς νέους αγώνας. Την ανάπαυλαν τοΰ σώματος, καί που πνεύειατο ς ούδαμώς πρέπει νά νομίζη τις ώς μή άναγκαίαν «ούδ' ύγε(ης της περί τό σώμα αμέλειαν έχειν χρή» λέγει ο σοφός Πυθαγόρας, διότι άνευ ταύτης «πάντ’ έστίν ¬ ανωφελή άνθρώποισ ιν» άνακράζει έξ έτέρου ο μουσουργό ς Όρφεύς. Και προς τί άλλο ή πρός τοιαύτην άνάπαυλαν ο προνοητής καί κυβερνήτη ς του σύμπαντος έποιήσατο την ευάρεστου ταύτην περιτροπή ν τής ήμερας καί τής νυκτός; Καί αυτή η γή, ϊνα καρποφορή ση γονίμως, έχει άνάγκην άναπαύσεω;ς καί πάντα δ’ έν γένει τά έν τώ κόσμω τουτω ύπόκειντα ι τώ κανόνι τούτω. Τούτων τών ιδεών άμφιλαφώς άντεχόμεν ος διενοούμη ν καί έγώ νά ποιήσω έκδρομήν τινα είς έξοχικόν τι μέρος προς σωματικήν καί πνευματικ ήν άμα άνάπαυσιν, ήγνόουν δ’ ομως ποιον νά εκλέξω μέρος· άλλά πολλοί φίλοι τότ’ έπιστάντε ς έξέβαλόν με τής τοιαύτης απορίας συστήσαντ ες τά περίχωρα τής Προύσης δικαίως ώς λαμπρά τών πόνων αναπαυτήρ ια.

Ήν ήμέρα Παρασκευή δτε έτοιμάσας τά προς άναχώρησι ν έπέβην τοΰ ατμοπλοίο υ, όπερ έμελλε νά μεταβή είς τά ποθητά μοι μέρη, άνυπομόνω ς αναμένων τήν ώραν του απόπλου. Η θάλασσα τότ’ ήν πλήρης ατμοπλοίω ν, πλοίων καί παντοειδώ ν λέμβων· κώπαι αναρίθμητ οι υπ’ άναρίθμων χειρών κινοΰμενα ι έπληττον τήν θάλασσαν, οί δέ λέμβοι δίκην ταχυπτέρω ν πτηνών διέσχιζον τά ήρεμοϋντα του πόντου κύματα διευθυνόμ ενοι, άλλοι μέν είς άτμόπλοια, άλλοι δ’ είς πλοία, άλλοι είς τον Γαλατάν καί άλλοι είς Φανάριον καί άλλοι αλλαχού. Πανταχοΰ υπήρχε κίνησις· πανταχού κραυγαί άπιόντων ή έρχομένων· πολλαχού ήκούοντο φωναί έριζόντων, ένιαχού δέ καί τις λεμβούχος άκίνητος ίστάμενος έν τώ ήρέμα κινουμένω λέμβω έμελπεν ¬ άσμα τι άναμένων τήν τύχην του. Έν τοΐς πλοίοις μετά περιεργεί ας έβλεπον πολλούς ναύτας εύστροφώτ ατα καί ταχύτατα πολλάς ποιοϋντας εργασίας, τούς μέν δεξιώτατα άναρριχωμ ένου; είς τούς ιστούς, τούς δ’ έξ αυτών κατερχομέ νους· τούς μέν έκκενοΰντ ας τον φόρτον, τούς δέ καθαρίζον τας τά καθάρσεως χρήζοντα. Έν δέ μετά περιεργεί ας καί θαυμασμοΰ έβλεπον άπλήστως άπασαν ταύτην τήν πυρετώδη κίνησιν, αίφνης ήκουον τούς διαπεραστ ικούς συριγμούς τών άτμοπλοίω ν έκ πολλών σύναμα σημείων έξερχομέν ους, υφ’ ών άπεσπώμην τής θέας έκείνης τείνων το ούς καί τό βλέμμα προς τά συρίζοντα ατμόπλοια· άλλά καί ταϋτα άξιόλογον παρεϊχον θέαν. Πλήρη ποικίλης καταστάσε ως καί τάξεως άνθρώπων, διέσχιζον ύπερηφάνω ς τά ύδατα έχοντα ένια καί μουσικήν τέρπουσαν τάς ψυχάς καί τάς καρδίας τών ίπιβατών. Τί δέ νά είπω καί περί τής θέας τής Κωνσταντι νουπόλεως ; Η βασιλίς αυτή των πόλεων, έπί τώ στόματι του Βοσπόρου κειμένη, παρίστησι θέαμα όντως μαγευτικώ τατον. Καθώς δέ τις όταν είσέλθη εις λαμπρόν καί ευανθή κήπον, βλέπων πλείστου λόγου άξια καί ευωδέστατ α παντοειδή άνθη, δέν γινώσκει άλλ’ άπορεϊ έπί πολύ ποϊον έξ αυτών έκλέξας νά λάβη καί ποιον νά καταλίπη, ουτω καί έγώ περί Κωνσταντι νουπόλεως προκειμέν ου δεν γινώσκω ποιον νά είπω καί ποιον νά παραλίπω, πόθεν ’ άρξωμαι καί πού νά τελευτήσω . Νά περιγράψω τάς μεγαλοπρε πεστάτας αυτής οικοδομάς δημοσίας τε καί ιδιωτικάς ; άλλ’ η ταπεινή περιγραφή μου £σται άναμφιβόλ ως κατωτέρα τής πραγματικ ότητος. Νά περιγράφω τούς ευθαλείς καί αειθαλείς παραδείσο υς δι’ ών διαποικίλ λεται; άλλ’ ο ασθενής μου κάλαμος δεν δύναται νά παραστήση άξίως καί παραστήσα ς νά έκτιμήση αυτούς δεόντως. Ν’ αναφέρω τουλάχιστ ον τά πάμπολλα θαυμάσια, άτινα έγκρυπτει η μεγαλοπρε πής αύτη η πάλαι του Βύζαντος κόρη ; άλλ’ εινε τοσαύτα καί τηλικαύτα, ώστε περιγραφή αυτών καί φαντασίας ζωηράς καί τόπου καί χρόνου μακρού δέονται. Τήν πόλιν ταύτην έξυμνησε μέν πάλαι ποτέ ευδαιμόνι σαν τους κατοίκους τό θεοπρόπον τής Πυθίας στόμα.

    Ολβιοι οι κείνην ιερήν πόλιν οικήσαυσι ν
    Ακτήν Θρηϊκίην ένυγρον παρά τε στόμα ΙΙόντου.


έξυμνησε δέ καί Μανασσής άνακράξας

    Ω γή Βυζαντίς, πόλις τρισολβία
    Οφθαλμέ τής γής, κόσμε τής Οικουμένε ς,
    Τηλαυγές άστρον, του κάτω κόσμου λύχνε.


έπήνεσε δέ δι’ άδοκίμων στίχων καί Θεόδωρος Πρόδρομος

    Πόλις βελτίστη πόλεων, χώρα χωρών καλλίστη
    Τό μήκος περιμηκιο τε τό πλάτος ευρύτατη,
    Πόλις εξαίρετος Θεοΰ του Παντοκρατ ορούντος.


Προκαθημέ νη τών δύο τής Οικουμένη ς τμημάτων τής Εύρώπης καί ’Ασίας έχει θέσιν άξιολογωτ άτην «ευφυώς προς κράσιν ωρών έχουσαν» καί άφθονίαν καρπών κατοικεΐτ αι δ’ υπ’ άνθρώπων πάσης φυλής, γλώσσης καί θρησκεύμα τος. Έντός αυτής η κίνησις εΐνε μεγάλη. ’Εκεί τράπεζαι προ καφενείων, άλλού μουσική καί άσματα, άλλαχού φωναί Εβραίων, έκεϊ ήχος ευάρεστος κροτούντω ν έν ταίς τραπέζαις τών τραπεζιτώ ν χρημάτων, παρέκει οινοπωλεί α καί εΰθυμίαι, έκεϊ άσμα άηδόνων καί κραυγαί παιδίων, παρέκει κραυγαί ¬ αχθοφόρων, κρότος τροχιοδρό μων, κρότος αμαξών, όνων βροντώδει ς ογκηθμοί καί .. . καί ... . ’Εν αΰτή εύρίσκοντ αι έκατομυρι οϋχοι πολλοί, άλλά καί μηδενέχον τες ούκ ολίγοι, έπαϊται δέ πλεϊστοι· άλλοίμονο ν εις τον διαβάτην τής γέφυρας τού Καρά-κιοί· στρατός ολόκληρος επαιτών ένθεν κάκείθεν της γέφυρας, ώς όπλα τάς χείρας προβαλλόμ ενοι, ζητοΰσιν ο,τι φυσική συμπάθεια απαιτεί καί θείος νόμος διακελεύε ται. Βεβαίως πολλοί μεταξύ τούτων εινε μάλλον αποστροφή ς άξιοι και αποπομπής, άλλα καί πολλοί οίκτου καί συμπάθεια ς, ο μέν στερούμεν ος ,χειρός, ο δέ στερούμεν ος ποδών, ο δέ οφθαλμών, ο δ' έτέρου τίνος μέλους, άλλος δέ καί οφθαλμών καί χειρών στερούμεν ος πειράται νά συγκινήση την χαρδίαν τών διαβατών άσμάτιά τινα έλεεινά δηλωτικά τής οίκτράς αύτοϋ καταστάσε ως δι’ οίκτράς καί παραπονητ ικής φωνής άδων.

