28. ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ, ΝΕΟΛΟΓΟΣ φ. 5896 22.2.1889

Ξεκίνησε από Μάκης Αποστολάτος, 15 Νοεμβρίου 2025, 11:52:36 ΠΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Μάκης Αποστολάτος

Κατά την έρευνα των ψηφιοποιημένων φύλλων της εφημερίδας «ΝΕΟΛΟΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΎΠΟΛΗΣ» της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, εντόπισα στον Α' τόμο του 1889 το φύλλο 5896 της Τετάρτης 22.2/6.3.1889 (1η σελ 151), στη στήλη ΕΚ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ, την 5 φεβρουαρίου 1889 ανταπόκριση από Ιερουσαλήμ με τίτλο «Σπουδαία Αρχαιολογική Ανακάλυψις (ιδιαιτέρου ημών ανταποκριτού») την ανακάλυψη του Σεραφείμ, Μέγα Σκευοφύλακα του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ, πριν από λίγα χρόνια, στο ισόγειο του Μοναστηρίου του Αβραάμ, που συνδέεται με το ναό της Αναστάσεως, με υπόγεια κλίμακα η οποία οδηγούσε, μετά τον καθαρισμό, σε βασιλικό κτίριο, που αποτελεί τον αρχαίο ναό της Αναστάσεως, ο οποίος κτίστηκε από την Αγία Ελένη.

Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι ο Σεραφείμ είχε ανακαλύψει προ ετών στο ισόγειο του Μοναστηρίου του Αβραάμ, που είναι δίπλα στο ναό της Αναστάσεως, μια υπόγεια κλίμακα που οδηγούσε σε σπουδαίο βασιλικό κτίριο, αλλά υπήρχαν συσσωρευμένες ύλες και ακαθαρσίες που εμπόδιζαν την έρευνα. Ένα χρόνο νωρίτερα (1888) ο Σεραφείμ και ο Παρασκευοφύλακας Ευθύμιος (μετέπειτα Σκευοφύλακας) άρχισαν τις εργασίες απομάκρυνσης των υλών και των ακαθαρσιών και τον Ιανουάριο 1889 κατάφεραν να τις ολοκληρώσουν με 3 στόμια που ανοίχθηκαν στο ισόγειο.

Τότε αποκαλύφθηκε το μεγαλοπρεπές και ακέραιο κτίριο που περιγράφεται ως «αρίστης αρχιτεκτονικής και στερεώτατον», θεωρήθηκε «σύγχρονον οικοδόμημα του πρώτου αρχαίου ναού της Αναστάσεως, και ωκωδομήθη υπό της αγίας Ελένης» και περιγράφεται ως «παμμεγέθης στέρνα, ης το μήκος,  πλάτος και ύψος καταπλήττει και θέλγει τον θεατήν, οικοδομηθείσα όπως αφ' ενός μεν, ισοπεδωθώσιν αι ευρύταται αυλαί και τα προπύλαια του πρώτου αρχαίου ναού, αφ' ετέρου δε, όπως αρδεύη τ' άπειρα πλήθη των εισρεόντων τότε ευσεβών προσκυνητών».

Ακολουθεί η λεπτομερής περιγραφή του κτιρίου:

