ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ- ΣΚΑΦΗ ΑΛΙΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΠΟΝΤΙΔΑ

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 10 Δεκεμβρίου 2009, 01:27:44 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 3 Επισκέπτες διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ

Τα ψάρια διακρίνονται όχι μόνο για την μεγάλη ποικιλία των ειδών τους, αλλά και για την ανάλογη ποικιλία των συνηθειών τους. Μια από αυτές τις συνήθειες, της μετανάστευσης ορισμένων ειδών,  χωρίζουν τα ψάρια  σε 3 βασικές μεγάλες  κατηγορίες:
1)Στα ενδημικά των βυθών(παράκτια), όπως τα μπαρμπούνια, οι μπακαλιάροι, τα λυθρίνια, οι ροφοί, οι σφυρίδες κ.α. που συνήθως δεν απομακρύνονται από τον τόπο της μόνιμης διαμονής τους. Αυτά τα ψάρια μπορούν να ζήσουν κάτω από οποιοσδήποτε συνθήκες θερμοκρασίας και αλμυρότητας του νερού και ονομάζονται ευρύθερμα, λόγω της ικανότητας προσαρμογής τους προς τη θερμο-κρασία του περιβάλλοντος, η οποία ποικίλλει τις εποχές και τις κλιματολογικές συνθήκες.
2) Στα μεταναστευτικά, όπως οι παλαμίδες, οι τόνοι, οι κολιοί, τα τονάκια, τα σκουμπριά κ.α. που μετακινούνται από μια περιοχή σε άλλη κατά το χρόνο της ωοτοκίας και αναπαραγωγής. Τα ψάρια αυτά, τα λεγόμενα αφρόψαρα, δύο φορές το χρόνο αναγκάζονται να κάνουν ταξίδι, που τους επιβάλλει η έλλειψη προσαρμοστικότητας. Λέγονται και στενόθερμα, γιατί στερούνται της ικανότητας να ζήσουν κάτω από οποιαδήποτε συνθήκες. Περνούν κατά μεγάλα κοπάδια τον Βόσπορο με προορισμό τη Μαύρη Θάλασσα ή το Αιγαίο  Πέλαγος αντίστοιχα προς την Μεσόγειο (Άσπρη Θάλασσα). Η μετακίνηση αυτών ψαριών προς τον Εύξεινο Πόντο και αντίστροφα περιγράφονται με λεπτομέρειες από τον Αριστοτέλη (Περί ζώων ιστορίαι). Η Θάλασσα του Μαρμαρά ήταν ουσιαστικά ένα ευρύτατο πέρασμα ψαριών. Οι κάτοικοι των νησιών και των παραλιακών περιοχών ζούσαν για αιώνες από το ψάρεμα των διερχόμενων ψαριών από τη Μαύρη Θάλασσα προς τη Μεσόγειο και αντίστροφα
3)Τα ψευδομεταναστευτικά (εποχικά) που μετακινούνται από τις ακτές προς το πέλαγος προς βαθύτερα νερά το χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι το αντίστροφο, όπως οι αθερίνες, οι ζαργάνες, τα λυθρίνια, οι σπάροι,  οι σαργοί, οι τσιπούρες κ.α.   