 Έν’ ώ πλήρης θαυμασμού έθεώρουν το μαγευτικό ν τής τε Κωνσταντι νουπόλεως καί τών εν τώ λιμένι θέαμα, ήσθάνθην τό ατμόπλοιο υ κινούμενο ν πλήθος πολύ συνωθεΐτο περί την κλίμακα καί τοσοϋτον, ώστε πολλοί μικρού δεΐν κατέπεσον είς την θάλασσαν. Τέλος άπομακρυν θέντος τού πλήθους τό άτμόπλοιο ν ήρξατο νά διασχίζη δίκην δελφίνος την θάλασσαν. Η πόλις τού Κωνσταντί νου μεγαλοπρε πής καί ύπερήφανο ς έφευγε μεθ’ άπασών τών καλλονών αυτής όπισθεν ήμών, μετ’ όλίγον μόλις διεκρίνομ εν αύτήν, εΐτα δέ παντελώς ήφανίσθη. Τότε βλέπων τήν ταχύτητα μεθ’ ής τό άτμόπλοιο ν διέσχιζε τήν ΰγράν κέλευθον, έπεδόθην εις σκέψεις άναλσγίζό μενος τά θαυμάσια, άπερ κατώρθωσε τό τών ανθρώπων πολυμήχαν ονπνεύμα. Τί, διελογιζό μην, άρά γε ήθελεν είπή ό Οράτιος έκεϊνος, άν έβλεπε τό άτμόπλοιο ν τούτο άφόβως καί ταχέως διασχίζον τά ΰδατα τού άτρυγέτου Πόντου; Τί ήθελεν είπη εκείνος, όστις έχαρακτήρ ισε τό άνθρώπινο ν γένος ώς αΰθαδες, διότι έπεχείρει δι’ εύθραυστω ν πλοίων νά διασχίζή τά ύδατα τού ώκεανοΰ καί τών θαλασσών, άς κατ’ αυτόν προς χωρισμόν τών ήπείρων ο Θεός προώρισεν ; Διαλογιζό μενος ταΰτα έστρεψα περί έμαυτόν τά βλέμματά μου είδον ότι ευρισκόμε θα εις τό πέλαγος· πέριξ ημών πλήρης έπεκράτει γαλήνη· ένόμιζον ότι έκοιμάτο τό τής θαλάσσης άκοίμητον ρεύμα· δελφίνες καθ’ ομάδας έξερχόμεν οι τής έπιφανεία ς τής θαλάσσης καί καταδυόμε νοι πάλιν εις αυτήν συνέπαιζο ν, ώς φαίνεται, γνωστά μόνον αύτοις παίγνια· ύπήρχον ένιαχοΰ καί άλλα μεγάλα τής θαλάσσης ζώα άνω τής έπιφανεία ς τού υδατος έξερχόμεν α, αλλά ταΰτα σμικράν ή οΰδεμίαν άληθώς μοί έπροξένου ν έντΰπωσιν, διότι όλην μου τήν προσοχήν έξήντλησα ν αί άγέλαι έκεϊναι τών παιζόντων δελφίνων, ών εις μέν κατά τήν μυθολογία ν έσωσε τό περίφημου έκεΐνο τών Μουσών τέκος, τον θείον μουσουργό ν Άρίονα, άλλος δέ τις κατά τινα έτερον αστείου μύθον κατεπόντι σε αυθάδη πίθηκον άναιδώς ψευσάμενο ν καί περί τοϋ Πειραιώς ώς περί ανθρώπου και δή φίλου αυτού είπόντα. Μετ’ ολίγον δεν έφαίνοντο πλέον· τότε έστρεψα τά βλέμματα προς τά έντός τοϋ άτμοπλοίο μεγίστη υπήρχε και έν αΰτώ κίνησις και ευθυμία. ’Άλλοι μέν των έπιβατών έτρωγον, άλλοι έπινον μελιηδέα οίνον, άλλοι έψαλλον, άλλοι έτραγώδου ν ύπό τόν ήχον λυγιφθόγγ ων μουσικών οργάνων, άλλοι έκ μέσης καρδίας έκάγχαζον, άλλοι περιεπάτο υν σκυθρωποί, άλλοι πολυφρόντ ιδες καθ’ έαυτους έποίουν διαφόρους λογαριασμ ούς μετροϋντε ς έπί τών δακτύλων, μία δέ τις γυνή ταλαίπωρο ς στερηθεϊσ α κατ' έκείνας τάς ήμέράς τον σύζυγόν της άφθονα έχεε και άπαρηγόρη τα δάκρυα. Έν ώ βλέπων ταϋτα συνεπάθου ν έν τή καρδία τή άθλια ταύτη γυναικί διανοούμε νος καί άκων τήν ματαιότητ α τών άνθρωπείω ν, ΐδού έπιφαίνετ αί τις Μωαμεθανό ς, δστις προσεγγίσ ας ήρώτησε περί τής πατρίδος μου. Εις τήν έρώτησίν του άπήντησα ευχαρίστω ς διότι έφαίνετο, άπό γε τοϋ σχήματος, σεβαστός και άξιος συναναστρ οφής κατά τόν πλοϋν άνήρ. Η άπάντησίς μου ένεποίησέ ν αύτώ μεγάλην εύχαρίστη σιν, διότι κατ’ ευτυχή συγκυρίαν ήτο πατριώτης· ώς γνωστόν δέ οί πατριώται έν ξένη συναντώμε νοι αγαπώνται και σχετίζοντ αι μάλλον έν ταϊς πατρίσιν αυτών. Ένώ συνδιελεγ όμεθα περί τών τής πατρίδος ΐδού έτερος νέος Μωαμεθανό ς συμπάθεια ς άξιος έμφανίζετ αι πρό ¬ ημών. Ο δυστυχής κατ’ έκεΐνον τόν χρόνον είχε φθάσας εις τά πρόθυρα τής μωρίας· άλλοτε μέν άπεύθυνεν έαυτώ άκαταλήπτ ους έρωτήσεις, προς ας πάλιν ο αυτός άκαταλήπτ ως άπήντα· άλλοτ’ έγέλα χάσκων και προσβλέπω ν τους έπιβάτας μηδενός γελοίου υπάρχοντο ς, έτρεχεν άνω κάτω· συνελάμβα νε τους ιστούς τού άτμοπλοίο υ μέ τήν πρόθεσϊν νά έκτοπίση αυτούς· άλλοτε άνοίγων πάση δυνάμει το στόμα και κλείων τους όφθαλμούς έστρέφετο προς τόν ουρανόν. Έξέφρασα τότε τήν θλΐψίν μου τώ καλώ κάγαθώ πατριώτη, οστις γινώσκων αυτόν εΐπεν δτι ο ούτω μωρός φαινόμενο ς είχε πληθύν ¬άπειρον γνώσεων περί τά γράμματα ψυχή καί σώματι έκ παιδός άφοσιωθεί ς· ίσως λοιπόν τά πολλά γράμματα εις μανίαν αυτόν περιέστρε ψαν.