«Το κτίριον έχει σχήμα παραλληλογράμμου, κανονικώτατον από δυσμών προς ανατολάς εκτεινόμενον, και ως ει προ τινών ετών ωκοδόμητο. Αι τέσσαρες αυτού πλευραί σύγκεινται όλως εκ μεγίστων λίθων στερεωτάτων πελεκητών και λίαν καλώς προσηρμοσμένων. Η στέγη αυτού είναι το επισημότερον μέρος και καταθέλγει και εκπλήττει τον θεατήν, δια τε την καλλονήν και σπουδαιότητα της τότε σρχιτεκτονικής. Άπασα η στέγη ερείδεται επί δέκα και οκτώ πινσών εις μέγα ύψος ηρμένων, εκ παμμεγίστων και στερεωτάτων λίθων συνηρμοσμένων, ων η μετακόμισις και τοποθέτησις σήμερον εν Ιερουσαλήμ αποβαίνει αδύνατος. Οι δέκα και οκτώ ούτοι πινσοί, οι την στέγην του κτιρίου υποβαστάζοντες, είναι τοποθετημένοι εις δύο σειράς κατά μήκος του κτιρίου εκτεινόμενοι, εννέα εις εκάστην. Επί των πινσών τούτων υψούνται ισάριθμοι περικαλλείς αψίδες εκ λίθων πελεκητών μετά πολλής χάριτος και κομψότητος συνδεδεμένων, συνεκτεινομένων και τούτων κατά μήκος του κτιρίου. Άνωθεν των δέκα και οκτώ τούτων αψίδων, υπάρχουσι συντεθειμέναι τρεις σειραί μικροτέρων αψίδων, κατά πλάτος του κτιρίου ευρισκομένων, δεκαοκτώ εις εκάστην σειράν, ήτοι πεντήκοντα τέσσαρες, περικαλλέσταται και κομψόταται, εκ λίθων επίσης πελεκητών και ευφυέστατα προσηρμοσμένων, αίτινες καθωραίζουσι το κτίριον και θέλγουσι τον θεατήν. Επάνωθεν δε των πεντήκοντα τεσσάρων τελευταίων τούτων αψίδων εύρηται η οροφή, αποτελούμενη άπασα εκ μεγίστων λιθίνων πλακών, χονδροτάτων, στερεών, πελεκητών και τούτων, και λίαν καλώς προσηρμοσμένων, ερειδομένων δε πασών επί της  επιφανείας των πεντήκοντα τεσσάρων αψίδων, των πλακών κατά μήκος του κτιρίου τοποθετημένων. Η οροφή εν γένει του κτιρίου, εκ της καλής προσαρμόσεως των λίθων, αποτελεί ένα και μόνον μονόλιθον. Το υπεράνωθεν της οροφής του κτιρίου απετέλει άλλοτε μέρος των ευρυχωροτάτων  αυλών και προπυλαίων του πρώτου αρχαίου ναού. Το έδαφος του κτιρίου τούτου είναι λίαν ανώμαλον, ανωφερές μεν προς το δυτικόν, κατωφερές δε προς το ανατολικόν, και εν τω μέσω τούτου ολίγον τι προς το δυτικόν εύρηται ογκωδέστατος φυσικός βράχος, ου την ισοπέδωσιν αγνοούμεν διατί οι αρχιτέκτονες εσεβάσθησαν. Από του κατωτάτου μέρους του κτιρίου μέχρι του στομίου της κλίμακος αριθμούνται εξήκοντα μεγάλαι βαθμίδες».

Στη συνέχεια αναφέρεται ότι οι ακαθαρσίες προερχόντουσαν από τα βυρσοδεψεία των Αράβων που λειτουργούσαν επί 3 περίπου αιώνες και μόλις προ 30 ετών (1860 περίπου) καταργήθηκαν. Ακολουθεί η περιγραφή των οικοδομών του Μοναστηρίου του Αβραάμ.

Στην τελευταία παράγραφο της ανταπόκρισης περιγράφεται αφενός η σχέση του ανακαλυφθέντος κτιρίου προς τις αυλές και τα προπύλαια του αρχαίου ναού, αφετέρου το φυσικό έδαφος και η σχέση του κτιρίου με τον Γολγοθά.

Αναζήτησα στο διαδίκτυο πληροφορίες για το θέμα αυτό, και βρήκα ότι στον κατάλογο των Σταυροφυλάκων και Σκευοφυλάκων αναφέρεται ο Σεραφείμ για την περίοδο 1858-1895 και ο Ευθύμιος για την περίοδο 1895-1917 (https://jerusalem-patriarchate.info/%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B9%CF%82/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%E1%BF%96%CE%BF%CE%BD/%CF%84%E1%BD%B8-%E1%BC%B1%CE%B5%CF%81%E1%BD%B8%CE%BD-%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CE%BD/ ). Δεν βρήκα, όμως, πληροφορίες για τη ανακάλυψη του βασιλικού κτιρίου που περιγράφεται αναλυτικά, με διαστάσεις και όλα τα λεπτομερή στοιχεία που αναφέρονται στην από 5 φεβρ. 1889 ανταπόκριση και δημοσιεύθηκε στο φύλλο 5896 του ΝΕΟΛΟΙΓΟΥ. Σκέφθηκα να απευθυνθώ στην καθηγήτρια του ΕΜΠ που ασχολήθηκε πριν από μερικά χρόνια με τον Πανάγιο Τάφο και της έδωσα το υλικό αυτό τον Αύγουστο 2025, αλλά παρά το γεγονός ότι υποσχέθηκε να το εξετάσει, δεν απάντησε μέχρι σήμερα (Νοέμβριος 2025) και αποφάσισα να δημοσιοποιήσω αυτά τα στοιχεία, δεδομένου ότι τα θεωρώ πολύ σημαντικά, με τη μοναδική και λεπτομερή περιγραφή του ανακαλυφθέντος βασιλικού κτιρίου στα τέλη του 1888 ή στις αρχές του 1889.



