ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ - ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ-ΚΟΥΚΟΥΛΙΑ

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 27 Νοεμβρίου 2009, 06:37:57 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ


ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ-ΚΟΥΚΟΥΛΙΑ   

Σηροτροφία είναι  η εκτροφή μεταξοσκώληκων για παραγωγή μεταξιού.
Η σηροτροφία ως όρος προέρχεται από το κινέζικο «ser» που σημαίνει μεταξοσκώληκας. Κατά το ιστορικό Προκόπιο το μεταξόσπορο τον έφεραν στο Βυζάντιο από την Κίνα, κρυμμένο μες στα κούφια μπαστούνια τους, δύο μοναχοί που τους είχε στείλει επίτηδες ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α'. Η μεταξουργία αναπτύχθηκε στη Συρία και σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Από τα χρόνια εκείνα το μετάξι έδινε μεγάλα εισοδήματα στο Βυζάντιο, γιατί οι ευγενείς της Δύσης, οι επίσκοποι, οι καλόγεροι και γενικά οι άρχοντες και οι πλούσιοι του Βυζαντίου φορούσαν μεταξωτά και έτσι το Βυζάντιο κέρδιζε πολλά από το εμπόριο αυτό.
Μεταξοσκώληκας είναι η κάμπια που εκκρίνει την νηματοειδή ουσία από την οποία παράγεται το μετάξι. Το μετάξι είναι υφαντική ύλη που παράγεται με ειδική επεξεργασία από μια νηματοειδή ουσία, η οποία εκκρίνεται από τον μεταξοσκώληκα, φυσικό μετάξι. 
Στην σηροτροφία «πρώτη ύλη» είναι τα μουρόφυλλα και «εργάτες»οι μεταξοσκώληκες.

Η ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ

Η εκτροφή των με ήταν εργασία που απέφερε σημαντικό εισόδημα στην οικογένεια στην Παλιά Τρίγλια. Η σηροτροφία γινόταν κυρίως με την απασχόληση των μελών της οικογένειας και μόνο. Η μεταξοκαλλιέργεια γινόταν σ' ένα μέρος του σπιτιού τους, τα σπίτια στην Τρίγλια που ήταν μεγάλα εξυπηρετούσαν αυτό το σκοπό. Διαθέτανε έναν όροφο για κουκούλια και φύλλα από τις μουριές που είχαν στον μπαχτσέ τους και έτσι δημιουργούσαν ένα εργαστήριο ικανοποιητικής απόδοσης. Οι Τριγλιανοί βέβαια δεν έλεγαν τη λέξη «σηροτροφία», κουκούλια έλεγαν, «θα πιάσω κουκούλια» εννοούσαν θα ασχοληθώ με την καλλιέργεια κουκουλιών. Το κουκούλι είναι το νηματοειδές περίβλημα της προνύμφης του μεταξοσκώληκα. Οι μουριές που ήταν για τα κουκούλια ήταν άλλες από εκείνες που έκαναν μούρα. Οι μουριές για τα κουκούλια τις έλεγαν συκαμιές. Είχαν ομαλά και τρυφερά φύλλα, ήταν χαμηλές και όχι ψηλότερες πάνω από 3 μέτρα.
Σε όλη σχεδόν την περιοχή της Προύσας ήταν ανεπτυγμένη η σηροτροφία. Ανέκαθεν ήταν περίφημα τα μεταξουργεία της Προύσας.     
Ονομαστό ήταν της «Προύσας το μετάξι» και τα μεταξωτά της υφάσματα.

 

■...Πρώτη καλλιέργεια κι απασχόληση των Τριγλιανών ήταν η ελιά. Ύστερα ερχότανε η μεταξοκαλλιέργεια, το κουκούλι, κι είχαν αρκετές εκτάσεις φυτεμένες με μουριές που είχαν το κατάλληλο φύλλωμα, για σηροτροφία. Τα κουκούλια της Τρίγλιας τα πουλούσαν σ' εργοστάσια επεξεργασίας μεταξιού στην Κίο και την Προύσα. Η μεταφορά γινόταν με ζώα ή με τετράτροχα αμάξια (αραμπάδες)[....].