Χαίροντες λοιπόν καί θλιβόμενο ι διεπλέομε ν τό βραχύ άπό τής Τριγλίας ήμας χωρίζον πέλαγος, διακρίνον τες μακράν παραλίαν ΐκανώς ώραίαν καί θελκτικήν . Συνηντήσα μεν έπαυλιν έν τινι τόπω Κ α τ σ ι κ ό – π ε τ ρ α καλουμένω, ήτις κεϊται μεταξύ λόφων γεγυμνωμέ νων μέν δένδρων, παρεχόντω ν όμως καί θέαν τινά εΰάρεστον διά τής λαμπράς καί βαθείας χλόης, ήτις αυτούς πανταχόθε ν σχεδόν καλύπτει. Μετ’ δλίγον έφθάσαμεν είς τό Ποσείδειο ν (Μπόζμπουρ ούν) λεγόμενον άκρωτήριο ν όπόθεν έφάνη μακράν η Τριγλία. Έν τούτοις πριν ή φθάσωμεν είς αυτήν συνηντήσα μεν έτερον χωρίον Α ρ μ ο υ τ σ ή καλούμενο ν διά τά αυτόθι πολλά παραγόμεν α άπια, άτινα καί μεθ’ όλας τάς υπέρ αύτών άγαθάς συστάσεις, στερούντα ι τής αξίας τών περιφήμων άπίων ’Αργυρουπόλεως· τούτο μόνον ’ όσον άφορα εις τό χωρίον τούτο λέγω, ότι κεΐται έπί λαμπράς καταφύτου θέσεως, έχει δένδρα πυκνά καί ΰπερυψηλα, καί έξωτερικώ ς έν γένει εΰάρεστον παρίστησι θέαν. Μετά ήμίσειαν άκριβώς ώραν ήγκυροβολ ήσαμεν προ τής Τριγλίας μετά πλοΰν περίπου πεντάωρον· δυο λέμβοι προσεγγίσ αντες άπεβίβασα ν ήμάς είς τήν ξηράν. Ο κατά πρώτον είς Τριγλίαν πορευόμεν ος έκπλήττετ αι βλέπων περί τήν παραλίαν συνηθροισ μένους όλους σχεδόν τούς κατοίκους μετά γυναικών καί παίδων πολύ δέ μεγάλως έξεπλάγην έγώ ίδών έκτάκτως πολύ πλήθος λαού, όπερ τήν ήμέραν έκείνην ήν άπειρον, διότι άνεμένετο η Αυτού Σεβασμιότ ης ο Άγιος Προύσης κ. Ναθαναήλ πρώτην τότε φοράν μέλλων νά έπισκεφθή τήν Τοιγλίαν. Έξελθών τού λέμβου μετά πολλής τής προθυμίας υποδεκτός έγενόμην ύπό τού φίλου, ύφ’ ου προσεκλήθ ην καί είς ού τήν οίκίαν κατέλυσα.

Η Τριγλία, κωμόπολις ύπαγομένη τή Νομαρχία Προύσης, ούδέν θέλγητρον παρουσιάζ ει έκ τής θαλάσσης όρωμένη, μάλιστα δέ καί δέν φαίνεται άπασα, άλλ’ δλίγαι μόνον αύτής οίκίαι. ‘Όταν όμως άνέλθη τις εις περίοπτον τι αύτής μέρος Κ ο ρ α κ ο φ ω λ ι ά  λεγόμενον, τότε εμφανίζετ αι ενώπιον αύτοϋ Τριγλία ομοία ταϊς δεσποσύνα ις έκείναις τών κατοίκων της Ματζούκας, αίτινες ύπό παμπάλαια ένδύματα πολλάκις κρύπτουσι ν έξαισίαν καλλονήν. Αί μέν οίκίαι αύτής ούδεμίαν σχεδόν παρουσιάζ ουοιν ευάρεστου θέαν, ώς τά πολλά ήρειπωμέν αι και παμπάλαια ι ούσαι- άλλ’ η έν μέσω χαριέντων και θελ,κτικών λόφων θέσις αυτής, το λαμπρόν αυτής κλίμα, τά διαυγή και γλυκέα υδατα καί πολλαί άλλαι φυσικαί καλλοναί καθιστώσι ν αυτήν τερπνότατ ον τοϋ θέρους έξοχικόν ένδιαίτημ α. Αί σχολαί έξ όλων τών οικημάτων παρουσιάζ ουσι κατά τοΰτο ίξαίρεσίν τινα, έν θέσει λαμπρά και καλώς έκτισμένα ι ούσαι. Και αί άλλαι δέ δημόσιαι οίκοδομαί ούδεμίαν έχουσιν άρχιτεκτο νικήν σημασίαν πλήν τών έκκλησιών, αρχαίων τε καί νεωτέρων, καλώς ώκοδομημέ νων, ών έν μια μέν σώζεται καί κίων τις έχων αρχαιολογ ικήν ούκ οίδ’ δσην σημασίαν, έν αλλη δέ τινι είκών ψηφωτή τής Θεοτόκου μεγάλης ίσως αξίας- έλησμόνησ α όμως ν’ αναφέρω καί τό οικοδόμημ α του bon-marche, όπερ οΰ μόνον κατά το έξωτερικό ν οΰδαμώς έστιν άξον τι λόγου οικοδόμημ α, άλλά καί το εσωτερικό ν οϋδέν άλλο περιέχει ή κουρείον- και όμως λέγεται ότι έγένετο κατά μίμησιν τοϋ έν Κωνστανΐι νουπόλει bon- marche! ‘Η κωμόπολης περί τάς 800 περιλαμβά νονσα οικίας διαιρείτα ι διά τίνος ήρεμα καί ήσύχως ρέοντος ρύακος εις δύο μέρη* τά περί τάς οχθας τοϋ ρύακος τούτου κείιαενα οικήματα ύπόκειντα ι εις τάς κατά τάς βροχάς ένίοτε συμβαινού σας ούκ εύκαταφρο νήτους τοϋ ρύακος πλημμύρας . Κυριώτερα προϊόντα αύτής εΐνε έλαίαι, έλαιον, προς ού τήν κατασκευή ν εύρίσκοντ αι έν τή κωμοπόλει καί έλαιοτριβ εία, καί άλλα προς χρήσιν ιδίως τών κατοίκων παράγοντα ι όπωρικά καί γεννήματα . Δέν πρέπει δέ νά παραλίπω καί όπερ άναφορικώ ς πρός τό όνομα τής κωμοπόλεω ς έμαθον. Λέγεται δηλονότι ότι έκλήθη Τ ρ ι γ λ ί α έκ τίνος εΐδους ¬ ιχθύων ένταΰθα άλιευομέν ων καί Τρίλλια ονομαζόμε νων.

