ΦΑΝΟΚΟΡΟΙ & ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΕΣ- ΠΑΣΒΑΝΤΕΣ

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 24 Φεβρουαρίου 2010, 12:40:10 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΦΑΝΟΚΟΡΟΙ & ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΕΣ-ΠΑZΒΑΝΤΕΣ

Οι νυχτοφύλακες ήταν υπάλληλοι της Δημογεροντίας. Συνοπτικά τα καθήκοντα των νυχτοφυλάκων ήταν τα εξής: 1. Άναβαν και φρόντιζαν τις λάμπες των δρόμων της πόλης (φανοκόροι). Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ηλεκτροφωτισμός στην Παλιά Τρίγλια. 2.Φύλαγαν την πόλη τη νύχτα (νυχτοφύλακες), 3. Χτύπαγαν τις ώρες. Ήταν ρολόι της νύχτας και ξυπνητήρι 4. Βοηθούσαν όποιους είχαν ανάγκη τη νύχτα και 5. Καλούσαν τις μεγάλες γιορτές τον κόσμο στην εκκλησία.   
Η λέξη φανοκόρος προέρχεται από το φανός+ αρχαίο κόρος (=υπηρέτης), αυτός που υπηρετεί και φροντίζει τους φανούς της πόλης.

■   Στην Παλιά Τρίγλια υπήρχαν παζβάντες (νυχτοφύλακες), και ήσαν πολλοί, γιατί η Τρίγλια ήταν μεγάλο μέρος είχε κάπου δέκα χιλιάδες κατοίκους και έξι ενορίες. Λοιπόν, σε κάθε συνοικία ήσαν από δυο για να αλλάζουν βάρδια. Η πρώτη δουλειά των νυκτοφυλάκων ήταν να πάρουν γκάζι(1) από τον δήμο, και να ανάψουν τα φανάρια του χωρίου. Σε κάθε κιοσέ (γωνιά) ήταν και από ένα φανάρι καρφωμένο ψηλά στον τοίχο και μόλις βράδιαζε, έπαιρνε ο καθένας το γκάζι και την σκάλα και άναβε τα φανάρια της περιοχής του. Το μεγαλύτερο φανάρι ήταν του παζαριού στο κέντρο, που ήταν ο μεγάλος πλάτανος, κρεμασμένο στον πλάτανο,  απέναντι από το παντοπωλείο του Αρμόδιου Στεργίου.
Τα υποδήματα τους, ήσαν ελαφρά, γεμενιά(2), που βάδιζαν την νύχτα και δεν ακουγότανε. Οι παζβάντες, σκοπό τους είχαν να φυλάγουν την πόλη από τους νυχτερινούς κλέφτες, μη τυχόν και γίνει καμιά πυρκαγιά, να φωνάζουν τις βάρδιες σ' αυτούς που δούλευαν στα λαδαριά (ελαιοτριβεία), μη τυχόν και παραπέσει κανένας μεθυσμένος, επίσης αν κανένας που είχε ανάγκη, να φωνάξουν τον γιατρό, γιατί τότε δεν υπήρχαν τηλέφωνα, εκτός από το χοκιμάτι (αστυνομία).                     
Οι πασβάντες ήταν εξοπλισμένοι από τον Δήμο, είχαν ένα πιστόλι, το οποίο το λέγανε «λιβόρβορο» (3), ένα ρολόι μάρκας «σερκισώφ»(4), με μακριά και  χοντρή καδένα περασμένη στην μπουτουνιέρα του γιλέκου, γιατί τα ωρολόγια εκείνη την εποχή τάχαν ορισμένοι, μια χοντρή «σφυρίχτρα» και αυτή επίσης με αλυσίδα χονδρή και περασμένη στον λαιμό τους και με μια χοντρή και μακριά «μαγκούρα», που το κάτω μέρος της μαγκούρας είχε περτσινωμένο σίδερο. Την μαγκούρα αυτή την  χρησιμοποιούσαν για να χτυπούν τις ώρες.
Και έβλεπες τον παζβάντη, τις νυχτερινές ώρες να πηγαίνει στην άκρη του δρόμου του σοκακιού, οπού ήταν καμιά μεγάλη και γερή πέτρα και αρχινούσε με την μαγκούρα να χτυπά, τακ - τακ - τακ. Κάθε κτύπος και μια ώρα.     
Και στο τέλος, όταν τελείωνε το κτύπημα, φώναζε κιόλας, «άντε αφεντικά, σηκωθείτε, είναι ξημερώματα».   
Νυκτοφύλακα δεν βάζανε όποιον νάτανε, έπρεπε νάταν και λίγο ψύχραιμος και νταής, γιατί πολλά γινότανε κατά την εποχή εκείνη και έτσι αυτοί που μπαίνανε, ήσαν παλικάρια με καρδιά, διαλεχτά και ναμουσλήδες, δηλαδή τίμιοι.

