ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ- Πιρπιρής

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 18 Μαρτίου 2010, 12:46:49 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

 ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ- Πιρπιρής

To Τριγλιανό επώνυμο Πιρπιρής προέρχεται από την τούρκικη λέξη pirpiri= πιρπιρής, καλλιτέχνης (Δ.Τομπαϊδης 1.). Είναι επαγγελματικό επώνυμο. 
Oι πιρπιρήδες ήταν χρυσοκεντητές. Εκτός από τους άντρες υπήρχαν και γυναίκες χρυσοκεντήτριες.
Κεντούσαν με σύρματα χρυσού ή με ασήμι διάφορα κεντήματα. Τα κεντήματα με χρυσό ή αργυρό σύρμα αποτελούσαν συνέχεια της μεγάλης βυζαντινής παράδοσης. Παραστάσεις αυτοκρατορικών ενδυμασιών και ιερά άμφια ναών και ιεραρχών έβγαιναν από τα χέρια των χρυσοκεντητών. Το «σύρμα» ήταν λεπτό σύρμα από χρυσάφι ή ασήμι και το «χρυσόνημα» ή «αργυρόνημα» ήταν σύρμα σαν τρίχα τυλιγμένο γύρω από μεταξωτή κλωστή. Τα χρυσοκεντήματα, ανάλογα με την χρήση τους, διακρίνονταν σε εκκλησιαστικά και σε κοσμικά. Τα εκκλησιαστικά ήταν τα λειτουργικά υφάσματα του ναού (καλύμματα εικονοστασίων, παραπέτασμα Ωραίας Πύλης, καλύμματα σκευών Αγίας Τράπεζας, ο Επιτάφιος, τα λάβαρα κ.α.) και τα άμφια των ιεραρχών και των ιερέων (αρχιερατικοί σάκοι, ωμοφόρια, επιγονάτια, επιμανίκια, πετραχήλια). Τα κοσμικά είναι κυρίως τα χρυσοκεντήματα της φορεσιάς κυρίως πάνω σε επίσημους αστικούς επενδύτες. Οι πιρπιρήδες δούλευαν με πολύ μεράκι, με ιδιαίτερη έμπνευση και εξαιρετική λεπτότητα.       
Πιρπιριά ήταν χρυσοκέντητα και μεταξωκέντητα πανωφόρια(που είχαν σχήμα γιλέκου)  στην αρχοντική φορεσιά της γυναίκας και ράβονταν από χρυσοραφτάδες.
Ήταν περίφημα για την διακοσμητική των συνθέσεων των κεντημάτων και την κλίμακα των χρωμάτων τους. 
 
Άλλες εκδοχές  για το επώνυμο Πιρπιρής αναφέρονται στη βιβλιογραφία. Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης (2.) σημειώνει  Περπυρής, ίσως: πλούσιος που έχει πολλά (υ)πέρπυρα.
Ο Δικαίος Γ. Βαγιακάκος (3.) γράφει «Περπυρής-Φιρφυρής»: « Νομίζω ότι τα ονόματα ταύτα ετυμολογούνται εκ της Βυζαντινής λέξεως  υπέρπυρον (χρυσούν νόμισμα), το οποίο κατά τόπους καλείται πούρπουρο, πιρπύρι και φίρφυρο... Εις την Ρόδον λέγουν την έκφρασιν κόκκινος   σαν πιρπύρι (σαν  υπέρπυρον). Εις την Λέρον  πίρπυρος λέγεται ο πολύ κόκκινος». 
Σύμφωνα με τις δύο παραπάνω εκδοχές (2+3) , Πιρπιρής είναι ο πλούσιος, ο λεφτάς ή  ο κόκκινος,  ο κατακόκκινος.                               
Επίσης το πέρπυρο αναφέρεται ως:  είδος παλιού νομίσματος (Ν.Π Ανδριώτης 4.), βυζαντινό χρυσό νόμισμα (Τεγόπουλος-Φυτράκης 5.).   

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.

Πηγές: 1. Δημήτρης Τομπαΐδης, «Ελληνικά επώνυμα Τουρκικής προέλευσης», Εκδόσεις Επικαιρότητα,  Αθήνα 1990.
2. «Τα οικογενειακά μας ονόματα», Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1995
3.Δικαίος Γ. Βαγιακάκος, «Καταγωγή ονομάτων και τοπωνυμίων», Iστορία Εικονογραφημένη, Τεύχος 47, Μάιος  1972.
4.Ν. Π. Ανδριώτης «Ετυμολογικό Λεξικό της κοινής Νεοελληνικής», ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1995.
5. «Ελληνικό Λεξικό» Τεγόπουλος- Φυτράκης, Ελευθεροτυπία 1993
6.Οδηγός Περιφερείας Ηπείρου, «Υφαντά-Ενδύματα-Φορεσιές».
7. «Συντεχνίες & Επαγγέλματα στη Θράκη 1685-1920», Κ. Παπαθανάση- Μουσιοπούλου, Εκδόσεις Πιτσιλός, Αθήνα 1985.