ΓΙερί τών κατοίκων προκειμέν ου καθόλου μέν έχομεν νά είπωμεν πολλά λίαν εύάρεστα. Εΐνε πάντες έργατικώτ ατοι, φιλόξενοι, φιλόμουσο ι διατηροΰν τες σχολεία εις ίκανώς άνθοΰσαν κατάστασι ν. Οί πλεϊστοι έχουσιν είσέτι ζώσαν καί ένεργόν τήν εις Χριστόν πίστιν, παρ’ ολίγοις δέ σχετικώς διεισέδυσ εν ιός τοϋ Εύρωπαϊκο ϋ πιθηκισμο ϋ. ’Άν καί έν συνόλω ούτως εύάρεστος τής Ελληνικής ταύτης κωμοπάλεω ς κατάστασι ς, έν τούτοις όλίγοι τινές ύπό τοϋ πλούτου πεφυσιωμέ νοι, διαταράττ ουσιν ένίοτε τά τής κοινότητο ς, έπιδεικνΰ οντες μέν πως φιλομουσί αν καί φενακϊζον τες τούς άπλουστέρ ους, άλλ’ η φιλομουσι α αύτη ελατήριον έχει ούχί την ¬ ανατροφήν και παίδευσιν των τέκνων της πατρίδος, άλλα πάθη προσωπικά, άτινα ζητοΰσι νά κορέσωσιν έφοροι γινόμενοι και πρόκριτοι της πόλεως τότε δ’ ύπ’ αυτών ώς τά πολλά διενεργου μένη παρατηρεϊ ται διχόνοια μεγάλη καί κομματισμ οί πολλοί, ών έρμαιον γίνονται καί τά σχολεία. Η φιλοδοξία καί τό φιλέκδικο ν άπερ έπικρατοϋ σι παρά τοις κομματάρχ αις τούτοις, ύποβοηθού μενα υπό τού πλούτου, καταπνίγο υσι καί τάς εύαρίθμου ς φωνάς των πεπαιδευμ ένων καί των όρθώς καί συνετώς φρονούντω ν κατοίκων τής Τριγλίας, οίτίνες δυστυχώς είνε ολίγοι. Ίσως ταύτα θεωρηθώσι ν υπό τινων καί μάλιστα παρασίτων των ολίγων τούτων πλουσίων, υπερβολικ ά καί άπίθανα· άλλ’ εις τούτους άπαντών λέγω δτι καί εύχομαι έξ ¬ όλης καρδίας ν’ άπατώμαι, αλλά δυστυχώς η πραγματικ ότης είνε ότι οί ολίγοι ούτοι ενίοτε ταράττουσ ι την κοινότητα καί βλάπτουσι διά τής διαγωγής των τά σχολεία. Διατί νά γίνωνται τά σχολεία έρμαιον τών κομματικώ ν παθών καί τών προσωπικώ ν συμπαθειώ ν ; διατί νά παρασύρητ αι ένίοτε ολόκληρος κοινότης εις τά σχέδια τών άλληλομαχ ούντων τούτων ανθρώπων ; διατί νά μη φροντίζωσ ιν οί πάντες όμοϋ έν αδελφική άγάπη καί όμονοία νά καταρτίσω σι τήν τε έφορίαν και τό προσωπικό ν τών σχολείων εξ ατόμων έξιδιασμέ νης πείρας, ίκανότητο ς, ήθικής ; Ή σχολή, τό θειον τούτο καθίδρυμα, έν ώ) πρόκειται νά έκπαιδεύη ται καί νά διαπλάσση η τρυφερά καί αθώα νεότης, πρέπει αείποτε νά στέκη ύπεράνω τών κομματικώ ν παθών, καί ένώπιον ταύτης οφείλει καί θρασύτέρο ς τών κομματαρχ ών νά τρέμη, διότι εινε ιερά. Έκ τής τρυφεράς εκείνης νεολαίας, περί ής επιμελούν ται μέν οί έφοροι καταβάλλο υσι δ’ άτρύτους πόνους οί διδάσκαλο ι, έκ τής τρυφεράς έκείνης νεολαίας έξαρτάται τό μέλλον τής πατρίδος· έκ τής τρυφεράς έκείνης νεολαίας εκάστη πατρίς άναμένει τέκνα συνετά καί τίμια ώς κόσμον αυτής καί έγκαλλώπι σμα. Καί όμως πόσον ολίγον λαμβάνοντ αι ύπ’ οψει ταύτα ύπό τών ολίγων τούτων έν Τριγλία ίσχυόντων, ώς καί πολλαχοϋ άλλαχοϋ. Πολλάκις ιδιωτικά συμφέροντ α, προσωπική συμπάθεια καί άλλα τοιαύτα χειροτονο ΰσιν τόν τε έφορον καί τον διδάσκαλο ν, άδιάφορον άν ο μέλλων νά έφορεύη ή νά δίόάσκη είνε ¬ άξιος μή. ‘Η άγάπη καί ομόνοια πρέπει νά βασιλεύη πανταχού έν ταΐς καρδίαις πάντων περί κοινωτικώ ν καί σχολικών προκειμέν ου πραγμάτων, πάθη δέ προσωπικά, συμπάθεια ι καί τά τοιαΰτα όφείλουσι νά κατευνάζω νται καί νά σιγώσιν. Η πόλις σύσσωμος ώς έξ ενός στόματος πρέπει νά έκλέγη ώς ίθύντορας τών κοινωτικώ ν τούς άξίους, εναρέτους καί ρέκτας έκ των πολιτών της, οίτινες ώς έπί το πολύ άποσύροντ αι μακράν έν κομματισμ οίς, ούτοι δέ νά έκλέγωσι διδασκάλο υς πολυμαθέσ τερους και τιμιωτέρο υς, βέβαιοι δτι ούτοι μόνον έκπληροϋσ ι καρποφορώ ς τό καθήκον των και εΐνε ανεύθυνοι ένώπιον του παντεπόπτ ου και δικαιοκρί του Θεοΰ. Η εμπειρία και μάθησις άφ’ ενός καί άριστος ήθικός χαρακτήρ άφ’ ετέρου πρέπει νά εΐνε τά δύο αναγκαιότ ατα έφόδια έκείνων, οίς η πατρίς μέλλει νά έμπιστευθ ή τάς αθώας και άπαλάς ψυχάς των μικρών και τρυφερών πολιτών της. Διότι τής παιδεύσεω ς ο σκοπός εΐνε διπλούς, ν’ άναπτυχθή ¬ αφ’ ένός τό πνεύμα διά πολλών καί ποικίλων ωφελίμων γνώσεων, νά διαμορφωθ ή δέ κατά Χριστόν καί η καρδία, ού άνευ τό πρώτον αποβαίνει άκαρπον, καί άν καρποφορή, καρποφορε ί καρπούς δυσσεβεία ς καί άνηθικότη τος. ’Αλλά πώς δύναται διδάσκαλο ς άλλους νά διδάσκη καί άλλων τήν καρδίαν ήθικώς νά διαμορφώσ η αύτός αστοιχείω τος ών καί πολλοίς ελκεσι βρύων; Μη δέ νομίση τις δτι ταΰτα λέγων μέμφομαι έμμέσως τους αξιότιμου ς διδασκάλο υς τών έν Τριγλία σχολών· άπαγε! άπ’ έναντίας έκτιμώ αυτούς καί θεωρώ κατά πάντα άξιους τοϋ ΰψηλοϋ τής διδασκαλί ας έργου καί μάλιστα τον ελλόγιμον σχολάρχην κ. Ξενοφώντα Δημητριάδ ην κόσμημα όντως τής Σχολής έκείνης· άλλά νομίζω δτι ταΰτα τά είρημένα εινε άναγκαιον νά λαμβάνωντ αι ύπ’ δψει ου μόνον έν τη προσλήψει διδασκάλω ν, άλλά καί έν τή διατηρήσε ι τών ήδη διά τε τής διδασκαλί ας καί τοϋ ήθους εΰδοκιμησ άντων. Οΰδαμοϋ πρέπει οί άπαξ άναδειχθέ ντες ότρηροί τοϋ καθήκοντο ς θεράποντε ς ν’ άναγκάζων ται ένεκα λόγων συμπάθεια ς πρός έτέρους διδασκάλο υς, δι’ υποβιβασμ ών τοϋ μισθοϋ καί δι’ άλλων άναξιοπρε πών μέσων νά έγκαταλίπ ωσι τόν άμπελώνα, έν τοσοΰτον οτραλέως είργάσθησ αν· όπου οί διδάσκαλο ι άλλάζοντα ι «σάν τά υποκάμισα» έκεί οϋδεμία προκύπτει ωφέλεια διά νά ύπάρχη τοιαύτη απαιτείτα ι σειρά τις έργασίας υπό τών αυτών ευδοκίμως γινομένης· τολμώ δέ νά διϊσχυρισ θώ δτι άδόκιμος διδάσκαλο ς δύναται έν συνεχεία διδάσκων ν’ άπενέγκη πλείονας καρπούς ή εύδόκιμοι μέν κατ’ έτος δ’ έκτόπως άλλασσόμε νοι· καί τούτων μέν άλις. Έπανέλθωμ εν δ’ εις τήν περιγραφή ν τών άξιοθεάτω ν τής κωμοπόλεω ς μερών.

Αί όδοί τής κωμοπόλεω ς εΐνε πολλαχού στεναί κα! ακανόνιστ οι· μία μόνον παρά τάς δχθας τοϋ ρύακος εϊνε πλατεία καί κανονική, είς; ήν καί περιπατοΰ σιν οι πολίται. ’Αξιόλογος περίπατος γίνεται ώσαύτως κατά τό εσπέρας καί είς τους λαμπρούς καί πολυδένδρ ους κήπους, οίτινες κείνται μικρόν έξω τής κωμοπόλεω ς· πορευόμεν οι εϊς τούς κήπους τούτους καθ’ έδόν συνηντώμε ν τούς κατοίκους έπί όνων ώς τά πολλά έπιστρέφο ντας είς τήν κωμόπολιν των έλαιώνων καί των αμπέλων των, όπου μέχρις έσπέρας είργάζοντ ο· συνηντώμε ν ¬ αμάξας φορτηγάς μετ’ ήχηρού τριγμού μετακομιζ ούσας διά βουβάλων καί βοών παντοειδή πράγματα- είδομεν δ’ άπαξ καί τοϋτο το θαυμαστόν φαινόμενο ν, κύνα δηλ. κρατούντα τον χαλινόν όνου καί ούδενί κα! έπί θυσία αυτής τής ζωής του άλλω έπιτρέπον τα τήν χαλιναγωγ ίαν. Πολλάκις εΐσήλθομε ν όμού μετ’ άλλων περιπατοΰ ντες είς τον παρά τή όδώ κήπον τού φίλου μου, όπου πλείστων έγευσάμεθ α όπωρικών. ‘Η μεγάλη αγάπη την οποίαν αισθάνετα ι ο φίλος μου προς τά δένδρα καί τά φυτά, οί μεγάλοι κόποι τούς οποίους έκάστοτε προς ευτρεπισμ δν τού κήπου καταβάλλε ι, κατέστησα ν τούτον άληθή παράδεισο ν, έν ώ καί ύδωρ γλυκύτατο ν ρέει καί διαυγέστα τον, έξ ού έπιον διά τινος ομηρικής έποχής κυπέλλου, καί σύκα γλυκερά, κα! βότρυς πολυστάφυ λοι, καί μήλα, καί δαμάσκηνα, καί κυδώνια, καί άπια καί πλεΐστ’ άλλα τερψίθυμα όπωρικά· υπέρ τον κήπον τούτον καί τούς άλ.λους τούς παρακειμέ νους ύψούνται λόφοι κατάφυτοι έξ έλαιών κατακάρπω ν καί αμπέλων στεναζουσ ών ύπό τον φόρτον τών σταφυλών, καί λόχμαι καί νάπαι καί φάραγγες.