Θανάση Πιστικίδη, «Τρίγλια Βιθυνίας», Ραφήνα Οκτώβρης 1983.
Tι ήταν η Τρίγλια (σελ.135)

    ■ Στην παλιά πατρίδα μας την Τρίγλια, η παραγωγή ήταν κυρίως η ελαιοκομία και σε μικρότερη έκταση η σηροτροφία. Εκεί κάθε νοικοκύρης είχε ένα κτήμα φυτεμένο με μουριές, που το έλεγαν μπαχτσέ. Τα φύλλα από τις μουριές(1) αποτελούσαν την τροφή των σκουληκιών, για την παράγωγη των κουκουλιών.
    Οι άνδρες μετέφεραν με τα χτηνά, μερκέπια (γαϊδούρια), τα φύλλα από τις μουριές και μερικοί που έπιαναν περισσότερο κουκουλόσπορο, 21/2 και 3 κουτιά (2), παίρνανε και ένα παραγιό που τον λέγανε μπουτσεκτσή(3).
    Μαζί με τα κλαδιά απ' τις μουριές, φέρνανε και αλλά κλαδιά που τα λέγανε βουρλιές. Όλα αυτά τα στήνανε όρθια και πήγαιναν επάνω οι κάμπιες και έκαναν το κουκούλι από μετάξι. Η όλη αυτή δουλειά κρατούσε σαράντα μέρες. Μετά άρχιζε ο τρύγος.
    Τώρα η δουλειά ήταν πια των γυναικών. Αυτές τάιζαν το σκουλήκι και συχνά άκουγες να λένε αναμεταξύ τους. Έμενα το σκουλήκι μου κοιμάται στην βασιλική, δηλαδή στον τελευταίο ύπνο(4), για να κάνει το κουκούλι.
    Στον τρύγο καθόντουσαν όλοι στην αράδα και βγάζανε μέσα απ' τα κλαδιά την ευλογημένη παραγωγή, το μετάξι. Τα κουκούλια είχαν και τα σκάρτα τους, που τα λέγανε τσίπες και τις πουλούσαν σε χαμηλότερη τιμή.
Μόλις τελείωνε ο τρύγος, όλη η σοδειά μαζευόταν σε σάκους και με τις νταλίκες την πήγαιναν στην  αγορά της Προύσας(5).
    Οι νταλίκες ήταν μεγάλα τετράτροχα, με σούστες, κάρα, που τα τραβούσαν δύο άλογα. Τα κάρα αυτά είχαν επάνω σκεπή, στο πίσω μέρος είχαν την σκάρα που έβαζαν οι επιβάτες τα μπαγάζια τους και στο μπροστινό μέρος, που ήταν κάπως κυρτό και το λέγανε παπουτσιλήκι, καθόταν ο άμαξας.
    Στα πλευρά της νταλίκας υπήρχαν δυο ανοίγματα, που χρησιμοποιούνταν για πόρτες και τα οποία σε περίπτωση κακοκαιρίας κλείνανε με πέτσινες κουρτίνες, που κούμπωναν με τόκες. Μέσα ο χώρος των επιβατών ήταν ολοστόλιστος με φούντες και καθρεφτάκια.  Για την αγορά λοιπόν της Προύσας, όπου υπήρχαν όλα τα εργοστάσια μεταξουργίας(6) της περιοχής, που τα είχαν κυρίως οι γιαχουντήδες, όπως συνήθιζαν να λένε οι πατριώτες μας τους Εβραίους, πρώτη θέση είχαν και οι γυναίκες, αφού αυτές ήταν κυρίως που δούλευαν για την παραγωγή των κουκουλιών.
    Καλοστολισμένες ανέβαιναν με καμάρι στις νταλίκες, ακούγοντας τον άμαξα να τις φωνάζει  χαϊδευτικά  κοκόνες (κυρίες) και τα μικρά παιδιά τους να τις ζητούν να φέρουν απ' την Προύσα σιμίτια και μπουλαμά (κουλούρια και θρεψίνη). Τον μπουλαμά, που ήταν πολύ νόστιμος και γινόταν από σταφύλια, τον διατηρούσαν σε ξύλινα στρόγγυλα κουτιά.