ΝΕΟΛΟΓΟΣ φύλλο 5896 της Τετάρτης 22.2/6.3.1889 (1η σελ. 151)

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗΣ

ΕΚ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΏΝ

ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΚΑΛΥΨΙΣ

(ιδιαιτέρου ημών ανταποκριτού)

Εν  Ι ε ρ ο υ σ α λ ή μ  5 φεβρ.1889

Ενδόμυχός τις επιθυμία αείποτε κατέχει τον άνθρωπον, τάσις φυσική, όπως γνωρίζη τι παρελθόντα διάφορα συμβεβηκότα της ανθρωπότητος, και δι΄ ισχυρών και αδιαφιλονεικήτων αποδείξεων πείθη εαυτόν περί της αληθείας τούτων. Τα παρ' αξιοπίστων συγγραφέων μεταδιδόμενα ημίν γεγονότα, μεγίστην κέκτηνται σπουδαιότητα, οπόταν και τα υπ' αυτών εξιστορούμενα επιβεβαιώνται εις ημάς εξ αυτών των πραγμάτων. Η αρχαιολογική Επιστήμη πολλάς υπηρεσίας παρέσχε και παρέχει καθ΄ εκάστην τη ανθρωπότητι, διότι πολλά μέχρι σήμερον αμφίβολα, πολλά δε άγνωστα ήγαγεν εις φως. Απέδειξεν την αλήθειαν πλείστων ιστορικών γεγονότων. Και ικανοποίησε τας δικαίας επιθυμίας των ενδιαφερομένων. Η αγία Πόλις Ιερουσαλήμ η γνωστή καθ΄ άπασαν την υφήλιον, εν ή συνετελέσθησαν τα μεγαλείτερα συμβεβηκότα της ανθρωπότητος, και ήτις κατέστη το κέντρον της ιστορίας των παρελθόντων και μετά ταύτα αιώνων, εγκλείει προς τούτοις και τας μεγαλειτέρας  και επισημοτέρας αρχαιότητας. Δυστυχώς όμως μετά πολλής δυσκολίας ανευρίσκονται, πλην και ταύτα εις ερείπια. Όθεν επιστεύετο μέχρι σήμερον, ότι ουδέν κτίριον εσώζετο σώον και ακέραιον, έστω και μικρόν και ασήμαντον, όπερ μετά βεβαιότητος ηδυνάμεθα να αποδώσωμεν τη Βασιλίδι ταύτη και ισαποστόλω αγία Ελένη. Αλλ' ευρέθη τέλος πάντων εσχάτως τοιαύτη οικοδομή, ολόκληρος και λίαν σεβαστή, ήν ουδείς δύναται ν' αμφισβητήση.