Εκ τών δλίγων τών άχρι τοΰδε περί τών μερών τής κωμοπόλεω ς εϊρημένων κατανοείτ αι, ότι είς λόγον διασκεδάσ εων, διεσκέδασ α πολλάς άθώας καί τερπνάς διασκεδάσ εις· έλλησμόνη σα δέ νά σημειώσω ότι παρέστην καί είς τάς έξετάσεις τών τής κωμοπόλεω ς εκπαιδευτ ηρίων, ών τό άποτέλεσμ α ύπήρξεν έν γένει ευάρεστον . Τί περιμένει ς, αδελφέ, παρά διδασκάλω ν βασανιζομ ένων διά ξένας αμαρτίας ; Ο διδάσκαλο ς, ¬ όσον έμπειρος καί άν ή, δέν δύναται έντός ένός έτους νά μεταβάλη τούς μαθητάς είς λογίους, καί μαλιστα όταν ΰπάρχη παρά τοίς μαθηταίς άμέλεια καί στρεβλοτη τος διδασκαλί ας παμφανέστ ατα ίχνη, ώς κληρονόμη μα τών συχνάκις άλλασσομέ νων προκατόχω ν του. Ο διδάσκαλο ς όμοιάζει τότε πρός οικοδόμον, όστις ευρίσκει μέν τινα έν τινι οικία οίκοδομου μένη θεμέλια, άλλ’ έν αυτοίς τούς λίθους τάς πλίνθους τήν άσβεστον άτάκτως έρριμένα- τότε αναγκάζετ αι προς οικοδομήν άλλων στερεών θεμελίων νά κατασκάψη πρώτον παντελώς τά άτακτα έκείνα θεμέλια, και είτα έκ νέου άλλα αυτός νά οίκοδομήσ η· άλλ’ οίκοθεν έννοεΓται ότι απαιτείτα ι χρόνος, ώς προς τόν διδάσκαλο ν δε καί χρόνος μακρός καί διδασκαλί α συνεχής.

Δύο μοναί αρκούντως έπίσημοι κεϊνται παρά την Τριγλίαν, ών η μεν λέγεται «Μονή των Πατέρων τοϋ Μιδικίου»,η δέ είνε έκτισμένη έπ’ δνόματι τοϋ 'Αγίου Ίωάννου του Προδρόμου . Περί των μονών τούτων ολίγα είπών θ’ αποπερατώ σω τον περί Τριγλίας λόγον.
Μονή των Πατέρων του Μιδικίου.

Η μονή αυτή φαίνεται αρχαιότατ η. Έν αύτή έμόνασε Νικήτας ομολογητή ς καί ηγούμενος αύτής (Άπριλ. 3) καί ο όσιος πατήρ Νικηφόρος ο¬ ομολογητή ς (814 Μαΐου 4). Έξωτερικώ ς παρουσιάζ ει καλήν τινα θέαν έπΐ καταφύτου θέσεως έκτισμένη καί ϋπό περικαλλώ ν κήπων περιβαλλο μένη, άλλ’ έσωτερικώ ς η κατάστασι ς αύτής είνε οίκτρά κα! έλεεινή. Ύπάρχουσι μεν έν αυτή πλείστα δωμάτια πολλήν άναμίμνήσ κοντα ευμάρειαν, άλλ’ έν οΰδενί εύρηται τόγε νυν έχον σώον καί ΰγιες δάπεδον καί άκεραία θύρα, καί αυτοί δέ οί διάδρομοι είς τοσοΰτον άθλίαν εύρηνται κατάστασι ν, ώστε μετά πολλής τής προσοχής κάί προφυλάξε ως πρέπει νά περιπατή τις έκεϊ· διότι υπάρχει φόβος καί φόβος μέγας μήπως ύπόσαθρόν τι σανίδιον αίφνης κλασθέν κλάση καί τον πόδα τού διαβάτου. ’Εγώ τουλάχιστ ον παρακληθε ίς υπό του ήγουμένου μετά πολλής τής δυσκολίας παρεδέχθη ν νά πορευθώ διά τών διαδρόμων τούτων προς επίσκεψιν τής μονής καί τών δωματίων αύτής, ήν αδράνεια προηγηθέν των καλογήρων καί σπατάλη άπρεπής καί άνόνητος τών εισοδημάτ ων περιέστησ αν είς τήν άθλίαν ταύτην κατάστασι ν. ’Αλλά καί ο ναός έν τή μονή είς λυπηράν διατελεϊ κατάστασι ν. Τά στασίδια παμπάλαια καί κατεαγότα, τό δάπεδον πολλαχοϋ άνισον καί κεκοιλωμέ νον, οί κέραμοι παμπάλαιο ι καί συντετριμ μένοι, οί τοίχοι ετοιμόρρο ποι, αί θύραι σκωληκόβρ ωτοι. Προς βελτίωσιν τής καταστάσε ως ταύτης τής μονής δεν δύναται ποσώς να συντελέση ο μόνος έν αυτή μονάζων ¬ισόβιος αύτής ήγούμενος πατήρ ’Ιγνάτιος· διότι τά εισοδήματ α αύτής νυν μόλις έπαρκοϋντ α είς τά έξοδα οΰδέν παρέχουσι περίσσευμ α πρός επιδιόρθω σίν τινα τής μονής. Η Μεγάλη όθεν τοϋ Χριστού ’Εκκλησία είθε νά λάβη τήν κατάστασι ν τής μονής ταύτης, ήτις προσήρτητ αι τή Κεντρική Ιερατική Σχολή, ύπό σπουδαίαν έποψιν καί ύποβοηθήσ η τον ήγούμενον αυτής πρός άνακαίνισ ιν ένός τουλάχιστ ον μέρους καί τοϋ ναοϋ, διότι μετ’ ολίγον, έάν άφεθή ούτω, θά καταρρεύσ η άπασα, καί έκεΐ όπου τανϋν εύρηται μονή, ίσως θά εύρίσκωντ αι μόνον έλεεινά έρείπια.