ΤΑ ΣΚΑΦΗ ΑΛΙΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΠΟΝΤΙΔΑ

Στην  Προποντίδα  τα σκάφη αλιείας ήταν κωπήλατα και μακρόστενα για να αναπτύσσουν ταχύτητα, όπως οι αλαμάνες και οι σαντάλες (σαμτάλες). Οι σαντάλες και οι αλαμάνες ήταν για το ψάρεμα της παλαμίδας, του κολιού, της σαρδέλας κλπ. Τέτοια πλεούμενα δεν συναντάμε στις ελληνικές θάλασσες. Η "σαντάλα" ήταν ένας από τους βασικούς τύπους ψαράδικων σκαφών της Θάλασσας του Μαρμαρά. Η σαντάλα, το βυζαντινό σανδάλιον, ήταν πλοίο με κυρτή πλώρη και κυρτή πρύμνη, με 10-14 κουπιά και πλήρωμα 18-20 άνδρες. Τα κουπιά της σαντάλας ήταν μακριά και με ιδιαίτερο σχήμα για να κάνουν την κωπηλασία πιο εύκολη. Τα σκάφη έκαναν ελιγμούς  με ένα φαρδύ και καμπυλωμένο πηδάλιο στην πρύμνη. Ο μπιγιαντές ή μπουγιαντές ή μπογιαντές είχε το ίδιο σχήμα με την σαντάλα, αλλά λιγότερα από 10 κουπιά και πλήρωμα περίπου 12 άτομα. Το κούτελο ή κούντελο στο ίδιο μέγεθος με τον μπογιαντέ, με ίδια ή λιγότερα κουπιά με πρύμνη, πλάκα ή καθρέφτη και όρθια πλώρη. Το ψάρεμα γινόταν με συρόμενα δίχτυα, που ονομάζονταν γρίπος. Ήταν βαμβακερά πλεμάτια (δίχτυα) κατασκευασμένα για την αλιεία, μάλιστα υπήρχαν   διαφορετικά είδη γρίπων   ανάλογα με το είδος των ψαριών που ψαρεύονταν απ' αυτά και ήταν    τα ακό-λουθα: κολιαγρίπος, κολιαρουδόγριπος, παλαμιδόγριπος, σαρδελόγριπος, ζαργανιό, χαψόγριπος κ.α.
Οι παλαμίδες ψαρεύονταν και  με «αλαμάνες»  μακρόστενες βάρκες που είχαν μήκος πάνω από 12 μ. και έπλεαν με 3-4 ζευγάρια κουπιών. Τα δίχτυα, τα έλεγαν και  «παλαμιδερά» ή «παλαμιδοπλέματα» είχαν μήκος κοντά  στα  500 μ. και πλάτος 15-20 μ. Αποτελούνταν από τρία «φύλλα». Στη μέση ήταν το «τόρι» ή «σκορτσίλα» (πυκνό δίχτυ) και στα πλάγια οι αραιές «φανιές». Στο πάνω μέρος του διχτυού τοποθετούσαν κατά διαστήματα «κοζίλια» (πλάκες φελλού) και στο κάτω «μολύβια» (βαρίδια). Ο ιδιοκτήτης της «άλαμάνας» συνεργαζόταν με ψαράδες από το Σεπτέμβρη ως το Νοέμβρη, εποχή πού ψάρευαν τις παλαμίδες.
Οι «αλαμάνες» ξεκινούσαν δύο δύο. Το ζεύγος είχε 18-20 άντρες, δηλ. δύο «καπετάνιους-αμπουριέρηδες», δύο «παλατζήδες» που χειρίζονταν τα πηδάλια και 16 που τραβούσαν τα κουπιά, «χαμνατζήδες». Στην πρύμνη αντί το συνηθισμένο τιμόνι, υπήρχε ένα μεγάλο κουπί,  με το οποίο ο καπετάνιος στεκούμενος όρθιος έστριβε το σκάφος. Το πλήρωμα τρεφόταν από τον καπετάνιο. Η οικονομική εκκαθάριση γινόταν στο τέλος της περιόδου, μετά την αφαίρεση των εξόδων: το 1/2 ανήκε στον ιδιοκτήτη του πλεούμενου και το άλλο 1/2 στο «τσούρμο ή ταϊφά». Η πώληση των παλαμίδων γινόταν με πλειοδοτική δημοπρασία, «ικάντο» στην παραλία από τον ιδιοκτήτη της «αλαμάνας». Το μέρος όπου φέρνανε ψάρια, λεγότανε μπαλουκχανάς, δηλαδή  ψαραγορά.
Παραβρισκόταν και ο «μιριτζής» (δημόσιος υπάλληλος) για την είσπραξη του «δικαιώματος της αλιείας» σε χρήμα ή είδος. Για όλα τα ψάρια ο φόρος αυτός ήταν 20%, εκτός από τους τσίρους πού επιβαρύνονταν με 14%.
Λόγω του μεγάλου φόρου, οι ψαράδες βαρυγκωμούσαν, όπως μου έλεγε ο πατέρας μου Χρήστος Δημητρακός, και  έλεγαν «Ούτε ψάρια να πιάσω, ούτε φόρο να πληρώσω».

Επιμέλεια : Στάθης Δημητρακός
Συνεχίζεται...