Ο Μέγας Σκευοφύλαξ του Παναγίου Τάφου Σεραφείμ, ο αξιοσέβαστος ούτος γέρων, ο πλείστας και μεγάλας υπηρεσίας παρασχών και παρέχων πάντοτε τω κοινώ του Παναγίου Τάφου, ο ανέκαθεν αφιερώσας εαυτόν μετ' αυστηράς αυταπαρνήσεως  εις την διακονίαν του θείου ναού της του Κυρίου Αναστάσεως, και επί τεσσαράκοντα περίπου έτη ημέραν τε και νύκτα υπηρετών την επίπονην ταύτην ιεράν διακονίαν, προς ταις άλλαις αυτού μεγάλαις υπηρεσίαις, ανεκάλυψε πρό τινων ετών εν τω ισογείω του σημερινού Μοναστηρίου του Αβραάμ, του συναπτομένου μετά του θείου τούτου ναού της Αναστάσεως, υπόγειον κλίμακα, ήτις, ως εκ της αρχαιότητος και αρχιτεκτονικής αυτής μεγαλοπρεπείας, ουκ ήν άλλως δυνατόν ή να οδηγή ημάς εις αρχαίαν και πάνυ σπουδαίαν οικοδομήν. Και παρετηρήθη μεν τότε, ότι η υπόγειος αύτη κλίμαξ ωδήγει εις βασιλικόν κτίριον, αλλ΄ επειδή αι απ' αιώνων εν αυτώ ριπτόμεναι παντοειδείς ύλαι και ακαθαρσίαι επλήρωσαν την υπόγειον ταύτην οικοδομήν, αδύνατον απέβαινε μετά θετικότητος να προείπη τις τι περί ταύτης. Το παρελθόν έτος ο ανωτέρω σεβάσμιος γέρων, συμβοηθούμενος και υπό του επίσης ακαμάτου εργάτου των καλών έργων και προθυμοτάτου εις πάσαν κοινήν ωφέλειαν Παρασκευοφύλακος Ευθυμίου, ανέλαβον να καθαρίσωσι την υπόγειον ταύτην οικοδομήν εκ των εν αυτή συσσωρευθεισών παντοειδών υλών και ακαθαρσιών. Απ' αρχής της εργασίας παρετηρήθη, ότι μέγα και ευρυχωρότατον κτίριον υπεκρύπτετο. Τρία αμέσως στόμια ανεώχθησαν επί του ισογείου, όπως δι' αυτών ανελκύωσιν οι εργάται την εν αυτώ ύλην. Η εργασία της εκκαθαρίσεως του κτιρίου καίτοι μετά πολλής σπουδής και δραστηριότητος ήρξατο, ουχ ήττον όμως, ένεκα της μεγίστης ευρύτητος τούτου, εδαπανήθη αρκετόν χρονικόν διάστημα. Επί ολόκληρον έτος, πυρετωδώς και αδιακόπως εξηκολούθει η εργασία της ανελκύσεως των εν τω κτιρίω υλών, και τέλος ουχ ευρίσκετο. Μόλις περί τα τέλη του παρελθόντος μηνός κατωρθώθη να εξαχθώσιν αι εν αυτώ ακαθαρσίαι και παντοειδείς ύλαι. Τότε μόνον παρουσιάσθη ενώπιον των οφθαλμών του θεατού κτίριον μεγαλοπρεπέστατον, καταπληκτικόν, σώον και ακέραιον, αρίστης αρχιτεκτονικής και στερεώτατον. Το περί ού ο λόγος κτίριον είναι σύγχρονον οικοδόμημα του πρώτου αρχαίου ναού της Αναστάσεως, και ωκωδομήθη υπό της αγίας Ελένης. Το κτίριον τούτο είναι παμμεγέθης στέρνα, ης το μήκος,  πλάτος και ύψος καταπλήττει και θέλγει τον θεατήν, οικοδομηθείσα όπως αφ' ενός μεν, ισοπεδωθώσιν αι ευρύταται αυλαί και τα προπύλαια του πρώτου αρχαίου ναού, αφ' ετέρου δε, όπως αρδεύη τ' άπειρα πλήθη των εισρεόντων τότε ευσεβών προσκυνητών. Το κτίριον έχει σχήμα παραλληλογράμμου, κανονικώτατον από δυσμών προς ανατολάς εκτεινόμενον, και ως ει προ τινών ετών ωκοδόμητο. Αι τέσσαρες αυτού πλευραί σύγκεινται όλως εκ μεγίστων λίθων στερεωτάτων πελεκητών και λίαν καλώς προσηρμοσμένων. Η στέγη αυτού είναι το επισημότερον μέρος και καταθέλγει και εκπλήττει τον θεατήν, δια τε την καλλονήν και σπουδαιότητα της τότε σρχιτεκτονικής. Άπασα η στέγη ερείδεται επί δέκα και οκτώ πινσών εις μέγα ύψος ηρμένων, εκ παμμεγίστων και στερεωτάτων λίθων συνηρμοσμένων, ων η μετακόμισις και τοποθέτησις σήμερον εν Ιερουσαλήμ αποβαίνει αδύνατος. Οι δέκα και οκτώ ούτοι πινσοί, οι την στέγην του κτιρίου υποβαστάζοντες, είναι τοποθετημένοι εις δύο σειράς κατά μήκος του κτιρίου εκτεινόμενοι, εννέα εις εκάστην. Επί των πινσών τούτων υψούνται ισάριθμοι περικαλλείς αψίδες εκ λίθων πελεκητών μετά πολλής χάριτος και κομψότητος συνδεδεμένων, συνεκτεινομένων και τούτων κατά μήκος του κτιρίου. Άνωθεν των δέκα και οκτώ τούτων αψίδων, υπάρχουσι συντεθειμέναι τρεις σειραί μικροτέρων αψίδων, κατά πλάτος του κτιρίου ευρισκομένων, δεκαοκτώ εις εκάστην σειράν, ήτοι πεντήκοντα τέσσαρες, περικαλλέσταται και κομψόταται, εκ λίθων επίσης πελεκητών και ευφυέστατα προσηρμοσμένων, αίτινες καθωραίζουσι το κτίριον και θέλγουσι τον θεατήν. Επάνωθεν δε των πεντήκοντα τεσσάρων τελευταίων τούτων αψίδων εύρηται η οροφή, αποτελούμενη άπασα εκ μεγίστων λιθίνων πλακών, χονδροτάτων, στερεών, πελεκητών και τούτων, και λίαν καλώς προσηρμοσμένων, ερειδομένων δε πασών επί της  επιφανείας των πεντήκοντα τεσσάρων αψίδων, των πλακών κατά μήκος του κτιρίου τοποθετημένων. Η οροφή εν γένει του κτιρίου, εκ της καλής προσαρμόσεως των λίθων, αποτελεί ένα και μόνον μονόλιθον. Το υπεράνωθεν της οροφής του κτιρίου απετέλει άλλοτε μέρος των ευρυχωροτάτων  αυλών και προπυλαίων του πρώτου αρχαίου ναού. Το έδαφος του κτιρίου τούτου είναι λίαν ανώμαλον, ανωφερές μεν προς το δυτικόν, κατωφερές δε προς το ανατολικόν, και εν τω μέσω τούτου ολίγον τι προς το δυτικόν εύρηται ογκωδέστατος φυσικός βράχος, ου την ισοπέδωσιν αγνοούμεν διατί οι αρχιτέκτονες εσεβάσθησαν. Από του κατωτάτου μέρους του κτιρίου μέχρι του στομίου της κλίμακος αριθμούνται εξήκοντα μεγάλαι βαθμίδες. Προς καθαρισμόν των εν τω σπαυδαίω τούτω κτιρίω παντοειδών υλών και ακαθαρσιών, ων το πλείστον μέρος προήρχετο εκ των άλλοτε επ΄ αυτού υπαρχόντων βυρσοδεψείων των Αράβων, επί τρεις περίπου αιώνας εν ενεργεία όντων και μόλις προ τριακονταετίας καταργηθέντων, και προς επισκευήν μερικήν των επιχρισμάτων των πλαγίων του κτιρίου πλευρών, εδαπανήθη σπουδαίον χρηματικόν ποσόν.  Άνωθεν του ανακαλυφθέντος υπογείου τούτου επισήμου κτιρίου υψούνται σήμερον περικαλλέσταται οικοδομαί του μοναστηρίου Αβραάμ, προς υποδοχήν των επισήμων ξένων, ας και ταύτας και πλείστας άλλας μεγαλοπρεπείς και προσοδοφόρους οικοδομάς, και άλλας ανοικοδομάς μοναστηρίων και εκκλησιών, η φιλοτιμία και ο ζήλος προς τα κοινά συμφέροντα των σεβαστών ανωτέρω Σκευοφυλάκων Σεραφείμ και Ευθυμίου εκ βάθρων ωκοδόμησε προ επταετίας.