 Μονή τοΰ 'Αγίου Ίωάννου του Προδρόμου . Η μονή αυτή, άπέχουσα μίαν περίπου τής Τριγλίας ώραν, κεϊται επί λαμπράς όντως θέσεως· έφ’ ¬ ικανόν διέρχεται τις δι’ αμπέλων ίνα φθάση εις αυτήν· έκεϊ δέ πρό τίνος έπιπέδου, πρό τής θύρας τής μονής κειμένου, μαγευτικό ν παρίστατα ι θέαμα· η δ' αχανής θάλασσα, υπέρ ήν όψοΰται ο λόφος, έφ' ού η μονή, ότέ μέν γαληνιαία, ότέ δέ καί βροντώδώς προσκρούο υσα έπί τών κάτωθι βράχων αποτελεί τινα ήχώ φοβέραν μέν ένίοτε, ήδυθροον δ’ άλλοτε. Καί η μονή αυτή έσωτερικώ ς τε και έξωτερικώ ς εις έλεεινήν εύρηται κατάστασι ν δέν έχει μέν τήν περιφέρει αν τής άλλης, άλλ' έχει κτήματα περίπου διπλάσια. Δύο τρία μόνον δωμάτια εύρηνται όλα έν αύτή, ο.δέ ιερός ναός καί ένταΰθα εις άθλίαν εΰρίσκετα ι κατάστασι ν. Τί δέ νομίζεις, φίλε άναγνώστα, δτι εύρον έν αύτω, ότε άπήλθον εις προσκύνησ ιν ; "Ο,τι δέν δύναται ούδαμοΰ ούδέποτε ούδαμώς νά φαντασθή ευσεβής Χριστιανι κή συνείδησι ς. “Αχυρα έν ταύτη τή γωνία, κριθήν εις τήν άλλην, πίθους πλήρεις σίτου άλλαχοϋ. Ούτω δ’ ο οίκος τοΰ Κυρίου δέν έτράπη μέν είς οίκον έμπορίου, έγένετο όμως άποθήκη κριθαρίου! Τί πρέπει νά είπη τις άρά γε βλέπων τοιαύτην βεβήλωσιν τοΰ ίεροΰ ; Έποίησα παρατηρήσ εις τινάς εις τόν μόνον έν αυτή μονάζοντα ιερομόναχ ον κ. Φίλιππον, έκ Κεφαλληνί ας όρμώμενον, όστις χώραν έκ χώρας άμειβομεν ος κατεσκήνω σεν έπί τέλους έν τή μονή ταύτη· μοί άπηντησε δέ δικαιολογ ών τήν αδικαιολό γητον πράξίν του, ότι η ύπαρξις τοιούτων πραγμάτων έν τω νοώ συμβαίνει μόνον κατ’ έξαιρετικ άς τινας περιστάσε ις εξ ανάγκης, άλλ’ άλλοι θετικώτατ α διίσχυρίζ ονται ότι συμβαίνει πάντοτε, καί ότι ταΰτα ήραν πάσαν τών Χριστιανώ ν πρός τήν μονήν εύλάβειαν . Παρέστησα τότε αύτώ τήν μεγάλην ευθύνην, ής ήτο υπεύθυνος, καί παντοιοτρ όπως προσεπάθη σα νά καταδείζω αύτω τό άτοπον τής τοιαύτης εξ ανάγκης δήθεν γινομένης βεβηλώσεω ς τοΰ ίεροΰ ναοΰ· ένώ έλεγον ταΰτα έστρεψα τήν κεφαλήν καί τά βλέμματα πρός τόν θόλον· οποία ύπήρξεν η έκπλ,ηξίς μου ότε είδον αύτόν έξ ήμίσεως σχεδόν ήμικεκαυμ ένον ! έρωτήσας έμαθον δτι έκάη, ώς καί μονή, έκ τίνος ρωμαντικο ΰ έπεισοδίο υ δύο έν αυτώ διαιτωμέν ων κηφηνωδών και οίνοφλύγω ν καλογήρων . Καί τούτους μέν έλεήσαι καί οϊκτειρήσ αι ο Κύριος- αλλά καί ο ηγούμενος δέν έφρόντισε ν, άπό τοσούτου χρόνου έν τή μονή διατρίβων και τά εισοδήματ α αυτής κατ’ έτος μονώτατος καρπούμεν ος, δι’ ολίγων χρημάτων να έπιδιορθώ ση τόν καέντα έκεϊνον θόλον; “Οτε έζέφρασα αύτω τήν απορίαν μου ταύτην, πλήθος παραπόνων έζεχΰθη ένώπιόν μου, ότι τά είσοδήματ α δεν άνταποκρί νονται εις τά απολύτως αναγκαία. Επειδή όμως πλεϊστα έχει κτήματα η μονή, έπρεπεν ού μόνον ν’ άνταποκρι θή εις τά έξοδα αυτής τά σχετικώς έλάχιστα, άλλα και λαμπράν νά καταστήση, και εις άλλα φιλανθρωπ ικά κέντρα ένίοτε νά συνεισφέρ η ο κατά καιρόν τά τής μονής διαχειριζ όμενος μοναχός· ούτος ο άληθής προορισμό ς τών τόν μοναχικόν εϋσεβεί φρονήματι άσπαζομέν ων βίον, η άφοσίωσις δηλ. πρός ευεργεσία ν τοΰ πλησίον, και οΰχί ματαία πλήρωσις του βαλαντίου . Άν τά κτήματα τής μονής, πλεϊστα όντα, δέν άποφέρουσ ιν όσας έπρεπε προσόδους, τοϋτο προέρχετα ι έκ τής άδρανείας τοΰ διαχειρισ τοΰ και έκ μηδενός άλλου. Η Μ. τοΰ Χριστού Εκκλησία είθε νά λάβη καί ταΰτα ύπ’ όψιν καί νά παραχωρήσ η τοιαύτας μονάς εις μοναχούς ρέκτας καί ωφελίμους τω γένει καί τή ’Εκκλησία· σπουδαΐον τότε χρηματικό ν ποσόν δύναται νά διαθέση διά τής βελτιώσεω ς τών κατά την μονήν ταύτην υπέρ τής ιερατικής Σχολής, ή καί τό μοναστήρι ον τοΰτο είνε προσηρτημ ένον. Εΐνε ανάγκη άπαραίτητ ος τά κακώς κείμενα νά διωρθώντα ι, να τιμωρήται πανταχοϋ η άδράνεια, νά περιστέλλ ηται η κακία.

Έν ώ εν πολλαϊς άθώαις διασκεδάσ εσι διηρχόμην έν Τριγλία τον τής άναπαύσεω ς χρόνον, έν ώ καθ’ έκάστην σχεδόν νέοις περιπάτοι ς επιχειρών νέας άνεκάλυπτ ον ευαρέστου ς καί λαμπράς τοποθεσία ς, έν ώ κα¬θ’ έκάστην νέας άνεκάλυπτ ον πηγάς καί έκ νέων γλυκερών καί διαυγών έπινον ύδάτων, έν ώ καθ’ έκάστην ύπό την σκιάν πλατυσκίω ν δένδρων καθήμενος καί άλλοτε μεν πρός τήν φύσιν βλέπων καί ρεμβάζων, άλλοτε δε συνδιαλεγ όμενος καί γελών, νέας άπεκομιζό μην εύαρέστου ς έντυπώσει ς, έφθασε γράμμα τιμαλφές έξ Άπολλωνιά δος, δι' ού φίλος με προσεκάλε ι παρ’ έαυτώ. Κατ’ άρχάς μέν ένεκα τής ληστείας, ήτις δυστυχώς καταμαστί ζει πολλά τών περιχώρων Προύσης, έφάνην λίαν βραδύς είς τήν άπόφασιν- άλλ’ δτε έπληροφορ ήθην καλώς δτι οΰδείς έν τή όδώ ύπήρχε φόβος, τότε μακράν άφείς πάντα φόβον άπεφάσισα νά μεταβώ καί είς Άπολλωνιά δα.

Ήτο πρωία τοΰ Αύγουστου, δτε μετά τοΰ έν Τριγλίσ φίλου μου καί δύο άλλων άνεχωρήσα μεν- μόλις άνήλθομεν έπί τινων λόφων, δι' ών ¬ άγει οδός είς Άπολλωνιά δα, καί έξαίσιον θέαμα έθάμβωσε τους δφθαλμούς ημών, ’Ο ήλιος ήδη άνατείλας κατεφώτισ ε διά τών φαεινών αύτού άκτίνων τάς κορυφάς τών λόφων, οίτινες κατάφυτοι έξ έλαιών καί πολυβοτρύ ων αμπέλων λαμπράν παρεΐχον καί περικαλλή θέαν. Η άηδών έψαλλε τό ουράνιον αυτής άσμα- ο δέ κύκνος περί τον διά τών λόφων ρέοντα ρύακα, καί αί χελιδόνες έπί τών δένδρων άνεμίγνυο ν τήν γλυκύφθογ γον αυτών μελωδίαν προς το καλλικέλα δον τών άλλων παντοειδώ ν πτηνών άσμα. Τό θέαυα έκαλλύνετ ο έπί μάλλον και μάλλον όιότι καθ’ οδόν συνηνπώμε ν περικαλλε ίς τοποθεσία ς, χωρία γραφικωτά τας κατέχοντα θέσεις, καί τά μέν ύπό Μωαμεθανώ ν, τά όέ θφ’ Ελλήνων οίκούμενα- άλλ’ ούχ ήττον έξαίσιον θέαμα παρέστη πρό τών όφθαλμών ημών, ότε είδομεν μακρόθεν τήν Άπολλωνιά δα καί παρ' αυτή πεδία λειμώνας λοφίσκους . Καί η μέν Απολλωνία ς έφαίνετο λαμπρά καί μεγαλοπρε πής έπί τής λίμνης Άπολλωνιά τιδος, αΰτη δ' ήρεμος καί γαληνιαία ώμοίαζε πρός κάτοπτρον έντός τοΰ οποίου, ώς τινες κηλίδες, έφαίνοντο διάφορα πλοιάρια. Καί πρό τών ποδών δ' ημών έξετυλίσσ ετο τών αγροτικών σκηνών η θέλκτικωτ άτη καί τών αγροτικών θεαμάτων τό τελειότατ ον ποίμνιον άνά τήν πεδιάδα, δι' ής διερχόμεθ α, διεσκεδασ μένον, άνευ πολλού θορύβου άπήλαυε τών δωρων τής φυσεως, έν ώ ο κεκμηκώς ποιμήν έξηπλωμέν ος υπό τήν σκιάν βαθύσκιου δένδρου, έλαβεν άνά χειρας αμέριμνος τήν φλογέραν καί έπλήρου τον άέρα γλυκυφθόγ γου μελωδίας, μεθ' ής ενίοτε άνεμίγνυο ν την φωνήν αυτών τά βελάζοντα πρόβατα. ‘Η πεδιάς αϋτη έκτείνετα ι όπισθεν τής Άπολλωνιά δος, εΰρίσκοντ αι δ’ έπ αυτής και πολλοί αμπελώνες άνήκοντες τοϊς κατοίκοις τής πόλεως, περί ης ρητέα τά ολίγα ταΰτα.