Η Σηροτροφία στην παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ.Μαργαρίτης, Ν.Τρίγλια
«Τριγλιανά Νέα», 10 Οκτωβρίου 1977, αρ.φυλλ.12,σελ.2.
Τριγλιανά Λαογραφικά

Λεξιλόγιο-Σχόλια
(1)    Τα κουκούλια ήθελαν καθαρό φαΐ και τα φύλλα πρέπει να ήταν πεντακάθαρα και απαλλαγμένα από σκόνη.
(2)    Το κουτί είναι μονάδα μέτρησης στην σηροτροφία. Ο σπόρος βρισκόταν μέσα σε κουτιά λίγο μεγαλύτερα από τα πλακέ κουτιά των τσιγάρων. Το καπάκι ήταν τρυπημένο για να αερίζεται. Κάθε κουτί σπόρου απέδιδε 40-50 οκάδες.
(3)    μπουτζεκτσής= σηροτρόφος, μπουτζέκ ή μποτζέκ: Τούρκικη λέξη που σημαίνει μεταξοσκώληκας.
(4)    Ο μεταξοσκώληκας στην διάρκεια της ζωής του αλλάζει τέσσερις φορές το δέρμα του, σε κάθε αλλαγή του δέρματος προηγείται τέλεια ακινησία της κάμπιας για ένα περίπου 24ωρο. Αυτό το διάστημα το ονομάζουν ύπνο. Το διάστημα μεταξύ δύο ύπνων λέγεται  ηλικία. Η κάμπια στο τέλος της ζωής της γίνεται διαφανής, δεν τρώει και αρχίζει να πλέκει τα κουκούλια που ήταν για το μετάξι (ή για σποροπαραγωγή).
(5)  Το κουκούλι το τοποθετούσαν σε σακιά και το πήγαιναν στην Προύσα να το πουλήσουν. Έπρεπε να το πουλήσουν εντός δώδεκα ημερών από το τρύγημα, γιατί ο μεταξοσκώληκας μεταμορφώνεται σε πεταλούδα, η οποία τρυπά το κουκούλι και βγαίνει. Οι έμποροι κατά την αγορά τα έβαζαν σε ειδικό φούρνο και τα «έψηναν» για να ψοφήσουν οι χρυσαλλίδες (πεταλούδες).
(6)  Εργοστάσια επεξεργασίας ή κλώσης μεταξιού, μεταξουργεία. Ως κλώστριες στην Προύσα ασχολούνταν κορίτσια Αρμενίων, Ελλήνων και Τούρκων. Οι Τουρκάλες εργάζονταν χωρίς καλύπτρα, μολονότι εποπτεύονταν από άντρες.


■ Επίσης... η βομβυκοτροφία (σηροτροφία), χάριν της οποίας ολόκληραι εκτάσεις (μπαχτιέδες) ήσαν κεκαλυμμένοι υπό μωρέων. Ετησίως παρήγοντο 30,000 χιλιογράμμων νωπών βομβύκων (κουκουλιών) πωλουμένων εις την αγοράν Προύσσης (μεζάν) χάριν των αυτόθι 40 μεταξουργείων. Υπήρχαν δε και τινά πρωτόγονα μεταξουργεία εν Τριγλεία, τα λεγόμενα μεντζίλια ήτοι χειροκίνητα εργαλεία (αργαλοί).   

Τρύφωνος  Ε. Ευαγγελίδου, «Βρύλλειον Τρίγλεια», Αθήναι 1934, σελ.116-117.

■Κατά δε τον τρύγον των κουκουλιών παρασκευάζουσι τον ζερδέν ή γλύκυσμα εκ καταστατού και εψήματος (ύψημα κοινώς πετμέζι)ή ζακχάρεως προς γλύκανσιν των τρυγητριών. 

Τρύφωνος  Ε. Ευαγγελίδου, «Βρύλλειον Τρίγλεια», σελ. 149-150.

ΠΗΓΕΣ: 1. Οι προαναφερθέντες Τριγλιανοί συγγραφείς με αντίστοιχα κείμενά τους: Θανάσης Πιστικίδης, Σταύρος Μαργαρίτης, Τρύφων Ευαγγελίδης. 
2. «Γεωγραφία της Μ.Ασίας» Παντ. Κοντογιάννης, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1921.
3. «Λαογραφικά Παλλαδαρίου Προύσας Μ.Ασίας», Κωνσταντίνου Γ.Μαντά, Έδεσσα 1983.
4. «Κίος 1912- 1922,  Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Βασίλη Κουλίγκα,  Εκδόσεις Δωδώνη 1988.
5.Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία»
6. Εγκυκλοπαίδεια «Δομή»
7. Επίτομον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, Ελευθερουδάκη
8. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
9. «Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου», Γιάνη Κορδάτου, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1974. 

Επιμέλεια:Στάθης Δημητρακός