Οι παζβάντες της παλιάς Τρίγλιας
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, « Τριγλιανά Νέα», 20 Νοεμβρίου 1976, φύλλο 7.
«Τριγλιανά Λαογραφικά» 2002

Λεξιλόγιο-Σχόλια
(1)γκάζι=πετρέλαιο
(2)γεμενιά=ελαφρά παπούτσια από το τουρκικό Yemeni, το όνομα της χώρας Υεμένη.
(3)λιβόρβορο= πιστόλι, περίστροφο.
(4)σερκισώφ=  μάρκα ρολογιού με δυο ασημένια καπάκια απ'έξω και αλυσίδα ασημένια. Είχε κλειδί που κουρδιζόταν ξεχωριστά. Η πλάκα ήταν με τζάμι και είχε λατινικούς αριθμούς. 

■  Σε όλους τους δρόμους, σε ορισμένες αποστάσεις, υπήρχαν στηριγμένες  σε ορισμένο ύψος  σε φανάρια λάμπες πετρελαίου  για φωτισμό τη νύχτα. Τις λάμπες τις άναβαν, μόλις άρχιζε να νυχτώνη οι παζβάντες (νυχτοφύλακες), οι οποίοι στα επίσημα χαρτιά της κοινότητας ονομάζονταν φανοκόροι.
Είχαν μια ξύλινη σκαλίτσα, την στερέωναν στον τοίχο, ανέβαιναν έβαζαν πετρέλαιο στις λάμπες, σκούπιζαν με ένα πανί το λαμπογυάλι και ύστερα  άναβαν τη λάμπα, την οποία πάλι νωρίς το πρωί έσβηναν.
Οι πασβάντες  είχαν και άλλα δύο καθήκοντα. Είχαν ένα βαρύ μπαστούνι σαν ρόπαλο και χτυπούσαν μ΄ αυτό όλη τη νύχτα κάθε ώρα τις ώρες. Επίσης στις μεγάλες γιορτές, Πρωτοχρονιά, Πάσχα, Χριστούγεννα, έπρεπε να χτυπούν το ρόπαλο μπροστά στις πόρτες των σπιτιών, φωνάζοντας δυνατά: «Ορίσατε εις την εκκλησία».         
 
«Τρίγλια του Κιανού Κόλπου της Προποντίδος»(σελ.32), Απόστολου Ηρ. Τσίτερ, Σύλλογος των Απανταχού Τριγλιανών, Θεσσαλονίκη 1979.   

 
   
■Μπάμ μπουμ ακούγεται βαρύ το χτύπημα απ' το ραβδί του πασβάντη στο καλντερίμι. Ορίσατε στην εκκλησία, ορίσατε στην εκκλησία. Σοκάκι –σοκάκι γυρίζει ο Μπαρμπα-Γιάννης ο πασβάντης και προσκαλεί στην λειτουργία. Γεμίζουν οι δρόμοι Χριστιανούς....

Θύμησες, Θανάσης Γιακουβάκης, Ραφήνα, «Τριγλιανά Νέα», 1/3/1976,  αρ.φύλλου 3, σελ. 3

■ ...Οι νυχτοφύλακες μόλις νύχτωνε άνοιγαν τα φανάρια πετρελαίου που βρίσκονταν σε κάθε γωνιά του δρόμου. Αυτοί κουβαλούσαν πάντοτε μια σκάλα και ένα δοχείο με πετρέλαιο. Κάθε νύχτα χτυπούσαν με μια μαγκούρα, που στο κάτω μέρος της είχε σίδερο, χτυπούσαν τις ώρες της νύχτας. Όλοι τους πληρώνονταν από την Δημογεροντία γιατί η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ασχολούνταν με τέτοια προβλήματα...

«Θύμησες από την Παληά Τρίγλια» από το βιβλίο του Λ.Βελισσάρη , «Τριγλιανά Νέα», Ιανουάριος 1992, αρ. φύλλου 76, σελ.4. 

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.


Πηγές: 1. Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, « Τριγλιανά Νέα»
«Τριγλιανά Λαογραφικά» 2002
2. «Τρίγλια του Κιανού Κόλπου της Προποντίδος», Απόστολου Ηρ. Τσίτερ, Σύλλογος των Απανταχού Τριγλιανών, Θεσσαλονίκη 1979.   
3. Θανάσης Γιακουβάκης,  «Τριγλιανά Νέα»  αρ.φύλλου 3.
4. Λ. Βελισσάρης, «Θύμησες από την Παληά Τρίγλια», «Τριγλιανά Νέα»,  αρ. φύλλου 76. 
5. «Ελληνικό Λεξικό»,Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ελευθεροτυπία 1993.