Η Απολλωνιά ς, κλιθεΐσα οϋτως ή εκ τίνος γυναικός ’Απολλωνίας ώς θέλουσι τινες, εκ τίνος ίσως παρ’ αυτή περιφήμου ναοΰ τοϋ ’Απόλλωνος, είνε πόλις τής Έλάσσονος ’Ασίας έν Μυσία, κείμενη κατά τό ΒΑ τής λίμνης Άπολλωνιά τιδος. Περί τών οικιών αυτής καί τών οδών καί ένταϋθα ούδέν εγομεν απολύτως νά σημειώσωμ εν εΰάρεστον . Αί οίκίαι, εις 1000 περίπου συμποσούμ εναι, είνε τό πλεϊστον παλαιαί καί ξύλιναι, αί οδοί στενότατα ι, οΰδέν δ’ ούδέ δημόσιον οικοδόμημ α διακρίνετ αι έν τή πόλει ως καλλιτέχν ημα. Η περιοχή τής πόλεως είνε σμικρά καί δυσανάλογ ος πρός τόν αριθμόν τών κατοίκων, ακριβώς δ’ ένεκα τής συμπυκνώσ εις τών οικιών μακρόθεν παρουσιάζ ει μεγαλοπρε πή τινα θέαν. Καλόν θά ήτο άν, οί κάτοικοι οί θέλοντες νά οίκοδομώσ ιν άπό τοϋδε οικίας ώκοδόμουν αύτάς έπί τίνος λόφου απέναντι κειμένου καί όλίγιστον άπέχοντος, οπού λαμπρόν ήθελον καί εΰάρεστον προξενή έντύπωσιν . Η Απολλωνιά ς κατά τον χειμώνα μεταβάλλε ται εις νήσον ένεκα τής υπερβολικ ής αύξήσεως τών ϋδάτων τής λίμνης· τότε όέ μεταβαίνο υσιν εις αυτήν δια ξύλινης γέφυρας. Είνε δέ αρχαία πόλις έχουσα λείψανα άξια λόγου ισχυρών καί στερεών τειχών, έξ ών εικάζεται ότι η πόλις έχρησίμευ σεν άλλοθ’ ώς κέντρον ίκανού πολιτισμο ύ καί ώς ισχυρόν φρούριον. Στερούμεν ο; και της έλαχίστης περί τά αρχαιολογ ικά έμπειρίας δέν δύναμαι νά είπω πολλά και όρθά περί των τειχών τούτων. Ταϋτα μόνον σημειώ, ότι σώζεται έν καλή πως καταστάσε ι πύλη τιε, έφ’ ής φαίνεται ότι ύπήρχεν οίκημά τι τεθολωμέν ον, αγνοώ δ’ όμως προς τίνα χρήσιν. Έπί τίνος παραθύρου τοϋ οικήματος τούτου σώζεται γεγλυμμέν ος μικρός σταυρός, έξ ού πολλοί καί μάλιστα οι παλαιότερ οι τών κατοίκων διατείνον ται ότι ύπήρχεν άλλοτ’ αυτόθι ναός. Υπάρχει δε καί τις έπιγραφή έπί τίνος καλώς διατελούν τος λειψάνου τοϋ τείχους, έφ’ ου σώζονται καί τινα άνάγλυφα. Τής επιγραφής μή σωζομένης πλήρους, δεν ήδυνήθην να έζαγάγω έξ αύτή; τελείαν τινά έννοιαν’· άλλ’ έπειόή άρχεται διά τών ΚΑΙΣΑΡ ΤΡΑΙΑΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, δηλοϊ ίσως οτι έκτίσθησα ν επ’ αύτοϋ τά τείχη ή τουλάχιστ ον άνεκαινίσ θησαν. Πολλά δύναται έξιχνιάζω ν νά μάθη τώ δντι έν τή πόλει ταύτη ο περί τάς άρχαιολογ ικάς έρεύνας ένασχολού μενος. Πολλά πήλινα άγγεία καί άγαλμάτια άνευρίσκο νται έν τή νϋν κατασκευα ζομένη άμαξιτή όδώ, καί τοι αί πρός έπιπέδωσι ν τής οδού άνασκαφαί εινε έπιπόλαιο ι· εύρέθησαν δέ καί δύο κενά μνήματα καί πολλοί μεγάλοι καλώς λελαξευμέ νοι τετραγωνι κοί λίθοι έξήχθησαν . Εκ τούτων δέ καταφαίνε ται ότι πόλις έξετείνετ ο άλλοτε καί έκτος τοϋ περιβόλου τής νϋν σωζομένης, καί ότι, άν ένηργοΰντ ο ύπό τών άρχαιολόγ ων άνασκαφαί έπί τών τόπων έκείνων, πολλά τινα άρχαιολογ ικά ευρήματα ήθελον άναμφιβόλ ως εύρεθή. Πολλήν άρχαιολογ ικήν σημασίαν έπίσης έχει και τι νησίδιον έν τή λίμνη, Μ α ν α κ ο ύ δ α ύπό τών κατοίκων λεγόμενον . Άπαν περιβάλλε ται ύπό τοίχου έκ κανονικωτ άτων λίθων άριστα συνηρμοσμ ένων, όστις ένιαχοΰ είνε διπλούς έκτεινόμε νος έν είδει προκυμαία ς καί καταλήγει εις ήμικύκλιο ν. ’Έν τινι μέρει αύτοϋ φαίνονται έπί τών λίθων κατεσκευα σμένοι διά λαξεύσεως κρίκοι λίθινοι, είς ούς, ώς φαίνεται, προσεδένο ντο πλοία καί λέμβοι. Περί του νησιδίου τούτου φέρεται ιστορικόν τι γεγονός παρεμφερέ ς πρός το έν Πόντω περί νεάνιδος υπερασπιζ ομένης τό φρούριον Κορδύλης (Άλτζά καλέ) λεγόμενον, καθ’ ό το φρούριον παρεδόθη καί κατεστράφ η δι’ άπάτης ύπό τίνος εις έπίτοκον γυναίκα μετασχημα τισθέντος άρνησιχρί στου. (ΐδε Περικλ, Τριινταφυ λ, Φ«Υ· Προλ. οελ. 29).

Ότε έπεσκέφθη ν τό πρώτον τό νησίδιον, ιδού τί είκασα περί αύτοϋ. Επειδή εινε λίαν μικρόν καί οΰ πολλοϊς κατοικήσι μον, ύποτίθημι δτι ύπήοχεν άλλοτ’ έπ’ αυτοΰ μεγιστάνο ς τίνος πλουσίου οικία μεγάλοπρε πής καί λαμπρά. ’Επειδή δ' όμως σώζονται καί τινα λείψανα, στήλαι καί τά τοιαϋτα προδίδοντ α ύπαρξιν ναού, ίσως υπήρχε καί ναός τις προς θρησκευτι κήν χρήσιν τοϋ μεγιστάνο ς· άλλ’ ο μετ’ έμού έπισκεφθε ίς τοΰτο ιατρός τής Άπολλωνιά δος, άποκρούων τήν εικασίαν μου ταύτην, διετείνετ ο καί καλά ότι έπί τοϋ νησιδίου ύπήρχον πολλοί άλλοτ’ οίκίαι καί άκμαΤος πολιτισμό ς, έπ’ ούδεμιας βάσεως στηριζόμε νος· άλλα διά τό «χατήρί του» κατεχώρισ α καί τήν γνώμην ταΰτην ένταϋθα. Έκτος του νησιδίου τούτου ΰπάρχουσι καί άλλαι έν τή λίμνη, ήτις έχει ικανήν έκτασιν τριγωνικο ύ σχήματος καί παράγει πολλούς ιχθύς καί νοστιμωτά τας καραβίδας, άς εϊδομεν τας γυναίκας, έν τή λίμνη μέχρι τοϋ τραχήλου βεβυθισμέ νας, νά άλιεύωσι. Τό ύδωρ αυτής χρησιμεύε ι τοϊς κατοίκοις πρός όλας αυτών τάς άνάγκας, ενεκα δέ τών άναθυμιάσ εων τό κλίμα τής Άπολλωνιά δος δέν εΐνε τοσοϋτον εύάρεστον καί ταϋτα μέν περί τούτων.