Η ανακάλυψις του περί ου ο λόγος κτιρίου, εκτός της σπουδαιότητος ήν κέκτηται υπό αρχαιολογικήν και αρχιτεκτονικήν έποψιν, δύναται προς τοις άλλοις να οδηγήση τους αρμοδίους αρχαιολόγους προς λύσιν προβαλλομένων τινών σήμερον αμφιβολιών. Η στέγη του κτιρίου, ην ανωτέρω περιεγράψαμεν, ήτις ισοπέδου μέρους των αυλών και προπυλαίων του αρχαίου ναού, θα κανονίση ίσως την μέχρι τούδε αμφισβητουμένην έκτασιν αυτών. Το δ' ανώμαλον αυτού έδαφος, το σημαντικώς ανωφερές προς το δυτικόν, όπερ αναμφιβόλως ην το φυσικόν έδαφος του τόπου, θα αποδείξη ίσως το ύψος του Γολγοθά, εν ω συνετελέσθη η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, ου η απόστασις μικρά από του περιγραφομένου κτιρίου, μόλις τριάκοντα γαλλικά μέτρα προς το βορειοδυτικόν αυτού μέρος κειμένου. Εάν η αγία Ελένη ωκοδόμει τοιαύτα περικαλλή κτίρια εν υπογείοις αθέατα, οποίον άρα γε μέγεθος και κάλλος θα έδωκεν εις τον υπ΄ αυτής ανεγερθέντα θείον ναόν της του Κυρίου Αναστάσεως;