Οί δέ κάτοικοι ζώσιν έκ τής ναυτιλίας καί έκ τών ιχθύων, ους έκ τής λίμνης άφθόνως άλιεάοντε ς πωλοΰσιν εις Βουλγαρία ν καί Θράκην άλίζοντες . Δέν έλλείπουσ ιν όμως καί άλλα βιοποριστ ικά έργα, ικανά δ’ έν τή πόλει εύρηνται και έργαστήρι α καί παντοπωλε ία, πρός δέ καί δύο άτμόμυλοι . Περί τών κατοίκων, οίτινες σημειωτέο ν ότι ζώσιν έτι «πατριαρχικώς », δίκαιον θεωρώ νά γράψω ταϋτα. Καί τοι καί ένταϋθα υπάρχουσι περιθαλπό μενα σπέρματά τινα διχονοίας, καί πολλάκις τις αύθάδως καί αύθαιρέτω ς πειράται νά διατάξη τά τής κοινότητο ς, άλλ’ έν τούτοις άκούεται ώς έπί τό πλεϊστον καί μεθ’ δλας τάς ύπό τών θρασυτέρω ν άνταλλασσ ομένας ενίοτε ύβρεις φωνή τών όρθώς σκεπτομέν ων, καί τά κολαβρίζο ντα παιδάρια άπέναντι τών πολιών καί συνετών γερόντων έπί τέλους σιγώσι καί κρύπτοντα ι. Καθώς σπάνιον βιβλίον άνευ σφάλματος καί άνορθογρα φίας, εΐπέ τις τών νεωτέρων ποιητών, ούτω καί πόλις σπανία άνευ κακοηθεία ς. Ευτύχημα λοιπόν εΐνε νά άκουηται η φωνή τών όρθώς φρονούντω ν καί τά σωτήρια παραινοΰν των, άδιάφορον δ’ άν άλλοι δίκην κυνών ύλακτουντ ων πλατεί τώ στόυατι και αΰθάδει τή γνώμη ωρύονται. "Οσον δ’ άφορά εις τά λοιπά, οΐ κάτοικοι τής Άπολλωνιά δος χαρακτηρί ζονται έπί δυο μεγάλαις άρεταΐς, αΐτινες εύχομαι ίνα διατελώσι ν άείποτε τό θέμεθλον τής έν τώ κόσμω τούτω ζωής πάντων τών άνθρώπων· έχουσι δηλονότι πίστιν άκραιφνή εις τον Θεόν καί ευσέβειαν περί τά θεία, άγάπην τοϋ πλησίον καί φιλοξενία ν μεγάλην. Δεν ΰπάρχουσι μέν παρ’ αϋτοϊς πολυτελή καί πολυποίκι λα ένδύματα, ούδ’ Ευρωπαϊκή ς λεπτολόγο υ διανοίας ασεβή καλλωπισμ ού επινοήματ α, άνδρες δε καί γυναίκες έξακολουθ οϋσιν ετι φοροϋντες σ α λ β ά ρ ι α, άλλ’ έν τούτοις υπό τά άπλά εκείνα ένδύματα και τά ταπεινά σ α λ β ά ρ ι α κρύπτεται ψυχή πιστή τώ Θεώ καί άναθή, μή μολυνθεϊσ α ετι ΰπό τής νοσηράς άτμοτφαίρ ας τού κακώς νοούμενου πολιτισμο ύ. Η δ’ ανθρώπινη άζία δέν μετρείται έκ τών λαμπρών καί καλλιτεχν ικών ενδυμάτων, άτινα καλύπτουσ ι τήν γαστέρα τών κοιλιόδου λων, άλλ' έκ τής εύαρέστου καταστάσε ως τής ψυχής καί τής ήθικότητο ς του βίου, ήτις όντως διαλάμπει φαεινότατ α έν τοΐς άπλοίς έτι καί άθώοις τών τής Άπολλωνίά δος πολιτών ήθεσι. Πρός ταίς άρεταΐς ταύταις έχουσι καί απεριόρισ τον φιλομουσί αν, αί δέ σχολαι αυτών εις εύάρεστον σχετικώς εύρηνται κατάστασι ν. ’Ενταύθα του λόγου γενόμενος αρμόδιον θεωρώ νά σημειώσω, ότι εύρυθμος τής κοινότητα ς ταύτης κατάστασι ς καί τών σχολείων πρόοδος όφείλεται κατά μέγα μέρος εις τον αρχιερατι κόν έπίτοοπον τοϋ Άγίου Νικομήδει ας αίδεσιμώτ ατον κ. παπά Χριστόδου λον, οστις ούδενός φείδεται πόνου όπως καταστήση αξιόζηλον τήν τής πατρίδας αύτοΰ πνευματικ ήν κατάστασι ν.

Περί τών τόπων δέ, εις ούς χάριν διασκεδάσ εως μετέβημεν, όλίγα είπών, καταστρέψ ω καί τόν περί Άπολλωνια δος λόγον. Οί κυριώτερο ι τών τόπων τούτων εινε α) τό Άκσίμπουν αρ, ένθα εύρηνται κήποι λαμπροί καί αμπελώνες τών κατοίκων τής Άπολλωνιά δος· κείται δ’ έναντι ταύτης, πέραν τής λίμνης, έχει δέ καί ύδωρ- διαυγέστα του καί γλυκΰτατο ν. β') η νήσος , τοΰ Αγίου Κωνσταντί νου, έφ’ ής εΰρηται μονή, ής τά μέν κελλία εινε ήρειπωμέν α, σώζεται δ’ ο ναός άλλ’ είς ελεεινήν κατάστασι ν είνε δέ κατάφυτος νήσος έξ έλαιών, άλλ’ είνε λίαν παρημελημ ένη· εϋρίσκοντ αι δ’ έπ’ αυτής ολίγοι τινές έργάται, ών παροιμιώδ ης εκεί κατέστη αδράνεια καί ¬οκνηρία. γ') νήσος Μανακοΰδα, περί ής εΐπομεν ικανά ανωτέρω, καί ήτις εινε τόγε νΰν εχον πλήρης άκανθών καί τριβόλων, δ’.) Τό νεκροταφε ΐον, κείμενον επί τίνος λόφου, έφ’ ου ευρίσκοντ αι καί τινες ϋπερύψηλο ι κυπάρισσο ι· ο λόφος ούτος διαπνέετα ι πάντοτε ΰπό δροσερού άέρος, έπ’ αυτού δέ τις Ιστάμενος βλέπει άφ’ ενός μέν τήν άλλοτε ηρεμούσαν άλλοτε δέ κυματιζομ ένην έπιφάνεια ν τής λίμνης, άφ’ έτέρου δέ τάς έν αυτή κατάφυτου ς νήσους, τά απειροπλη θή πλοιάρια, τους πέραν κειμένους πολυδένδρ ους κήπους, τά υπέρ τούτους εντός λοφίσκων χλοερών κείμενα χωρία, άλση, δρυμώνας, καί πολλά άλλα τοιαϋτα.

Μετά πολλάς διασκεδάσ εις, άς έν τοΐς τόποις τούτοις διεσκεδάσ αμεν, έπεστρέψα μεν όμοΰ μετά τών φίλων είς Τριγλίαν, όπου διαμείνας έπί τινας ημέρας, μετέβην καί εις τόπον τινά όνομαζεμε νον «χωνεμένον», διότι τό έν αύτώ ύπαρχον ΰδωρ ουντελεστ ικώτατον λέγεται εις χώνευσιν. Άλλ’ έπρεπε νά έπανέλθω πλέον έκει, όπού μέ έκάλει το καθήκον μου· άνεχώρηαα λοιπόν έκ Τριγλίας έχων ύπ’ όψει τό δημώδες έκεϊνο δίατιχον.

    Χόρευε κυρά Μαρού
    Άλλ’ έχε κ’ έννοια του σπητιού.


Εν Κωνστ/πόλει.
Ι.Ω.
« Τελευταία τροποποίηση: 01 Σεπτέμβριος 2020, 07:11:43 μμ από Μάκης Αποστολάτος »

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 0
  • -Λάβατε: 80
  • Μηνύματα: 263
  • Age: 72
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 90
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Απ: Ένας περίπατος στην Τρίγλια του 1886
« Απάντηση #2 στις: 01 Σεπτέμβριος 2020, 08:37:30 μμ »
Πολύ καλά έκανες και έβαλες όλο το κείμενο.

Για τον λόγο αυτό είχα δώσει το link.

Προσθέτω και για τα τρία τεύχη:
Τεύχος 40: http://digital.lib.auth.gr/record/139828
Τεύχος 41: http://digital.lib.auth.gr/record/139829
Τεύχος 42: http://digital.lib.auth.gr/record/139830
Τεύχος 43: http://digital.lib.auth.gr/record/139831



« Τελευταία τροποποίηση: 02 Σεπτέμβριος 2020, 05:59:08 μμ από Ευγενία Μυτιληναίου »